Τρίτη 7 Δεκέμβρη 1999
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Ημερίδα για την Οικονομία

Συμπληρώνεται σήμερα μια βδομάδα απο την προηγούμενη Τρίτη, όταν ο «Ρ» άρχισε να δημοσιευει τα υλικά απο την ημερίδα της ΚΕ του ΚΚΕ για τις εξελίεξις τις τάσεις και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Ηδη έχει δημοσιευτεί ο κυριότερος όγκος των υλικών, ενώ η ολοκλήρωση των δημοσιεύσεων θα ολοκληρωθεί μέσα σ' αυτή την βδομάδα.

Σήμερα παρουσιάζονται ακόμα δύο παρεμβάσεις: Του Φ.Βώρου, ο οποίος με ιδιαίτερα γλαφυρο τρόπο αναφέρθηκε στο πανάρχαιο αίτημα της κοινωνίας για δωρεάν μόρφωση και του Μ. Κάχρη, που ανέλυσε ζητήματα πο υέσουν σχέση με τις διεθνείς εμπορικές σχέσεις

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΧΡΗΣ
Οι πλούσιες χώρες εξάγουν εξαθλίωση!
  • Ψευδεπίγραφες οι θεωρίες περί ελευθερίας του διεθνούς εμπορίου. Ο βαθμός ελευθερίας του αποδεικνύεται και από τη στάση των ΗΠΑ, με τη χρησιμοποίηση εμπορικών αποκλεισμών και κυρώσεων, ενάντια σε χώρες του κόσμου όπως η Κούβα, το Ιράν, το Ιράκ
  • Συνεχής η διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος της χώρας μας

Οι διεθνείς οικονομικές και ειδικότερα οι εμπορικές σχέσεις ήταν το κύριο αντικείμενο της παρέμβασης του Μιχάλη Κάχρη από το Οικονομικό Τμήμα της ΚΕ του Κόμματος. Ο ομιλητής αναφέρθηκε σε σύγχρονες θεωρίες περί της δήθεν ελευθερίας των εμπορικών σχέσεων και παρουσίασε τις εξελίξεις στο εμπορικό ισοζύγιο της χώρας μας. Ο Μιχ.Κάχρης είπε:

«Αγαπητοί σύντροφοι, συντρόφισσες, φίλες και φίλοι,

Εκείνο που προξενεί θα έλεγα ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον, προς διερεύνηση και αξιολόγηση συμπερασμάτων, είναι οι εξελίξεις που συνδέονται με τις διεθνείς οικονομικές - εμπορικές σχέσεις και διασύνδεσή τους με την εμπορική πολιτική της χώρας μας.

Αυτό που σήμερα προβάλλεται σαν «παγκοσμιοποίηση», είναι η τάση να συγκροτηθούν διακρατικές περιφερειακές ενώσεις, υπό την κυριαρχία και ηγεμονία των τριών μεγάλων οικονομικών δυνάμεων. Η τάση αυτή δεν είναι άλλη από την τάση του οικονομικού καπιταλιστικού συστήματος, για περισσότερη διεθνοποίηση. Με τη δημιουργούμενη με ταχείς ρυθμούς κατάσταση, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ενός παγκόσμιου οικονομικού εμπορικού πολέμου, αν αυτό δεν έχει ήδη αρχίσει. Και αυτό βεβαίως είναι η αντικειμενική εικόνα, γιατί η ροπή κάθε ιμπεριαλιστικής δύναμης, υπό τη μορφή της διακρατικής περιφερειακής ένωσης, προς επέκταση σε νέες γεωγραφικές περιοχές, η τάση για την κατάκτηση της παγκόσμιας κυριαρχίας και ηγεμονίας, δημιουργεί προϋποθέσεις συγκρούσεων. Ενας ολόκληρος κόσμος, εγκλωβισμένος σε ανταγωνιστικούς εμπορικούς συνασπισμούς, δεν αποκλείει τις δυνατότητες εμπορικών πολέμων και βαθιών οικονομικών υφέσεων.

