ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 3 Μάρτη 1996
Σελ. /48
ΔΙΕΘΝΗ
ΤΟΥΡΚΙΑ
Το "κουβάρι" της αστάθειας και της οικονομικής κρίσης

Μπορεί μια κυβέρνηση Γιλμάζ - Τσιλέρ να επιβάλει λύσεις;

Η πολυεπίπεδη κρίση - πολιτική και οικονομική - στην Τουρκία, τον τελευταίο καιρό, μπορεί μια χαρά να παρομοιαστεί με τη... Λερναία Υδρα, καθώς αν κοπεί το ένα της "κεφάλι", ξεφυτρώνουν στη θέση του πολλά περισσότερα. Τυπικό παράδειγμα, το πολυσυζητημένο θέμα των τελευταίων ημερών, η εξεύρεση μιας βιώσιμης κυβερνητικής λύσης.

Τις τελευταίες μέρες της βδομάδας που πέρασε, όλα έδειχναν ότι οι διαφορές των κομμάτων Μητέρας Πατρίδας και Ορθού Δρόμου θα παραμερίζονταν, χάριν της ανάγκης σχηματισμού κυβέρνησης. Μόνο που η κυοφορούμενη συμμαχία, εάν πραγματοποιηθεί (αφού υπάρχουν ακόμη κρίσιμες συζητήσεις εν εξελίξει), θα έχει να αντιμετωπίσει οξύτατα προβλήματα - εσωτερικά και εξωτερικά.

Πρέπει να επισημανθεί κατ' αρχήν η αντιπαλότητα των ηγετών των δύο παραδοσιακών κομμάτων της τουρκικής Δεξιάς, του Μεσούτ Γιλμάζ και της Τανσού Τσιλέρ. Οι δυο τους διεκδικούν την αρχηγία της συντηρητικής παράταξης στη γείτονα χώρα. Ο Γιλμάζ, ο οποίος μετά το θάνατο του Τουργκούτ Οζάλ θεωρήθηκε σχεδόν αξιωματικά ως ο δικαιωματικός "διάδοχός" του, είδε την Τσιλέρ να έρχεται κυριολεκτικά από το πουθενά και, με τη - λιγότερο ή περισσότερο προφανή - στήριξη του αμερικανικού παράγοντα, να καρπώνεται όσα του "ανήκαν", π.χ. την πρωθυπουργία. Από την πλευρά της, η Τσιλέρ, ικανή (λαϊκίστρια) πολιτικός, επιθυμεί διακαώς την παραμονή της σε υψηλές κυβερνητικές θέσεις, και θεωρεί τον Γιλμάζ ως εμπόδιο.

Η διελκυστίνδα τους δεν προοιωνίζεται ομαλή πορεία όσον αφορά στη διακυβέρνηση της χώρας, έστω κι αν είναι εντυπωσιακές οι τελευταίες παραχωρήσεις αμφοτέρων.

Η κυβέρνηση θα έχει να αντιμετωπίσει ένα πρόσθετο πρόβλημα, το οποίο προκύπτει από τις ισορροπίες στη Βουλή. Οι έδρες των δύο κομμάτων, αθροιζόμενες, δε δίνουν στην κυβέρνηση αυτοδυναμία. Αυτό, προσωρινά τουλάχιστον, φαίνεται να λύνεται, δεδομένης της στήριξης του Μπουλέντ Ετσεβίτ και του Κόμματος της Δημοκρατικής Αριστεράς, του οποίου ηγείται. Αλλά αν ο Ετσεβίτ αποσύρει την εμπιστοσύνη του, αντίο κυβέρνηση...

Ενδυνάμωση των ισλαμιστών

Πέραν των εσωτερικών προβλημάτων, η κυβέρνηση υπό τους Γιλμάζ - Τσιλέρ θα έχει να αντιμετωπίσει τον νικητή των τελευταίων εκλογών. Ο Νετσμεντίν Ερμπακάν, κατά τους περισσότερους Τούρκους πολιτικούς αναλυτές, θα καταστεί ακόμη πιο ισχυρός ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο ηγέτης του Κόμματος Ευημερίας δεν πρόκειται να αφήσει καμιά ευκαιρία να πάει χαμένη. Οσο για τον αντιπολιτευτικό του λόγο, έχει δώσει ήδη δείγματα δηκτικότητας. Στην πρόσφατη ελληνοτουρκική κρίση, όταν η κ. Τσιλέρ έλεγε ότι δούλευε "ολόκληρη τη νύχτα", ο Ερμπακάν ξεσπάθωσε. "Γιατί εργάζεται νύχτα η πρωθυπουργός; Μήπως γιατί τότε είναι μέρα στις ΗΠΑ;". Το υπονοούμενο δεν πέρασε, φυσικά, απαρατήρητο...

