Σε σχέση με τις Θέσεις της ΚΕ για το 22ο Συνέδριο του Κόμματος θα ήθελα να σταθώ στην ενότητα «Βελτίωση της λειτουργίας του Κόμματος, της καθοδηγητικής δουλειάς των οργάνων, των ΚΟΒ, η διάταξη των δυνάμεων και στελεχών» και συγκεκριμένα στην ενότητα της «σταθερής και πλούσιας εσωκομματικής λειτουργίας των ΚΟΒ ως κρίσιμος παράγοντας». Οπως τίθεται στο κείμενο, το προηγούμενο διάστημα πραγματοποιήθηκαν πολλοί κύκλοι Γενικών Συνελεύσεων των ΚΟΒ με αφορμή διάφορα θέματα, Αποφάσεις της ΚΕ, ιδεολογικά μαθήματα κ.λπ. Στις Τομεακές Οργανώσεις έχει γίνει σημαντική προσπάθεια στη σταθεροποίηση των συνεδριάσεων μέσα στον μήνα, η οποία όμως δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτή ως δεδομένη. Είναι μια σημαντική κατάκτηση, όπως τίθεται στο κείμενο των Θέσεων, ωστόσο η εσωκομματική λειτουργία δεν είναι μόνο η Γενική Συνέλευση της ΚΟΒ. Πολλές φορές, λόγω των άστατων ωραρίων και άλλων υποχρεώσεων των συντρόφων, θεωρούμε «κατόρθωμα» το να συνεδριάσει η ΚΟΒ σε συγκεκριμένη ημέρα και ώρα. Αυτό είναι μια σημαντική προϋπόθεση, προφανώς, για να προχωρήσουν οι κατευθύνσεις, οι στόχοι και ο σχεδιασμός μας. Ωστόσο δεν μπορούμε να «αρκούμαστε» καθοδηγητικά μόνο στο ότι οι ΚΟΒ υλοποιήθηκαν με βάση το χρονοδιάγραμμα. Χρειάζεται να μας απασχολήσει σε επίπεδο καθοδηγητικών οργάνων, αλλά και προσωπικά το κάθε στέλεχος, το θέμα πώς προετοιμάστηκε η ΚΟΒ, τι συζητήθηκε σε σχέση με το περιεχόμενο, αν βοηθούσε ή όχι η εισήγηση, αν τέθηκαν συγκεκριμένα καθήκοντα στους συντρόφους, για ποιο λόγο μπορεί να υπάρχουν σύντροφοι που δεν παίρνουν τον λόγο κ.ο.κ. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι υπάρχει μια απόσταση από το πού βρισκόμαστε τώρα και τι έχουμε κατακτήσει μέχρι το πού θέλουμε να φτάσουμε όσον αφορά πλευρές της πλούσιας εσωκομματικής λειτουργίας, όπου είμαστε σε πορεία προς κατάκτηση.
Επιπλέον, η εσωκομματική λειτουργία πρέπει να στηρίζεται στην ανάπτυξη της ιδεολογικής και μορφωτικής δουλειάς στο εσωτερικό του Κόμματος. Το ζήτημα αυτό, όπως τίθεται, δεν αφορά μόνο ή κυρίως το απαραίτητο πρόγραμμα των ιδεολογικών μαθημάτων, αφορά πρώτα απ' όλα το πώς αναπτύσσεται η ιδεολογικοπολιτική συζήτηση με επίκεντρο την καθημερινή δράση της ΚΟΒ. Σε αυτό το σημείο μπορούμε να φέρουμε ως παράδειγμα το πρόσφατο μάθημα που έγινε στις ΚΟΒ, «Ο δρόμος της ανατροπής», του οποίου η εκτίμηση μπορεί να γενικευτεί, ώστε να αποκτηθεί μια «εικόνα» στο πώς και κατά πόσο η ιδεολογική - πολιτική συζήτηση αποτυπώνεται στην καθημερινή δράση των ΚΟΒ και κυρίως στη στρατολογία και οικοδόμηση. Είναι σημαντικό να αναφέρουμε και να μας απασχολήσει καθοδηγητικά ότι το περιεχόμενο του συγκεκριμένου μαθήματος αποτελεί μια σχετική αντανάκλαση στο κατά πόσο η Οργάνωση συζητάει με βάση το Πρόγραμμά μας, σε τι βαθμό μπορεί να αναπτύξει εκλαϊκευτικά και όχι με διακηρύξεις την προγραμματική μας αντίληψη σε σχέση με το γιατί είναι αναγκαίος και επίκαιρος ο σοσιαλισμός, από πού προκύπτει αυτή η αναγκαιότητα, τι είναι η σοσιαλιστική επανάσταση, ποιος ο ρόλος του ΚΚ σε μη επαναστατικές συνθήκες.