Ο Μιχάλης Κάχρης
Ο Μιχάλης Κάχρης

Τα πάντα για τις πολυεθνικές

Οι κανόνες των διεθνών οικονομικών σχέσεων, και των εμπορικών κατ' επέκταση, διαμορφώνονται έτσι ώστε να εκφράζουν τις απόψεις και τα συμφέροντα της εκάστοτε ισχυρότερης χώρας. Ουσιαστικά όμως, τα συμφέροντα των πολυεθνικών εταιριών, οι οποίες συνδέονται, είτε εμμέσως είτε αμέσως, με τα δίκτυα του διεθνούς εμπορίου.

Αναμφίβολα η «γένεση» των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αλλά και των άλλων διεθνών ιμπεριαλιστικών οργανισμών - όπως NAFTA, ASEAN κλπ.- διαθέτουν αυτά τα χαρακτηριστικά, τα οποία κινούνται στα πλαίσια της διεθνοποίησης του εμπορίου, ενός καθεστώτος ελεύθερης ή σχεδόν ελεύθερης διακίνησης προϊόντων και υπηρεσιών ανά τον κόσμο.

Ομως, τα δομικά στοιχεία που συνθέτουν τη βάση, πάνω στην οποία στηρίζεται και λειτουργεί η οποιαδήποτε μορφή ενιαίας αγοράς, είναι δύο:

  • Πρώτον, η κατάργηση του αποκαλούμενου εθνικού προστατευτισμού.
  • Δεύτερον, η εγκαθίδρυση ενός γιγαντιαίου προστατευτισμού, στα όρια της ενιαίας αγοράς.

Η κατάργηση του αποκαλούμενου εθνικού προστατευτισμού και η απορρόφησή του από τον κοινοτικό, έχει σαν αποτέλεσμα, μεταξύ των άλλων, και τη θέσπιση περιορισμών στην εθνική εξαγωγική δραστηριότητα.

Οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις άλλωστε, ποτέ δεν έπαψαν να ασκούν προστατευτική πολιτική, εναντίον αλλήλων, με διάφορα μέσα. Για παράδειγμα, στις Ηνωμένες Πολιτείες ανέκαθεν αποτελούσε πρόβλημα η διείσδυση ιαπωνικών βιομηχανικών προϊόντων και από την άλλη η GATT, κοινή αγροτική πολιτική, της Ευρωπαϊκής Ενωσης ως εμπόδιο για τις αμερικανικές γεωργικές εξαγωγές.

Η Ιαπωνία εξάλλου, αντιμετωπίζει συχνές διαμαρτυρίες για την τακτική της «κλειστής αγοράς», που θεωρούνταν ότι εξέφραζαν τα σχετικά χαμηλά επίπεδα των εισαγωγών της. Η ύπαρξη αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων στους κόλπους των ιμπεριαλιστικών συνασπισμών, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ύπαρξη δυσχερειών στην επίτευξη συμφωνίας, μιας ατζέντας ενόψει της Διάσκεψης Κορυφής του ΠΟΕ, στο Σιατλ των ΗΠΑ.

Σε άρθρο του το «Economist», στις 13 του φετινού του Νοέμβρη, μεταξύ των άλλων αναφέρεται:«Υπάρχουν 77 παράγραφοι, οι οποίες έχουν μπει όλες σε παρένθεση. Που σημαίνει ότι τίποτα σχεδόν δεν έχει συμφωνηθεί. Οι προετοιμασίες για τον αποκαλούμενο "Γύρο της Χιλιετίας", στο Σιατλ των ΗΠΑ δεν προχωρούν καλά. Και αυτό οφείλεται στο ότι, όπως θα διαμορφωνόταν το προσχέδιο της ατζέντας, αποτελεί μάλλον έναν κατάλογο αντιφατικών και αλληλοσυγκρουόμενων θέσεων παρά μια βάση για διαπραγμάτευση». Αυτά τα λέει το «Economist».

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι κατά τη διάρκεια των 20-30 τελευταίων ετών, στο διεθνές εμπόριο αναπτύχθηκαν και σημαντικές μεταβολές σε πολλά επίπεδα. Στα πλαίσια των διεθνών εμπορικών εξελίξεων, δεν μπορεί να αγνοηθεί και η ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου, το οποίο αποτελεί μια μορφή επικοινωνίας, μέσω της οποίας μπορούν να γίνουν ανταλλαγές, χωρίς φυσική επαφή, χωρίς σχεδόν όρια χρόνου και αποστάσεων.

