Ο Μεταξάς με υποστηρικτές της κυβέρνησής του |
Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου - ή δικτατορία Μεταξά - ήταν ήδη γεγονός. Στο σημερινό ιστορικό αφιέρωμα αντλούμε στοιχεία γι' αυτήν την περίοδο από το Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, τόμος Α2 κεφάλαιο 9, όπου όποιος επιθυμεί μπορεί να αναζητήσει και τις σχετικές παραπομπές.
Από τις πρώτες πράξεις της δικτατορίας ήταν τα διατάγματα που προέβλεπαν: Την αναστολή των διατάξεων 8 άρθρων του Συντάγματος σε όλο το κράτος, τη διάλυση της Βουλής και την επιστράτευση των εργαζομένων σε υπηρεσίες «δημόσιας ωφελείας» (σιδηροδρομικοί, τροχιοδρομικοί κ.ά.).
Το απόγευμα της 4ης Αυγούστου προηγήθηκε συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, στην οποία οι αστυνομικές και στρατιωτικές αρχές υποστήριξαν ότι υπήρχαν «υπεύθυνοι πληροφορίαι κατά τας οποίας η κηρυχθησομένη γενική απεργία θα μετεβάλλετο εις στασιαστικήν εκδήλωσιν με αντικειμενικόν σκοπόν την ανατροπήν του νόμιμου πολιτικού και κοινωνικού καθεστώτος της χώρας». Αυτό ήταν και το πρόσχημα για την απόφαση της συγκέντρωσης όλων των εξουσιών στα χέρια της κυβέρνησης. Ανάμεσα στις αιτίες της «μεταβολής» προβαλλόταν και η ανικανότητα της Βουλής που προέκυψε από τις εκλογές του Γενάρη του 1936 «να δώση κυβέρνησιν εις την χώραν», ανικανότητα που αποδείχθηκε και από τις «αθεράπευτες κομματικές αντιθέσεις» και τις «προσωπικές έριδες».
1939: Εξόριστοι κομμουνιστές στην Ανάφη |
Η επιβολή της δικτατορίας εξυπηρετούσε την ανάγκη της αστικής τάξης να θωρακίσει ακόμα περισσότερο την εξουσία της, σε συνθήκες όξυνσης των ενδοαστικών αντιθέσεων και ενόψει του επερχόμενου Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ταυτόχρονα υπήρχε και ο φόβος του εργατικού - λαϊκού κινήματος. Ο κίνδυνος για την αστική εξουσία μπορεί να μην ήταν άμεσος, όπως επικαλούνταν η προπαγάνδα της 4ης Αυγούστου, έπρεπε όμως να ενταθούν τα κατασταλτικά μέτρα αποτροπής αυτού του κινδύνου, να χτυπηθεί και να αντιμετωπιστεί το ΚΚΕ αποφασιστικά.
Η παρατεταμένη αστάθεια του αστικού πολιτικού συστήματος, με τελευταίο «επεισόδιο» την αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης, που επικαλέστηκε και ο Μεταξάς, έκανε αδύνατη τη συνέχιση της λειτουργίας του με την ίδια (την κοινοβουλευτική) μορφή. Ειδικά σε συνθήκες προετοιμασίας και διεξαγωγής του πολέμου, που απαιτούσαν πιο συγκεντρωτική άσκηση της κρατικής εξουσίας και ταχύτατη λήψη αποφάσεων, οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες, μπλεγμένες μάλιστα στη διελκυστίνδα των ενδοαστικών αντιθέσεων, αποτελούσαν για την αστική τάξη μια επικίνδυνη πολυτέλεια.
Τις διεθνείς συνθήκες που επικρατούσαν την περίοδο εγκαθίδρυσης της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, και σημαδεύονταν από τις προετοιμασίες για την επερχόμενη πολεμική σύρραξη, αποτυπώνουν μια σειρά γεγονότα. Από τα πιο χαρακτηριστικά ήταν η δημιουργία του «Αξονα Ρώμης - Βερολίνου» (25 Οκτώβρη 1936) και ακόμα περισσότερο το γεγονός ότι στις 25 Νοέμβρη 1936 η Γερμανία με την Ιαπωνία υπέγραψαν το Σύμφωνο ενάντια στην Κομμουνιστική Διεθνή, γνωστό ως «Αντικομιντέρν», που αφορούσε τον κοινό αγώνα των δύο αστικών κρατών «ενάντια στον μπολσεβικισμό».