Μπορούμε να κατανοήσουμε ότι αν εμείς ως μέλη και στελέχη του Κόμματος δεν έχουμε την αυτοπεποίθηση και την ικανότητα να αναπτύξουμε τα παραπάνω, η επίδρασή μας με την πρότασή μας στη συνείδηση του κόσμου είναι ελλιπής. Ακόμα και οι προτάσεις στρατολογίας μένουν ανολοκλήρωτες, καθώς μπορεί να έχουμε ορισμένη ικανότητα να συζητάμε για τις νομοτέλειες του σοσιαλισμού - κομμουνισμού, συνολικά για την ανωτερότητα της κομμουνιστικής κοινωνίας, αλλά με το να μη λέμε ή να δυσκολευόμαστε να εξηγήσουμε «πώς θα φτάσουμε εκεί», δεν «ξεκλειδώνει» τη σκέψη και τη δράση ενός κόσμου που συμφωνεί με το ΚΚΕ, αλλά δεν κάνει το επόμενο βήμα της στράτευσης μαζί μας. Μπορούμε λοιπόν καθοδηγητικά, και χωρίς να μηδενίζουμε και να γενικεύουμε άκριτα, να κάνουμε μια προέκταση και σύνδεση με το εξής γεγονός: Οτι υπάρχει κόσμος που επηρεάζουμε και μας αναφέρει συχνά ότι «μου ακούγονται πολύ ωραία αυτά που λέτε, ωστόσο δεν μπορούν να γίνουν σήμερα». Σε αυτήν την αντίληψη εκφράζεται η συστηματική επίδραση που ασκούν η αστική ιδεολογία και οι μηχανισμοί του συστήματος, αλλά εν μέρει και η δική μας δυσκολία να εξηγήσουμε τον τρόπο με τον οποίο θα περάσουμε στην κοινωνία του σοσιαλισμού - κομμουνισμού.
Δεν μπορούμε να θεωρούμε δεδομένο ότι το σύνολο των οργανωμένων μας δυνάμεων είναι σε θέση να συζητούν την προγραμματική μας αντίληψη. Χρειάζεται εμείς καθοδηγητικά να κατανοήσουμε ότι πρώτον, όσον αφορά τη στρατηγική και την κοσμοθεωρία μας, δεν μπορούμε να έχουμε κανέναν εφησυχασμό σε σχέση με το ότι είναι «κατεκτημένη» από το δυναμικό της Οργάνωσης και από εμάς τους ίδιους. Καθώς και ότι η κατάκτησή της είναι αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης της μελετητικής δουλειάς («Ριζοσπάστης», μαρξιστικό βιβλίο κ.λπ.) με την αυτοτελή παρέμβασή μας στους χώρους δουλειάς, στο κίνημα κ.λπ. Είναι ζωντανή διαδικασία, επομένως η λογική «τα διάβασα, τα ξέρω» δεν αρμόζει στη δική μας δράση και παρέμβαση. Επιπλέον, η απόσταση από το τι θεωρούμε εμείς αυτονόητο και δεδομένο από το δυναμικό της Οργάνωσης μέχρι το τι πραγματικά ισχύει αντανακλά δυσκολίες καθοδηγητικής φύσης, και κυρίως την απόσταση σε σχέση με το τι μπορούν ή δεν μπορούν να κάνουν οι δυνάμεις μας με τα καθήκοντα που αναλαμβάνουν.