Σύμφωνα με διεθνείς εκτιμήσεις, έχει διαπιστωθεί η ύπαρξη μιας συνεχούς τάσης συγκέντρωσης του διεθνούς εμπορίου στη ζώνη των αναπτυγμένων χωρών, σε βάρος των υπολοίπων. Οι χώρες του αναπτυγμένου βιομηχανικά κόσμου, κατά τα τέλη της δεκαετίας του '80 και αρχές της δεκαετίας του '90, έλεγχαν το 70% του διεθνούς εμπορίου, έναντι 45%-50% πριν 2-3 δεκαετίες.

Η σημασία του εμπορικού ισοζυγίου

Υποστηρίζεται από πολλούς ότι η κατάσταση στην οποία βρίσκεται το εμπορικό ισοζύγιο μιας χώρας, δείχνει αν μια χώρα θεωρείται πλούσια ή φτωχή. Η άποψη αυτή δεν τεκμηριώνεται απόλυτα, δεδομένου ότι υπάρχουν πλούσιες χώρες, όπως οι ΗΠΑ, οι οποίες έχουν παθητικό εμπορικό ισοζύγιο, ενώ άλλες χώρες φτωχότερες, όπως, π.χ., η Βενεζουέλα, έχουν ενεργητικό εμπορικό ισοζύγιο. Γεννάται επίσης το ερώτημα: Μπορεί να υποστηριχτεί η άποψη ότι ο όγκος του διεθνούς εμπορίου μιας χώρας, ως ποσοστού του ΑΕΠ, αποτελεί κατά κάποιον τρόπο ένα μέτρο υπολογισμού του βαθμού εξάρτησης μιας χώρας από τη διεθνή αγορά;

Η απάντηση στο ερώτημα εξαρτάται από το αν οι εισαγωγές και οι εξαγωγές μιας χώρας συγκεντρώνονται σε νευραλγικούς τομείς της οικονομίας. Πέραν όμως αυτού, θα πρέπει να επισημανθεί και το αβάσιμο της αστικής άποψης που θέλει τον όγκο του διεθνούς εμπορίου ως ποσοστού του ΑΕΠ, να αποτελεί μέτρο μέτρησης του αποκαλούμενου Συγκριτικού Πλεονεκτήματος, το οποίο ενδεχομένως να απολαμβάνει μία χώρα, ένεκα της διεθνούς εξειδίκευσης σε ορισμένους κλάδους παραγωγής προϊόντων. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, που έχει κυριαρχήσει στις αστικές απόψεις, το διεθνές εμπόριο και η κατανομή της εργασίας που αυτό συνεπάγεται, προσφέρει δήθεν αμοιβαία οφέλη σε όλες τις χώρες, ανεξαρτήτως του επιπέδου ανάπτυξης και των διαφορών παραγωγικότητας της κάθε χώρας. Οι ιστορικές όμως ενδείξεις εμφανίζονται συχνά αντίθετες από τις όποιες προβλέψεις αυτού του «νόμου». Ειδικότερα, τα διαρκή ελλείμματα στα ισοζύγια πληρωμών των υποανάπτυκτων, αλλά και των υπό ανάπτυξη χωρών, δεν μπορούν να εξηγηθούν επαρκώς μέσα στα πλαίσια της θεωρίας του συγκριτικού πλεονεκτήματος. Το διευρυνόμενο συνεχώς χάσμα, μεταξύ των αναπτυγμένων και υποανάπτυκτων καπιταλιστικών χωρών, οδηγεί επίσης σε σημαντικές αμφισβητήσεις ως προς την εγκυρότητα της θεωρίας αυτής.

Το συμπέρασμα που βγαίνει, είναι ότι η αρχή που διέπει τη διεθνή εμπορευματική συναλλαγή, παρά τα όποια «αρμονικά» συμπεράσματα των απολογητών του αποκαλούμενου ελεύθερου εμπορίου και τις ιδεολογικά υπερτονισμένες διακηρύξεις τους για «ελεύθερη», «ισότιμη» και «αμοιβαία επωφελή» συναλλαγή, είναι ότι ο ουσιαστικός νόμος που επικρατεί στα πλαίσια της αναρχούμενης καπιταλιστικής παραγωγής και ανταλλαγής, είναι ο νόμος της υπεραξίας, δηλαδή του κέρδους.