Τα πραγματικά προβλήματα

Η έκφραση Λερναία Υδρα μάλλον είναι ανεπαρκής για να περιγράψει τα ζητήματα που θα πρέπει να επιλύσει η - όποια - κυβέρνηση. Δεν αρκούν απλώς "διαχειριστές της εξουσίας" για να βγει η Τουρκία από τη στενωπό, αλλά χρειάζεται περισσότερο κυβέρνηση που να μπορεί να δώσει καίριες και τολμηρές λύσεις, αγνοώντας το κόστος.

  • Το κουρδικό ζήτημα, αγκάθι στο ευαίσθητο πλευρό της Τουρκίας, κινείται σε τροχιά αναζωπύρωσης. Η τοποθέτηση του εκλιπόντος Οζάλ, για ει δυνατόν πολιτική επίλυσή του, έχει, κατά τα φαινόμενα, αφεθεί κάπου μεταξύ των αζήτητων. Τσιλέρ και Γιλμάζ προκρίνουν τη δυναμική, στρατιωτική λύση. Δηλαδή, την εξόντωση μέχρις ενός των αυτονομιστών - κυρίως εκείνων του εκτός νόμου Εργατικού Κόμματος των Κούρδων, ΡΚΚ - και την κατάπνιξη οποιασδήποτε φωνής που αντιτίθεται στην επίσημη γραμμή. Ενδεχόμενη συνέχιση της καταστολής θα σημάνει, εκτός από συνέχιση της αιματοχυσίας, και βαρύτατο οικονομικό κόστος. Οχι μόνο εξαιτίας της επιδότησης ενός πολέμου "εντός συνόρων", αλλά και λόγω των αντιδράσεων των διωκόμενων κουρδογενών. Ενας από τους λόγους που η διαπραγμάτευση της Τουρκίας με χώρες της Υπερκαυκασίας, για διαμετακομιδή του πετρελαίου από τα πλούσια κοιτάσματα της περιοχής στη Δύση "μπλοκαρίστηκε" υπήρξε η απειλή των Κούρδων ανταρτών ότι θα πραγματοποιήσουν σαμποτάζ στους αγωγούς.
  • Η οικονομία της Τουρκίας βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Η "Wall Street Journal" και ο "Economist", σκιαγραφούν με τα μελανότερα των χρωμάτων την πορεία των οικονομικών πραγμάτων στη γείτονα, μιλώντας για πιθανή "Μεξικοποίησή" της. Οχι άδικα. Οι αριθμοί είναι ενδεικτικοί: Εμπορικό έλλειμμα, 10,6 δισ. δολάρια. Ελλειμμα επί του προϋπολογισμού, 6,4 δισ. δολάρια (50% πάνω από το στόχο της κυβέρνησης). Πληθωρισμός, 90%. Ελλειμμα του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας (Ταμεία, κ.ά.) 3 δισ. δολάρια...

Οι επιχειρήσεις της Τουρκίας δεν μπορούν να βρουν ζωτικό χώρο, ούτε στο εσωτερικό, ούτε στο εξωτερικό. Και η Τελωνειακή Ενωση με την Ευρωπαϊκή Ενωση, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, θα επιτείνει τα προβλήματά τους. Τέλος, δεν εισέρχονται στη χώρα μακροπρόθεσμα επενδυτικά κεφάλαια, αλλά μόνο βραχυπρόθεσμα και, συνηθέστατα, κερδοσκοπικά.

  • Οσον αφορά στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής, η νέα κυβέρνηση θα πρέπει να αποφύγει πολλούς σκοπέλους και υφάλους. Οι σχέσεις της με τη Ρωσία και τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ενωσης, με τον αραβικό κόσμο, αλλά και τη Δύση, βρίσκονται σε μεταίχμιο. Και το πώς θα κινηθεί στη διεθνή σκακιέρα θα κρίνει πολλά...

Μπ. Γ.