Κατανοούμε λοιπόν ότι ακόμα και μια πιο περιορισμένη προσπάθεια εξαγωγής συμπερασμάτων από την υλοποίηση του μαθήματος «Ο δρόμος της ανατροπής» μπορεί να μας δώσει «τροφή» για περαιτέρω σκέψη σε σχέση με το περιεχόμενο της λειτουργίας των ΚΟΒ. Για παράδειγμα, πόσες φορές συνδυάζουμε το ζήτημα της στρατολογίας με τη συζήτηση «πώς στεκόμαστε» στην ανάδειξη της αναγκαιότητας της σοσιαλιστικής κοινωνίας; 'Η αν είμαστε σε θέση ως στελεχικό δυναμικό να αναδείξουμε - παρουσιάσουμε αυτά τα θέματα στις ΚΟΒ, στις συνεργασίες με τους συντρόφους: Αποδεικνύεται λοιπόν ότι οι απαιτήσεις για συζήτηση, βοήθεια, στήριξη πηγαίνοντας προς τις ΚΟΒ μεγαλώνουν. Σε σχέση με αυτό είναι απόλυτα σωστό αυτό που τίθεται και στο κείμενο των Θέσεων, ότι «το επίπεδο της καθοδήγησης αντανακλάται στην ΚΟΒ». Σίγουρα δεν μπορούν να λυθούν τα πάντα στις συνεδριάσεις των ΚΟΒ, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν θα προσπαθήσουμε να βελτιώσουμε όλες αυτές τις πλευρές, όπου υπάρχει δυνατότητα, για να κάνουμε την εσωκομματική λειτουργία ακόμα πιο πλούσια, να ανεβάσουμε το επίπεδο της ατομικής ευθύνης, της μαχητικής στράτευσης και προσφοράς των κομματικών μελών. Για να «καταπολεμιέται τελικά η αντίληψη "τόσα μπορούν, τόσα κάνουν", που δεν συμβαδίζει με τους μεγάλους σκοπούς του Κόμματος και την ευθύνη μας στην εργατική τάξη».
Μελετώντας κανείς το κείμενο διαπιστώνει την εξαιρετική του συνεκτικότητα, δομή και πυκνότητα σε νοήματα και ορισμούς. Μπορεί να αντλήσει συμπεράσματα, μεθοδολογία, τρόπους συγκρότησης της σκέψης και οργάνωσης της δράσης. Η οριοθέτηση του τι σημαίνει καθοδηγητική δύναμη, επαναστατική γραμμή, ποιο είναι το κύριο καθήκον σήμερα, ποιοι είναι οι άξονες παρέμβασης, το κριτήριο ικανότητας και αποτελεσματικότητας, κατευθύνει τη σκέψη στα σημεία που ο καθένας ιεραρχεί με βάση την κομματική διάταξη. Ταυτόχρονα, διαμορφώνει ενιαία αντίληψη, δημιουργεί νοητικό διάγραμμα, καταλήγοντας στο ερώτημα: Πώς θα επιτευχθεί ανώτερη συγκρότηση των οργανωμένων δυνάμεων συνολικά - κομματικών και κινήματος.
Ανώτερη συγκρότηση σημαίνει μαχητική, αταλάντευτη στάση, αντοχή, στρατηγική σταθερότητα, αποτελεσματική αντιμετώπιση του συνόλου των πιέσεων προσαρμογής, οργάνωση της διαδικασίας ταξικής πολιτικής χειραφέτησης και διεύρυνσης πρωτοπόρων δυνάμεων για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Η απαίτηση είναι πιο γρήγορα, πιο σταθερά βήματα, ετοιμότητα όλου του Κόμματος μπροστά στα σύνθετα καθήκοντα της ταξικής πάλης, με τα οποία ήδη αναμετριόμαστε.
Είναι σημαντική η αποφυγή της επανάληψης όσων έχουμε καιρό διαπιστώσει, η οποία προβάλλει νοητική δυσκινησία και αντίσταση στην αφομοίωση, ενώ η συνεχής, διεξοδική περιγραφή της κατάστασης και των δυσκολιών αναδεικνύει καθοδηγητική υποχώρηση και εκφράζεται ως πλευρά της συνολικότερης πλαδαρότητας που επιδεικνύουμε.