Η ανάλυση των ανταλλαγών ανάμεσα στις αναπτυγμένες και τις υπόλοιπες χώρες οδηγεί στη διαπίστωση ότι η ανταλλαγή είναι άνιση. Από τη στιγμή που με ίση παραγωγικότητα η εργασία στην Περιφέρεια αμείβεται λιγότερο. Η παγκόσμια καπιταλιστική αγορά κυριαρχείται από ένα συγκεκριμένο νόμο σχηματισμού τιμών. Ο νόμος αυτός έχει σαν αποτέλεσμα, η άνιση αμοιβή των συντελεστών παραγωγής και ειδικότερα η άνιση αμοιβή του συντελεστή εργασία, δηλαδή η άνιση τιμή της εργατικής δύναμης, επιβάλλει την ανισότητα της ανταλλαγής. Αυτή η ανισότητα αμοιβής, επιβάλλει ένα διεθνή καταμερισμό της εργασίας όπου αναπόφευκτα είναι δυσμενής για τις φτωχές χώρες. Η ανισότητα της ανταλλαγής τείνει να αυξηθεί, αυτό είναι που λέμε επιδείνωση των όρων ανταλλαγής, συνεπώς τα φτωχά κράτη που συμμετέχουν στο διεθνή καταμερισμό της εργασίας, τείνουν να γίνουν όλο και φτωχότερα και τα πλούσια πλουσιότερα. Μήπως λοιπόν, με βάση τα παραπάνω, μπορεί να υποστηριχτεί η άποψη ότι στα πλαίσια της άνισης ανταλλαγής, οι πλούσιες χώρες εξάγουν εξαθλίωση;

Οι αστικές θεωρίες της εξωτερικής πολιτικής, θα μπορούσαν να διαχωριστούν σε δύο ομάδες:

  • Η πρώτη τάσσεται υπέρ της ελευθερίας των διεθνών οικονομικών σχέσεων
  • Η δεύτερη, υπέρ του περιορισμού της.

Ομως, τόσο το προστατευτικό σύστημα, όσο και η πολιτική του ελεύθερου εμπορίου, αντανακλούν τα συμφέροντα των διάφορων κύκλων της αστικής τάξης, σε διάφορες φάσεις της ανάπτυξής της. Το σύστημα του προστατευτισμού και της ελευθερίας του εμπορίου, είναι ζήτημα ανάμεσα στους επιχειρηματίες. Το ελεύθερο εμπόριο, ουσιαστικά δε βρίσκεται σε ανταγωνιστική σχέση με τον προστατευτισμό, αλλά τα μονοπώλια ενάντια στα μονοπώλια. Το ελεύθερο εμπόριο δεν «παλεύει» με τον προστατευτισμό, αλλά «παλεύει» ο ένας ιμπεριαλισμός με τον άλλο. Ο βαθμός ελευθερίας του εμπορίου αποδεικνύεται και από τη στάση των ΗΠΑ, με τη χρησιμοποίηση εμπορικών αποκλεισμών και κυρώσεων, ενάντια σε χώρες του κόσμου όπως η Κούβα, το Ιράν, το Ιράκ. Ενδεικτικό στοιχείο των περί του ελεύθερου εμπορίου απόψεων, αποτελεί επίσης άρθρο του «Economist» στις 25 του Σεπτέμβρη του 1999, το οποίο μεταξύ των άλλων, αναφέρει:«Οι πλούσιες χώρες μείωσαν το δασμολόγιό τους λιγότερο απ' ό,τι οι φτωχές χώρες. Οι πλούσιες χώρες είναι ειδικά προστατευμένες σε πολλούς τομείς, όπου οι αναπτυσσόμενες χώρες είναι ικανότερες στον ανταγωνισμό, όπως η γεωργία και η κλωστοϋφαντουργία».