Μετά την υπογραφή του Συμφώνου, ο Γιόζεφ Γκέμπελς δήλωσε:
«Ο κόσμος δεν θέλει ακόμη να παραδεχθή το μέγεθος του μπολσεβικικού κινδύνου. Εάν ημείς καλούμεν από τόσο καιρού ήδη τα έθνη της Ευρώπης να λάβωσι σοβαρά μέτρα αμύνης κατά των υπονομεύσεων του κομμουνισμού, το πράττομεν προς το συμφέρον του κοινού ευρωπαϊκού πολιτισμού μας».
Το κεφάλαιο στήριξε άμεσα τη δικτατορία, και με τη συμμετοχή εκπροσώπων του στις κυβερνήσεις της. Ο Ανδρέας Χατζηκυριάκος, ιδιοκτήτης της τσιμεντοβιομηχανίας «ΑΓΕΤ Ηρακλής» και πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχάνων και Βιοτεχνών Ελλάδας, που είχε πρωτοστατήσει στη σφαγή των εργατών στο Πασαλιμάνι το 1923, ανέλαβε το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας στην πρώτη δικτατορική κυβέρνηση. Η Εθνική Τράπεζα εκπροσωπήθηκε επίσης με υψηλόβαθμα νυν και πρώην στελέχη της στις κυβερνήσεις της 4ης Αυγούστου (Αλέξανδρος Κορυζής, Ιωάννης Αρβανίτης, Α. Αποστολίδης, Δ. Μάξιμος).
Με βάση τα στοιχεία για 38 υπουργούς και στελέχη της δικτατορίας, έχει υπολογιστεί ότι το 10% ήταν τραπεζικά στελέχη και το 6% βιομήχανοι ή άλλοι επιχειρηματίες.
Το καθεστώς της 4ηςΑυγούστου ήταν αστική δικτατορία, που ενσωμάτωσε στην ιδεολογία και στην πρακτική της «δάνεια» και επιρροές από τον φασισμό και τον ναζισμό (ναζιστικός χαιρετισμός, ίδρυση της Εθνικής Οργάνωσης Νέων με στρατιωτικοποιημένη δομή, «σωματειακή» οργάνωση της κοινωνίας). Η 4η Αυγούστου ξεπέρασε τις προκατόχους της κυβερνήσεις όσον αφορά τον αντικομμουνισμό και τη θηριωδία ενάντια στο ΚΚΕ και στο εργατικό - λαϊκό κίνημα.
Μία από τις χαρακτηριστικότερες εκδηλώσεις του αντικομμουνιστικού μένους της 4ης Αυγούστου ήταν το κάψιμο «κομμουνιστικών εντύπων» σε δημόσιους χώρους. Τα βιβλία που ρίχτηκαν στην πυρά είχαν κατασχεθεί από βιβλιοπωλεία και από σπίτια συλληφθέντων. Ανάμεσα στα βιβλία που κάηκαν δεν ήταν μόνο έργα κομμουνιστών, αλλά και του Τολστόι, του Δαρβίνου, του Παπαδιαμάντη, του Μπέρναρντ Σο, του Φρόιντ κ.ά. Ενδεικτικά, στις 16 Αυγούστου 1936 κάηκαν 12.000 έντυπα στην πλατεία του Λευκού Πύργου στη Θεσσαλονίκη, κατόπιν διαταγής του Γ' Σώματος Στρατού.
Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου εφάρμοσε στοιχεία της κεϊνσιανής θεωρίας περί «κρατικής ρύθμισης της καπιταλιστικής οικονομίας», που ακολούθησαν αρκετά καπιταλιστικά κράτη μετά την οικονομική κρίση στα 1929 - 1933, συμπεριλαμβανομένου του γερμανικού.