Το κύριο είναι να φέρουμε στο προσκήνιο την ανάγκη του σήμερα και για τις δυνάμεις μας και για το κίνημα, ανοίγοντας τη διέξοδο, και αυτό σημαίνει: Ιδεολογικοπολιτική θωράκιση, σταθερή παρουσία και παρέμβαση, ανάδειξη των αιτιών, του ενόχου, υπεράσπιση του σοσιαλισμού του 20ού αιώνα, αντεπίθεση στον αντικομμουνισμό και όχι άμυνα. Ο σχεδιασμός πρέπει να διαμορφώνει πρόθεση, αμφισβήτηση, κατανόηση της αναγκαιότητας, αφοσίωση στην κατεύθυνση, πίστη στον νομοτελειακό χαρακτήρα της ταξικής πάλης, ετοιμότητα για τη μεγαλύτερη θυσία, αλλά και «τεχνική» ικανότητα, μεθοδολογικά εργαλεία σκέψης και πράξης. Η οργανωτική συγκρότηση εκφράζεται στην ιδεολογικοπολιτική ισχυροποίηση και σε λειτουργικά μέτρα, τα οποία δεν πρέπει να κατανοούνται στενά, ως ορισμένα στοιχεία, όπως η συχνότητα της επαφής, αλλά χρειάζεται να δίνεται περιεχόμενο. Για παράδειγμα, κατά τον σχεδιασμό και την οργάνωση μιας παρέμβασης χρειάζεται να διασφαλίζεται επαρκής και συλλογική γνώση των δυσκολιών, των «κρυφών» πλευρών μιας πιθανής υποχώρησης, αδυναμιών, φόβων που αντιμετωπίζουν τα μέλη μιας ΚΟΒ, των αιτιών που αυτά δεν έχουν αντιμετωπιστεί. Ενας σύντροφός μας, όταν συστηματικά απουσιάζει από τη δράση, όταν «επιλέγει» το τι και πότε θα κάνει, αποδεικνύει πως υπάρχουν πολλά που δεν εμπιστεύεται στο Κόμμα του, πολλές πιέσεις που δέχεται που τον καθίζουν στην κομματική απραξία και τελικά ανοίγουν ρωγμές στον αντίπαλο. Συχνά, αυτό κάνει «δύσκολη» την καθοδηγητική αντιμετώπιση, ξεσκεπάζει αδυναμίες, υποχώρηση και μετατόπιση της ευθύνης. Η δυσκολία ενός συντρόφου που δρα στο κίνημα να αντιπαρατεθεί σε ό,τι χρειάζεται φανερώνει πρώτα και κύρια καθοδηγητικές αδυναμίες, υποτίμηση του υπόβαθρου μιας πράξης - εδώ πρέπει να σταθούμε σήμερα. Για να μπορεί κανείς να αξιοποιεί τη στάση του αντιπάλου στην αντιπαράθεση, που αυτό είναι πράγματι παρέμβαση και διαπάλη, χρειάζεται προηγούμενη ολόπλευρη μελέτη σχεδιασμένα, με διάρκεια. Διαφορετικά, θα αξιοποιείται όπου δεν απαιτείται σύγκρουση, σε «εύκολους» οπαδούς, όπου δεν φανερώνονται ανέτοιμες πλευρές και δεν χρειάζονται πολλές εξηγήσεις.
Σε κάθε Κομματική Οργάνωση Βάσης πρέπει να αποτελεί καθοδηγητικό «πονοκέφαλο» το πώς θα επανακαταγράφουμε και θα επικαιροποιούμε έγκαιρα, μεθοδικά και συστηματικά τόσο τον χώρο δράσης όσο και τα υποκείμενα που δρουν μέσα σε αυτόν, το επίπεδο και τις πλευρές τις διαπάλης που αναπτύσσεται και το μερίδιο ευθύνης που έχουμε στην κατεύθυνση όξυνσής της. Ταυτόχρονα, κρίσιμο είναι το πώς οργανώνουμε, εξειδικεύουμε την παρέμβαση και επανεξετάζουμε στη συνέχεια το περιεχόμενό της, τα βήματά μας, πώς συμπεραίνουμε, ξεχωρίζουμε ό,τι μπορεί να αποτελέσει συλλογική πείρα, πώς γενικεύουμε και αφομοιώνουμε.