ΙΣΠΑΝΙΑ
Σκέψεις και υπολογισμοί μπροστά στις κάλπες

Φαίνεται ξεκάθαρα, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, ποια θα είναι η ετυμηγορία των κάλπεων στις σημερινές γενικές εκλογές, ωστόσο, εκείνο που δεν μπορεί ακόμα να προβλεφτεί είναι ποιος θα μπορέσει να σχηματίσει τη μελλοντική ισπανική κυβέρνηση. Ολες οι δημοσκοπήσεις εμφανίζουν το Λαϊκό Κόμμα (PP) του Χοσέ Μαρία Αθνάρ ως σίγουρο νικητή. Ομως, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι το PP θα καταφέρει να έχει τον απαιτούμενο αριθμό εδρών στο Κοινοβούλιο, ώστε να σχηματίσει από μόνο του κυβέρνηση.

Αυτό είναι το βασικό ζήτημα: Το PP χρειάζεται την απόλυτη πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο ή, τουλάχιστον, έναν αριθμό βουλευτών, που να πλησιάζει πολύ την πλειοψηφία για να μπορέσει να κυβερνήσει.

Το ισπανικό Κοινοβούλιο έχει 350 βουλευτές, έτσι, η απόλυτη πλειοψηφία επιτυγχάνεται με 176 βουλευτές. Το PP, λοιπόν, για την ώρα, υπολογίζειστη στήριξη το πολύ τριών ή τεσσάρων βουλευτών της τοπικής Δεξιάς των Καναρίων και της Βαλένθιας, δε φαίνεται, όμως, να συμβαίνει το ίδιο και με την εθνικιστική Δεξιά της Καταλωνίας και της Χώρας των Βάσκων, που δύσκολα θα στηρίξουν το PP.

Αν και η ιδεολογία και η κοινωνικοοικονομική πολιτική του PP διαφοροποιείται πολύ λίγο από αυτήν που ασκεί το Εθνικιστικό Βασκικό Κόμμα (PNV) - χριστιανοδημοκράτες - και η Σύγκληση και Ενότητα (CiU) - ένας συνασπισμός φιλελευθέρων και χριστιανοδημοκρατών που εκπροσωπούν την καταλανική εθνικιστική Δεξιά - το PP βρίσκεται έτη φωτός μακριά από τους τελευταίους, σε σχέση με την αντίληψή τους για το κράτος. Ενώ η ηγεσία και η βάση του PP προέρχονται στην πλειοψηφία τους από την τροχιά του φρανκισμού και έχουν πρόσφατα αναθεωρήσει και απρόθυμα στραφεί προς τη δημοκρατία και το αποκεντρωμένο κράτος των αυτόνομων επαρχιών, η καταλανική και βασκική Δεξιά, εδώ και δεκαετίες, είναι συντονισμένοι με τους Ευρωπαίους ομοϊδεάτες τους και είναι πεπεισμένοι δημοκράτες που αντιστάθηκαν στη δικτατορία του Φράνκο. Το βασικότερο, ωστόσο, είναι ότι η ηγεσία και η βάση του PNV και της CiU έχουν μία συνομοσπονδιακή αντίληψη για το κράτος ή είναι καθαρά οπαδοί της ανεξαρτησίας.

Υπάρχει ακόμα ένας σημαντικός παράγοντας σχετικά με τις πιθανότητες κοινοβουλευτικής συνεργασίας μεταξύ των τριών κυριοτέρων δυνάμεων της ισπανικής Δεξιάς: Ο εκλογικός ανταγωνισμός. Στη χώρα των Βάσκων και στην Καταλωνία, το PP αποβλέπει στην αύξηση των ψήφων του, όχι μόνο από ψηφοφόρους του PSOE (Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα της Ισπανίας), αλλά και από αυτούς του PNV και της CiU. Επιπλέον, η πλειοψηφία των ψηφοφόρων του PNV και της CiU που τοποθετούν τον εθνικισμό τους πάνω από την ταξική επιλογή, όταν φτάσει η ώρα της κάλπης, δε θα καταλάβουν πώς είναι δυνατόν το κόμμα της επιλογής τους να συνεργαστεί με τη Δεξιά, οπαδό της τάσης συγκέντρωσης της εξουσίας σε κεντρικά κρατικά όργανα, που, στην Καταλωνία και στη Χώρα των Βάσκων, ακόμα και σήμερα παρομοιάζεται με τη δικτατορία του Φράνκο. Αυτή η συνεργασία θα μπορούσε να σημάνει την πολιτική αυτοκτονία του PNV και της CiU.