Η εμπορική πολιτική της Ελλάδας

Οσον αφορά τώρα την εμπορική πολιτική της Ελλάδας, τουλάχιστον μέχρι το 1993, η πολιτική αυτή είχε περιοριστεί στην επιβολή δασμών στις εισαγωγές. Το 1949 η Ελλάδα προσχώρησε στην GATT (νυν ΠΟΕ). Το 1962 η χώρα συνδέθηκε με την ΕΟΚ. Χαρακτηριστικό ήταν ότι παρά την «προστατευτική γραμμή» που ακολουθούσε η χώρα μας, η οποία αποτελούσε και τη βασική της εμπορική πολιτική, δεν είχε θετική επίδραση στο εμπορικό ισοζύγιο, το οποίο εξακολουθούσε και εξακολουθεί να είναι ελλειμματικό. Οσον αφορά τη σύνθεση του εξωτερικού εμπορίου της χώρας, από τα στοιχεία διαπιστώνεται ότι σε όλη τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου, ο γεωργικός τομέας διατηρούσε σταθερά πλεονασματικό ισοζύγιο. Καθώς επίσης και σε ορισμένους παραδοσιακούς κλάδους και μεταποίησης. Για όλες τις άλλες κατηγορίες, τα ισοζύγια ήταν σταθερά ελλειμματικά. Το πλεόνασμα όμως αυτό του γεωργικού τομέα, μηδενίστηκε το 1985 και έκτοτε το ισοζύγιο και στις κατηγορίες αυτές είναι ελλειμματικό.

Η ελλειμματικότητα αυτή μάλιστα επιδεινώνεται συνεχώς. Η εισδοχή της χώρας μας στην ΕΟΚ το 1981 και η διαδικασία της πλήρους ενσωμάτωσης με την Ευρωπαϊκή Ενωση δημιούργησε και δημιουργεί νέα δεδομένα. Η εμπορική πιλιτική της χώρας, ενσωματώνεται στην αποκαλούμενη κοινή εμπορική πολιτική, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 113 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ενωση διαμορφώνεται πλέον βάσει ενιαίων αρχών, ιδίως όσον αφορά τη σύναψη δασμολογικών και εμπορικών συμφωνιών. Είναι το άρθρο 113 της Συνθήκης, παράγραφος 11.

Ας σημειωθεί ότι οι συμφωνίες που προβλέπονται από το άρθρο 113, παίρνονται με ειδική πλειοψηφία. Οπως προκύπτει άλλωστε, υπάρχει μία εντυπωσιακή άνοδος των εισαγωγών, έναντι των εξαγωγών, με σημαντική αρνητική επίδραση στη διαμόρφωση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου.

Στη δεκαετία του '80, το εξωτερικό εμπόριο της χώρας μας με τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με τη σημερινή τουλάχιστον σύνθεση, κατευθύνεται περίπου το 60% αυτού. Και σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας, την πρωτοκαθεδρία του εξωτερικού εμπορίου έχει η Γερμανία, στην οποία κατευθύνεται το 28,81% του συνολικού εξωτερικού εμπορίου της χώρας με την Κοινότητα και έπεται η Ιταλία, με ποσοστό 24,39%, η Γαλλία με 13,05% και η Μ.Βρετανία 11,27%.

Επίσης, όπως διαπιστώνεται, μεταξύ 1990-1997, το εμπορικό έλλειμμα της χώρας με την Ευρωπαϊκή Ενωση, αυξήθηκε κατά 57% περίπου, αποτελώντας το 65,81% του συνολικού εμπορικού ελλείμματος της αντίστοιχης περιόδου.

Το μεγαλύτερο ποσοστό του εμπορικού ελλείμματος της χώρας, υπάρχει με τις προαναφερόμενες χώρες. Από τα γενικότερα συνεπώς στοιχεία, προκύπτει ότι όχι μόνο η χώρα μας εμφανίζει το υψηλότερο εμπορικό έλλειμμα, αλλά παράλληλα είναι και η μόνη που παρουσιάζει συνεχή χειροτέρευση.

Κατά συνέπεια προκύπτει ένα ερώτημα. Πόσο ισχυρή μπορεί να θεωρείται η οικονομία της χώρας, όταν μαζί με τα υπάρχοντα προβλήματα διαπιστώνεται και αυξανόμενη εμπορική εξάρτηση, κυρίως με την Ευρωπαϊκή Ενωση.

Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί σε καμία περίπτωση η ανοδική τάση της πορείας της εμπορικής εξάρτησης της χώρας μας. Η ένταξη σε τέτοιους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Ενωση, όχι μόνο απαιτεί την εξάρτηση αλλά και τη θεσμοθετεί. Κατά συνέπεια, το εμπόριο πρέπει και είναι ανάγκη να μπει στην υπηρεσία της κοινωνίας. Με σκοπό την όσο το δυνατόν πληρέστερη ικανοποίηση των αυξανόμενων αναγκών της.

Ο προορισμός του πρέπει να είναι η άσκηση ενεργητικής επίδρασης πάνω στην παραγωγή, όπως και στη διαμόρφωση της καταναλωτικής ζήτησης. Ιδιαίτερα το εξωτερικό εμπόριο, πέραν του ότι πρέπει να πραγματοποιείται πάνω σε αμοιβαία επωφελείς όρους, που να ανταποκρίνονται στα συμφέροντα της ανάπτυξης της οικονομίας, της κάθε χώρας, πρέπει να αποτελέσει και ένα είδος συμπληρωματικής πηγής πόρων, για την ανάπτυξη τόσο της παραγωγής όσο και της κατανάλωσης. Μια τέτοια προοπτική ανάπτυξης του εμπορίου προϋποθέτει το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

Ευχαριστώ πολύ».

Φ. Κ. ΒΩΡΟΣ
Πανάρχαιο αίτημα η δωρεάν παιδεία

Η παραβίαση βασικών αρχών που πρέπει να διέπουν τη διαδικασία της εκπαίδευσης και ό,τι συμβαίνει σήμερα με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση οδηγούν σε ολικό αδιέξοδο

Σε ζητήματα που συνδέονται με την Εκπαίδευση - με έψιλον κεφαλαίο, όπως σημειώνει ο ίδιος - αναφέρθηκε στην παρέμβασή του ο Φ. Κ. Βώρος, ο οποίος ανάμεσα στα άλλα είπε:

«Κυρίες και κύριοι, φίλες και φίλοι,

Ούτε οικονομολόγος είμαι, ούτε πολιτικός. Νομίζω όμως ότι μπορώ να διατυπώσω γνώμη ως πολίτης εκπαιδευτικός, για να επισημάνω τις σχέσεις της Εκπαίδευσης με την οικονομία, όπως τις βλέπουμε εμείς, και την προετοιμασία του πολίτη για την κοινωνία, όπου πρώτη λειτουργία είναι η οικονομία. Και για να μη μακρηγορώ, απαριθμώ κάποιες πολύ απλές σκέψεις.

Πρώτον: Η εκπαίδευση σε πρώτη - και κυριότατη φάση - απορροφά δαπάνες. Συντηρείται από την οικονομία της κοινωνίας. Αυτό είναι χρέος της κοινωνίας. Είναι αίτημα πανάρχαιο του ανθρωπισμού. Είναι και επένδυση για το μέλλον. Συγχωρήστε με, επειδή εγώ φιλόλογος σπούδασα, να σας πω ότι τον 6ο αιώνα π.Χ. διατυπώθηκε πρώτη φορά το αίτημα για δημόσια δωρεάν παιδεία για όλους: " Χαρώνδας ενομοθέτησε τοις οι ειςάπαντας των πολιτών μανθάνειν γράμματα, της πόλεως χορηγούσης τους μισθούς τοις διδασκάλοις". Αυτό, δηλαδή, που ακόμη αρνείται να κάνει σήμερα ή μεθοδεύει να μην το κάνει καθόλου αύριο.

Δεύτερον: Σε αυτή τη φάση η Εκπαίδευση ως θεσμός στοχάζεται: Τι είναι αναγκαίο να προσφέρει σε όλους. Τι είναι χρήσιμο για να το επωμιστεί ο καθένας, με ελεύθερη και υπεύθυνη απόφασή του. Και τι είναι καλό, που ανταποκρίνεται ίσως σε ειδικές κρίσεις καλλιτεχνικές και ταυτόχρονα ομορφαίνει την κοπιώδη μαθησιακή προσπάθεια. Η διάκριση σε αναγκαία, χρήσιμα και καλά, ανάγεται στον Αριστοτέλη και τα " Πολιτικά" του. Αν εμείς θελήσουμε να προσθέσουμε κάτι είναι το: Σοβαρά.