Η παρέμβαση του κράτους δεν πήρε τη μορφή της «διευθυνόμενης οικονομίας», για την οποία μιλούσε το καθεστώς, ενίσχυσε όμως το κεφάλαιο μέσω της εκτέλεσης δημόσιων έργων και της επιβολής «ηρεμίας» και «γαλήνης» στους χώρους δουλειάς. Η μεγαλύτερη ίσως «προσφορά» της 4ης Αυγούστου στο κεφάλαιο ήταν η επιβολή της «εργασιακής ειρήνης», μέσω της απαγόρευσης των απεργιών, του ελέγχου των σωματείων κ.ά.
Το ΚΚΕ υπήρξε ο βασικός, ο ταξικός αντίπαλος της 4ης Αυγούστου, που διακηρυγμένος της στόχος ήταν η καταπολέμηση του κομμουνισμού. Με ιδιαίτερη μανία η δικτατορική κυβέρνηση και τα κρατικά όργανα επιτέθηκαν στο ΚΚΕ και στην ΟΚΝΕ, με στόχο την πολιτική και ηθική τους εξόντωση, μαζί και σε ορισμένους συνεργαζόμενους με το ΚΚΕ.
Από την πρώτη μέρα - για την ακρίβεια νύχτα - της δικτατορίας, η Γενική Ασφάλεια Αθηνών και η Ειδική Ασφάλεια έθεσαν σε εφαρμογή, όπως είχαν διαταχθεί, σχέδια σύλληψης στελεχών του ΚΚΕ, τα οποία όμως εκείνη τη στιγμή δεν είχαν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Στο «Μυστικόν Αρχείον» του Κ. Μανιαδάκη αναφέρεται χαρακτηριστικά:
«Το ΚΚΕ είχε και αυτό τας πληροφορίας του περί των προθέσεων του αειμνήστου Μεταξά. Ολίγας ημέρας προ της μεταβολής είχεν αρχίσει να θέτει εις ενέργειαν τον παράνομόν του μηχανισμόν. Ως εκ τούτου, αι διαταχθείσαι συλλήψεις την νύκτα της 4ης Αυγούστου δεν είχον την προσδοκωμένην επιτυχίαν. Τα σπουδαιότερα στελέχη του ΚΚΕ είχον εξαφανισθή. Από αυτά συνελήφθησαν μόνον οι Σ[ι]άντος και Θέος, που ενεφάνιζον τότε την "νόμιμον" πλευράν του ΚΚΕ και οι οποίοι αργότερα εδραπέτευσαν (...) διά να ξανασυλληφθούν».
Αμέσως μετά την επιβολή της, η δικτατορία προχώρησε στη θέσπιση αντικομμουνιστικού νομικού πλαισίου. Στις 12 Αυγούστου 1936 συγκροτήθηκε το υφυπουργείο Δημόσιας Ασφάλειας. Δύο μέρες μετά διορίστηκε στη θέση του υφυπουργού ο Κωνσταντίνος Μανιαδάκης, ο οποίος αποτέλεσε την «ψυχή» της αντικομμουνιστικής δράσης.
Με βάση το νομοθετικό πλαίσιο που συγκρότησε η δικτατορία προχώρησε σε μαζικές συλλήψεις, φυλακίσεις και εκτοπίσεις σε ξερονήσια. Επίσης, επικήρυξε στελέχη του Κόμματος. Στις 10 Νοέμβρη 1936 το ΠΓ της ΚΕ κατήγγειλε την εκτόπιση 1.000 ατόμων από τη μέρα της εγκαθίδρυσης της δικτατορίας, τη φυλάκιση 330 με διάφορες ποινές, καθώς και ότι «καταζητούνται χιλιάδες ολόκληρες άνθρωποι, επειδή είναι εχθροί της δικτατορίας». Στη συνέχεια ο αριθμός των εξόριστων και φυλακισμένων αυξήθηκε, φτάνοντας το 1939 τους 2.000 περίπου.
Συνολικά ήταν χιλιάδες όσοι συνελήφθησαν στα χρόνια του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Οι συλληφθέντες κομμουνιστές και άλλοι αγωνιστές υποβάλλονταν σε σκληρά βασανιστήρια: Ρετσινόλαδο, πάγος, φάλαγγα, ξερίζωμα νυχιών κ.ά.