Ωστόσο, πρέπει να πάρουμε υπόψη μας ότι η καταλανική και η βασκική εθνικιστική Δεξιά επηρεάζονται έντονα από επιχειρηματικούς κύκλους, οι οποίοι, κυρίως αυτοί της Καταλωνίας, θα ασκήσουν μεγάλη πίεση, ώστε οι εθνικιστές να στηρίξουν το PP.

Οπως έχουν τα πράγματα, δε φαίνεται πολύ εύκολο να καταφέρει το PP να αποσπάσει μεγάλο μέρος των ψήφων των αναποφάσιστων. Στην πραγματικότητα, η εκλογική άνοδος του PP οφείλεται περισσότερο στα λάθη του πρωθυπουργού Φελίπε Γκονζάλες και ηγέτη του PSOE, παρά στις αξίες της δεξιάς αντιπολίτευσης και μεγάλο μέρος των κεντρώων σοσιαλιστών ψηφοφόρων επιθυμεί, ο Φελίπε Γκονζάλες να πει ή να κάνει κάτι που να δικαιολογεί το γεγονός ότι συνεχίζουν να τον ψηφίζουν.

Το PSOE έχει δύο εκλογικές διαρροές που σκοπεύει να "στουπώσει". Η πρώτη, προς τα δεξιά, από παλιούς ψηφοφόρους της Ενωσης του Δημοκρατικού Κέντρου (UCD), που στήριξε την κυβέρνηση του πρωθυπουργού Αντόλφο Σοάρεθ στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Αυτό το κομμάτι του εκλογικού σώματος του Κέντρου στήριξε το 1982 και σε επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις το PSOE περισσότερο για να εμποδίσει την παλιά Δεξιά να ανέβει στην εξουσία, παρά από αριστερή πεποίθηση. Ομως, τα λάθη των κυβερνήσεων του Φελίπε Γκονζάλες, η διαφθορά, και τα πολιτικά και οικονομικά σκάνδαλα, από τη μία πλευρά, και η επιτυχία του Χοσέ Μαρία Αθνάρ, ηγέτη του PP, να οδηγήσει το κόμμα του προς θέσεις φανερά πιο κεντρώες, από την άλλη, έχουν σαν αποτέλεσμα η μετάγγιση αυτών των κεντρώων ψηφοφόρων να φτάσει να γίνει μία σταθερή ροή από το PSOE προς το PP.

Η δεύτερη διαρροή ψήφων από το PSOE είναι προς την Ενωμένη Αριστερά (IU), συνασπισμός που συγκροτείται από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ισπανίας, τη Ρεπουμπλικανική Αριστερά, από διαφωνούντες του PSOE και προοδευτικούς ανεξάρτητους τομείς. Στις τελευταίες εκλογές για το Ευρωκοινοβούλιο και στις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, η Ενωμένη Αριστερά κατάφερε να προσελκύσει ένα σημαντικό μέρος των αριστερών ψηφοφόρων του PSOE, που ήταν δυσαρεστημένοι από την πολιτική του Φελίπε Γκονζάλες.