Ο Φ. Κ. Βώρος
Ο Φ. Κ. Βώρος
Τρίτον: Στην ίδια αυτή φάση που η εκπαίδευση απορροφά δαπάνες από την κοινωνία, η συνετή παιδαγωγία ενημερώνει τον παιδαγωγούμενο: Πώς η κοινωνία παράγεται αγαθά (πώς αυτά κατανέμονται), ότι και ο ίδιος οφείλει να σκέπτεται τη δική του συμβολή σ' αυτήν τη διαδικασία, άρα και ότι είναι ανάγκη να προετοιμάζεται για να αποδώσει στην κοινωνία αύριο ό,τι αυτή του προσφέρει σήμερα (χρέος οικονομικό, κοινωνικό και ηθικό).

Τέταρτον: Σε αυτή την ίδια φάση η Εκπαίδευση ως θεσμός στοχάζεται; Ποια εφόδια οφείλει να προσφέρει στους εκπαιδευόμενους, για να μπορούν να είναι δημιουργικοί στην κοινωνία αύριο. Ποια είναι η πιθανότερη, προβλέψιμη, σωστή ροή του μαθητικού πληθυσμού σήμερα, ώστε να επιτυγχάνεται η καλύτερη δυνατή σταδιοδρομία του αύριο. Και όλα αυτά, μόνο με μία μέθοδο : Την ενημέρωση, την πειθώ, τη στοργή και προ πάντων την ποιότητα εκπαίδευσης για όλους και προς όλες τις κατευθύνσεις.

Πέμπτον: Με τέτοιες αρχές, ως προϋποθέσεις, η Εκπαίδευση σήμερα μπορεί να υποσχεθεί ότι θα προσφέρει και για την οικονομία του αύριο.

Αν οι παραπάνω σκέψεις, αγαπητοί φίλοι, βρίσκουν κάποια αποδοχή στη δική σας σκέψη, παρακαλώ επιτρέψτε μου να διατυπώσω τη γνώμη μου για όσα γίνονται σήμερα με τη λεγόμενη μεταρρύθμιση της Εκπαίδευσης:

Καμιά από τις παραπάνω αρχές, ούτε κατανοήθηκε, ούτε υπήρξε πρόθεση να κατανοηθεί σε βάθος, ούτε εφαρμόζεται με ευρύτητα αντίληψης περί του όλου. Αποτέλεσμα είναι το ολικό αδιέξοδο, παιδαγωγικό, κοινωνικό, μορφωτικό και οικονομικό για το μέλλον.

Μοναδική διέξοδος, νομίζω, είναι ο πραγματικός δημόσιος διάλογος, όχι βέβαια με δεδομένο επίλογο, ώστε τουλάχιστον από τώρα μη "πράσσειν άλογα". Διευκρινίζω ότι η έκφραση αυτή δεν έχει σχέση με τα συμπαθητικά ζώα, τα πράσινα άλογα, είναι το πράττειν άδικα και παράλογα. Και δυστυχώς πράττουν άλογα.

Σχετικά με τους προβληματισμούς που διατυπώνονται γύρω από τα εκ της ΕΕ κονδύλια, επιτρέψτε μου ένα μικρό σχόλιο: Αυτά τουλάχιστον που βλέπω να έρχονται από την Ευρωπαϊκή Ενωση δεν είναι κονδύλια για ενίσχυση της εκπαίδευσης, αλλά για χειραγώγηση, για έλεγχο. Ο,τι απαγορεύει το άρθρο 124 και 126 του Μάαστριχτ ως μη παρέμβαση στην εθνική εκπαίδευση, πραγματοποιείται έμμεσα με τη χρηματοδότηση μόνο προς εκείνες τις κατευθύνσεις, που προεγκρίνονται από το στρατηγείο. Αυτό τουλάχιστον έχω αντιληφθεί στη διαχείριση κονδυλίων, στην κατεύθυνση, στη ροή και κατεύθυνση κονδυλίων που αφορούν τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Σας ευχαριστώ».




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org