Την επόμενη μέρα της κήρυξης της δικτατορίας κυκλοφόρησε έκτακτη - παράνομη έκδοση του «Ριζοσπάστη», με Διακήρυξη της Κεντρικής Επιτροπής. Η ΚΕ απευθυνόταν σε «ολόκληρο τον λαό της χώρας», τον οποίο ενημέρωνε ότι «η δολοφόνα συμμορία του Μεταξά - Σκυλακάκη, με την εντολή της πλουτοκρατίας, της μοναρχίας και του χιτλερισμού, εγκαθίδρυσε στην Ελλάδα στρατιωτικοφασιστική διχτατορία». Υπογράμμιζε δε τις ευθύνες του Γεωργίου Β', τον οποίο χαρακτήριζε «άμεσο συνένοχο και υπεύθυνο όλων των εγκλημάτων της».
Στην πρώτη αυτή τοποθέτησή της η ΚΕ εκτιμούσε ότι η δικτατορία οδηγεί στον «ολοκληρωτικό αφανισμό» και χαρακτήριζε «υπέρτατο λαϊκό και εθνικό συμφέρον της στιγμής» το γκρέμισμα της δικτατορίας «με όλα τα μέσα της μαζικής λαϊκής πάλης». Ο λαός θα έπρεπε «να αποφασίσει ο ίδιος με εκλογές συνταχτικής συνέλευσης με αναλογική, για την κατάσταση και το μέλλον του», να σχηματίσει παντού επιτροπές λαϊκής σωτηρίας, να δημιουργήσει παντού το Λαϊκό Μέτωπο, να οργανώσει την ανατροπή του Μεταξά. Στο πλευρό του λαού «δίχως κανένα δισταγμό» καλούνταν να σταθούν οι στρατιώτες και οι αντιφασίστες αξιωματικοί.
Την ίδια μέρα, σύμφωνα με τον «Ριζοσπάστη», η απεργία που είχε προκηρυχθεί πριν την κήρυξη της δικτατορίας σημείωσε επιτυχία. Παρά τον στρατιωτικό νόμο και την επιστράτευση μιας σειράς κλάδων, μόνο στην Αθήνα πήραν μέρος 40 χιλιάδες εργάτες. Στο Αγρίνιο έγινε παγκαπνεργατική απεργία ενάντια στη δικτατορία. Από το πρωί της 4ης Αυγούστου επίσης βρισκόταν σε εξέλιξη απεργία των καπνεργατών της Καβάλας. Η απεργία επεκτάθηκε και στη Δράμα, στο Πράβι (Ελευθερούπολη Καβάλας), στις Σέρρες και στη Θράκη. Κράτησε περίπου δυο βδομάδες και αντιμετωπίστηκε με άγρια τρομοκρατία.
Τρεις μέρες μετά την 4η Αυγούστου συνήλθε η ΚΕ του ΚΚΕ και συζήτησε πάνω στην κήρυξη της δικτατορίας και στα καθήκοντα του Κόμματος.
Το «μοναρχοφασιστικό πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου», εκτιμούσε η ΚΕ στην ομόφωνη Απόφασή της, «εκδηλώνει την απόφαση των πιο αντιδραστικών κύκλων των Ελλήνων εκμεταλλευτών, της μοναρχίας, της φασιστικής στρατοκρατίας και των ξένων ληστών που κρύβονται από πίσω τους, να επιβάλουν με την πιο ωμή τρομοκρατική δολοφονική βία τη θέλησή τους πάνω στον λαό, που δεν πίστευσε στη μοναρχοπλουτοκρατική απάτη και προχωρεί στην πάλη για το δικό του, αντιφασιστικό, δημοκρατικό ξεκαθάρισμα των ζωτικών εσωτερικών και εξωτερικών προβλημάτων».