Ωστόσο, δεν είναι σίγουρο ότι αυτή η διαρροή ψήφων θα διατηρηθεί και στις 3 Μάρτη. Στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές, τον Ιούνη του 1993, όλες οι δημοσκοπήσεις έδειχναν μία εντυπωσιακή άνοδο της Ενωμένης Αριστεράς, που θα διπλασίαζε έτσι τις έδρες της στο Κοινοβούλιο φτάνοντας να έχει, πάντα σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, 30 βουλευτές. Τελικά, η IU κατάφερε να έχει 18 εκπροσώπους της στο Κοινοβούλιο, τέσσερις περισσότερους από ό,τι στην προηγούμενη νομοθετική περίοδο. Το PSOE, αφήνοντας άναυδους τους συντηρητικούς, κέρδισε και πάλι τις εκλογές, χωρίς, όμως, να καταφέρει να έχει την απόλυτη πλειοψηφία. Αυτό που είχε συμβεί είναι ότι ένα μέρος των αριστερών ψηφοφόρων του PSOE, που είχε αποφασίσει να ψηφίσει IU, την τελευταία στιγμή άλλαξε την απόφασή του και έδωσε τη "χρήσιμη ψήφο" του στον Φελίπε Γκονζάλες, ο οποίος στήριξε την προεκλογική του εκστρατεία στη μετάδοση του φόβου μπροστά στην πιθανότητα ανόδου της Δεξιάς στην εξουσία. Αυτό το τέχνασμα του φόβου απέναντι στη Δεξιά είναι, μάλλον, απίθανο να λειτουργήσει αυτή τη φορά με την ίδια ένταση, όπως το 1993. Ο Φελίπε Γκονζάλες είχε υποσχεθεί τότε "την αλλαγή της αλλαγής", πλασάροντάς τη στην εκλογική εκστρατεία ως βαθιά διόρθωση της κυβερνητικής πολιτικής. Οι ψηφοφόροι του μετέφρασαν αυτή την υπόσχεση ως αριστερή στροφή στην οικονομική και κοινωνική πολιτική, όμως, την ώρα της αλήθειας, ο Γκονζάλες έπραξε ακριβώς το αντίθετο: Συμφώνησε με την καταλανική Δεξιά, για να πετύχει την κοινοβουλευτική της στήριξη, ώστε να μπορέσει να προωθήσει τα νομοσχέδιά της, κυρίως για τον κρατικό προϋπολογισμό. Οπως ήταν λογικό, συνέπεια της στήριξης αυτής εκ μέρους της CiU ήταν μία πιο έντονη δεξιά στροφή στην κοινωνικοοικονομική πολιτική της κυβέρνησης του PSOE.

Πιθανό είναι επίσης, τόσο το PSOE, όσο και το PP να είναι μειοψηφία και μόνο ο συνδυασμός των σοσιαλιστών βουλευτών και αυτών της IU να συγκροτήσουν μία σταθερή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Σε αυτήν την περίπτωση, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ PSOE και IU θα είναι πραγματικά πολύ δύσκολες για διάφορους λόγους: Πρώτος λόγος, αν και αυτός θα μπορούσε να ξεπεραστεί, είναι η ασυμφωνία που εκδηλώνεται μεταξύ του Φελίπε Γκονζάλες και του Χούλιο Ανγκίτα (Γενικός Γραμματέας του ΚΚ Ισπανίας και Γενικός Συντονιστής της IU), δεύτερος, οι προγραμματικές διαφορές όσον αφορά την οικονομική πολιτική και την πολιτική της απασχόλησης (η IU θα απαιτούσε μία αριστερή στροφή, που πολύ δύσκολα θα υιοθετούσε ο Φελίπε Γκονζάλες, ο οποίος με την πολιτική του βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην Μάργκαρετ Θάτσερ απ' ό,τι στον Ολαφ Πάλμε) και τρίτος, και ίσως ο βασικότερος, η Ευρωπαϊκή Ενωση, όπου οι διαφορές είναι τεράστιες, μιας και ο Φελίπε Γκονζάλες υποτάσσει την πολιτική του στις απαιτήσεις της Συνθήκης του Μάαστριχτ, η Ενωμένη Αριστερά απαιτεί την τροποποίηση των όρων της Συνθήκης και την προκήρυξη ενός δημοψηφίσματος ώστε ο λαός να αποφασίσει για το ρόλο της Ισπανίας στη Νομισματική Ενωση.

Βισέντε ΟΛΙΒΑΡΕΣ

Συντάκτης της εφημερίδας "Αβάντ", κεντρικό όργανο του Κόμματος των Καταλανών Κομμουνιστών


Στις τελευταίες εκλογές για το Ευρωκοινοβούλιο και στις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, η Ενωμένη Αριστερά κατάφερε να προσελκύσει ένα σημαντικό μέρος των αριστερών ψηφοφόρων του PSOE, που ήταν δυσαρεστημένοι από την πολιτική του Φελίπε Γκονσάλες. Ωστόσο, δεν είναι σίγουρο ότι αυτή η διαρροή ψήφων θα διατηρηθεί και στις 3 Μάρτη

Ο Μ. Γιλμάζ είδε την Τ. Τσιλέρ να έρχεται κυριολεκτικά από το πουθενά και, με την - λιγότερο ή περισσότερο προφανή - στήριξη του αμερικανικού παράγοντα, να καρπώνεται όσα του "ανήκαν", π.χ., την πρωθυπουργία



Μνημεία & Μουσεία Αγώνων του Λαού
Ο καθημερινός ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1 ευρώ