Αυτό για να μπορεί να γίνεται χρειάζεται να καταπιανόμαστε με την εξειδίκευση κατανοώντας την ως μια σύνθετη μορφή και διαδικασία, που ενώ εμπεριέχει τον επιμερισμό, τον προσδιορισμό ειδικών πλευρών ενός κλάδου, ενός τομέα, υπηρετεί και αντανακλά με ενιαίο συνεχή τρόπο την κατεύθυνση των πλαισίων πάλης σε κρίσιμα ζητήματα στρατηγικής, συντονισμού της δράσης που αφορούν για παράδειγμα στην ανάδειξη του χαρακτήρα του πολέμου και στον προσανατολισμό της οικονομίας με βάση τις ανάγκες του κεφαλαίου, στην αποκάλυψη της σκόπιμης λειτουργικής οργάνωσης των αστικών τάξεων σε ιμπεριαλιστικές ενώσεις και στο περιεχόμενο της ενιαίας επίθεσης που εξαπολύουν σήμερα απέναντι στην εργατική τάξη σε κάθε τόπο, αυξάνοντας τον βαθμό εκμετάλλευσης.
Η εξειδίκευση πρέπει να μπορεί να φωτίζει, μέσω αφαίρεσης και εστίασης, τον χαρακτήρα του εκμεταλλευτικού συστήματος, όλα τα μέρη που σκιάζονται κατά τη γενική θέαση, τις επιμέρους αντιθέσεις και αντιφάσεις ως παράγωγα της κύριας, βασικής αντίθεσης κεφαλαίου - εργασίας, που μπορούν να λυθούν μονάχα στην επίλυση αυτής της αντίθεσης, μέσω του δρόμου της επαναστατικής ανατροπής και τη νέα οργάνωση του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων, με έδρα τις σχέσεις παραγωγής, στον σοσιαλισμό - κομμουνισμό. Απαραίτητο στοιχείο μεθόδευσης της δουλειάς αποτελεί επίσης ο ορισμός των εργαλείων, ακόμα και η δημιουργία τους, όπου δεν το έχουμε κάνει, ο προσδιορισμός του τι χρειάζεται να διερευνήσουμε, να γνωρίζουμε, να λύσουμε. Ολα τα παραπάνω πρέπει να διαπνέονται από την αταλάντευτη στάση και αγωνία να φανερώνονται οι αδυναμίες, όσο «άσχημες» κι αν μοιάζουν, να εντοπίζονται οι ανάγκες, να προκαλείται σύγκρουση με παγιωμένες πρακτικές.
Σήμερα χρειάζεται να ιεραρχείται σταθερά η ανάδειξη του περιεχομένου της πρότασής μας, σε κάθε τομέα, σε αντίθεση με τον αντιδραστικό χαρακτήρα του αστικού κράτους. Να προβάλλεται η ερμηνεία του Κόμματός μας για τις αιτίες των δυσκολιών που αντιμετωπίζει κανείς στην εργασία του, στην καθημερινότητά του, αλλά και ο τρόπος αναμέτρησης με αυτές. Ολοι όσοι δουλεύουν πλάι μας, μας παρακολουθούν, χρειάζεται να γνωρίσουν και θεωρητικά και έμπρακτα, μέσω της συμμετοχής τους στις δράσεις που αναπτύσσονται, το Πρόγραμμα του Κόμματος. Και χρειάζεται πιο αποφασιστικά, συνδικαλιστικά στελέχη να «εκτίθενται» ως ομιλητές σε κομματικές συσκέψεις με ιδεολογικοπολιτικό περιεχόμενο, να γίνεται καθαρό πως οι κομμουνιστές είναι αυτοί που στο κίνημα βάζουν τις ανάγκες του λαού μπροστά αταλάντευτα, προβάλλοντας πλαίσιο που απαντά στις αγωνίες, αλλά δεν αποσπά τις σημερινές μάχες από τον δρόμο της ανατροπής και της λύσης.
Για να γίνεσαι κομμουνιστής και να τιμάς το περιεχόμενο και τη μορφή πρέπει να τηρείς τις αρχές και τους κανόνες λειτουργίας, να κατακτάς επαναστατική ετοιμότητα, να επαγρυπνείς, έχοντας αδιάλλακτη στάση απέναντι στην εργοδοσία και στο κράτος. Κάθε μέρα αναμετριόμαστε σκληρά με αυτό και κάθε μέρα προτού κοιμηθούμε πρέπει να μας απασχολεί αν τα καταφέραμε. Και αν διαπιστώνουμε πως ήμασταν λιγότεροι από την ανάγκη χτες, να ξυπνάμε με αυτόν τον σκοπό, τι θα κάνουμε γι' αυτό σήμερα.