Η πολιτική της δικτατορίας, σημειωνόταν παρακάτω, «δεν μπορεί παρά να είναι δέκα φορές χειρότερη απ' την πολιτική που ο δολοφόνος Μεταξάς εφάρμοσε στις 9 Μάη στη [Θεσσαλονίκη], απ' την πολιτική της ρεμούλας και του πλιάτσικου, της καταστροφής και του ξεπουλήματος που εφάρμοσε μέχρι σήμερα ο Μεταξάς (...) Το λαϊκό ξεζούμισμα θα ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Το ξεπούλημα της Ελλάδας στους ξένους θα ολοκληρωθεί. Η αρπαγή και η ρεμούλα, το ξεχαρβάλωμα και το πλιάτσικο θα γενικευθούν».
Με βάση αυτήν την Απόφαση, οι Κομματικές Οργανώσεις καλούνταν να αναπροσαρμόσουν τη δουλειά τους στις νέες συνθήκες της σκληρής παρανομίας.
Στο Δοκίμιο Ιστορίας, στη σύνοψη βασικών συμπερασμάτων από την πάλη του ΚΚΕ στον Μεσοπόλεμο, αφού επισημαίνεται η αδυναμία του ΚΚΕ «να διαμορφώσει, σε σταθερή βάση, στρατηγική που θα εξασφάλιζε τον αυτοτελή κοινωνικό - πολιτικό ρόλο της εργατικής τάξης», αναφέρεται μεταξύ άλλων: «Τον πιο σημαντικό ρόλο στην πορεία του ΚΚΕ έπαιξαν οι Αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας της ΚΕ (1934) και ιδιαίτερα του 6ου Συνεδρίου (1935), που στηριζόταν στο 7ο Συνέδριο της ΚΔ (1935).
Το 7ο Συνέδριο διαχώριζε την "εξουσία" του χρηματιστικού κεφαλαίου από τα συμφέροντα του βιομηχανικού κεφαλαίου. Αντίστοιχα, διαχώριζε τα καπιταλιστικά κράτη σε φασιστικά και δημοκρατικά. Ως συνέπεια αυτού του διαχωρισμού ιδεολογικοποιήθηκε η συμμαχία του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος με τμήμα αστικών δυνάμεων και κρατών, αδυνάτισε η ταξική ετοιμότητα απέναντι στην αντίπαλη τάξη (...) Σε αυτήν τη βάση το 6ο Συνέδριο του ΚΚΕ αποφάσισε τη συνεργασία με όλα τα κόμματα και τις οργανώσεις που απέκρουαν τον φασισμό και τη δικτατορία, για τη συγκρότηση του αντιφασιστικού Λαϊκού Μετώπου. Με αυτήν τη στρατηγική βρέθηκε το ΚΚΕ μπροστά στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Θεμελιακής σημασίας δίδαγμα από την Ιστορία του ΚΚΕ στα χρόνια του Μεσοπολέμου αποτελεί η στάση που πρέπει να κρατά κάθε ΚΚ απέναντι στην αστική δημοκρατία. Το ΚΚ αντιτίθεται στην αστική δημοκρατία από τη σκοπιά μιας ανώτερης δημοκρατίας, της σοσιαλιστικής. Τοποθετείται και παλεύει ενάντια στην αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία, ως μορφή της εξουσίας του κεφαλαίου, η οποία είναι εκμεταλλευτική, γιατί αποτελεί τη νομική - πολιτική έκφραση της υπεράσπισης της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας (...) Οι συνθήκες στις οποίες ξετυλίγεται η δράση του ΚΚ ασφαλώς το ενδιαφέρουν, από την άποψη των καλύτερων δυνατοτήτων οργάνωσης της ταξικής πάλης και διαφώτισης των μαζών. Αγωνίζεται και διεκδικεί ελευθερίες για το ίδιο και την εργατική τάξη, αλλά όχι ως αυτοσκοπό, και δίχως να εγκλωβίζεται πολιτικά στο δίλημμα "αστική δημοκρατία ή φασισμός". Θεωρεί τον φασισμό δολοφονικό όπλο του κεφαλαίου και τον πολεμά, πολεμώντας ταυτόχρονα συνολικά το αστικό κράτος και την πολιτική των κομμάτων του, για να ξεριζωθούν έτσι και οι αιτίες που τον τρέφουν».