Παρασκευή 5 Ιούνη 2020
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Στη σημερινή ενότητα «Διεθνή και Οικονομία» μπορείτε να διαβάσετε:
  • ΕΚΘΕΣΗ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ: Αναδιαμόρφωση του ενεργειακού τοπίου και ένταση των ανταγωνισμών σηματοδοτεί η κρίση
  • ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΧΟΝΓΚ ΚΟΝΓΚ: Συγκρατημένη αντίδραση της Γερμανίας
  • ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΕ - ΚΙΝΑΣ: Κρίσιμο «στοιχείο» και για τις σχέσεις ΕΕ - ΗΠΑ
ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ
Αναδιαμόρφωση του ενεργειακού τοπίου και ένταση των ανταγωνισμών σηματοδοτεί η κρίση

Copyright 2019 The Associated

Μεγάλες ανακατατάξεις στον παγκόσμιο ενεργειακό τομέα και ανάλογη επίδραση στο σύνολο της οικονομίας, αλλά και ένταση του μονοπωλιακού ανταγωνισμού προκύπτουν από την έκθεση που δημοσίευσε ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (ΙΕΑ) αναφορικά με τις επιπτώσεις της πανδημίας, των μέτρων καραντίνας και της πτώσης της οικονομικής δραστηριότητας στο χώρο της Ενέργειας.

Οπως σημειώνεται κατηγορηματικά στην έκθεση, ο ενεργειακός τομέας θα είναι εντελώς διαφορετικός μετά την καπιταλιστική κρίση, που επιταχύνθηκε από την πανδημία σε παγκόσμιο επίπεδο, αν και οι επιπτώσεις παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλομορφία από χώρα σε χώρα και από όμιλο σε όμιλο, αναλόγως με τον ειδικότερο κλάδο όπου ήταν στραμμένες οι επενδύσεις κατά το πρόσφατο παρελθόν, δείχνοντας έτσι προς την κατεύθυνση μεγάλων ανακατατάξεων, στο έδαφος της ανισομετρίας, και αντίστοιχα προς την παραπέρα όξυνση των ανταγωνισμών.

Το βασικό σενάριο της έκθεσης βασίστηκε στα μέχρι τώρα δεδομένα αλλά και στην πρόβλεψη που σημειώνει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην πρόσφατη έκθεσή του, περί μείωσης του παγκόσμιου ΑΕΠ κατά 6% και της επίδρασης που θα υπάρξει στον τομέα της Ενέργειας, εξαιτίας του περιορισμού της παραγωγικής δραστηριότητας γενικά, αλλά και ειδικά της μείωσης του μεταφορικού έργου παγκοσμίως.

Σύμφωνα με τη βασική πρόβλεψη, αναμένεται μείωση των επενδύσεων από τους ενεργειακούς ομίλους, κυρίως αυτούς που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή, εμπορία και διύλιση πετρελαίου, αλλά και σε εκείνους που δραστηριοποιούνται στη νέα «πράσινη» Ενέργεια, αν και σε πολύ μικρότερο βαθμό.

Οπως αναφέρεται στη σχετική ανάλυση, το πρώτο τρίμηνο του 2020 παρουσιάστηκε μείωση της ζήτησης ενεργειακών εμπορευμάτων μεταξύ 18% και 25%, ανάλογα με την ένταση των περιοριστικών μέτρων σε κάθε χώρα, με τις κύριες απώλειες να εντοπίζονται στη ζήτηση πετρελαίου εξαιτίας των περιορισμών στις μεταφορές, όπου καταγράφεται το 60% της συνολικής ζήτησης πετρελαίου. Ειδικότερα κατά τη διάρκεια του Απρίλη, οπότε και περισσότεροι από 4 δισ. άνθρωποι σε όλο τον κόσμο τέθηκαν υπό καθεστώς καραντίνας, η ζήτηση πετρελαίου μειώθηκε σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους κατά 25.000 βαρέλια τη μέρα. Ολόκληρο το 2020 η ζήτηση πετρελαίου υπολογίζεται ότι θα μειωθεί κατά μέσο όρο κατά 9.000 βαρέλια τη μέρα. Στον λιγνίτη η ζήτηση αναμένεται να μειωθεί κατά μέσο όρο κατά 8%, αφού η ζήτηση για ηλεκτρισμό επίσης θα μειωθεί, κατά 5%. Τη συνολική πτώση σε ζήτηση λιγνίτη και ηλεκτρικής ενέργειας συγκρατεί η βιομηχανική δραστηριότητα στην Κίνα, που επανέρχεται με ταχείς ρυθμούς στα ίδια επίπεδα με την προ πανδημίας περίοδο.

Στο φυσικό αέριο καταγράφεται η μικρότερη επίδραση, αφού η ζήτηση έχει μειωθεί περίπου κατά 2% σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2019, ενδέχεται όμως να υπάρξει μεγαλύτερη πτώση τους επόμενους μήνες, αν συνεχιστεί η περιορισμένη ζήτηση στη βιομηχανία και παραγωγή ηλεκτρισμού.

Τέλος, η ζήτηση ηλεκτρισμού μειώθηκε σχεδόν κατά 20%, αλλά χωρίς αυτό να έχει μεγάλη επίδραση στην παραγωγή ηλεκτρισμού από ΑΠΕ, γεγονός που ακολούθως έχει και μικρότερη επίδραση στις σχεδιαζόμενες επενδύσεις στον συγκεκριμένο κλάδο. Αντίθετα, πολύ μεγάλη ήταν η αρνητική επίδραση στις άλλες πηγές παραγωγής ηλεκτρισμού, στον λιγνίτη, στο φυσικό αέριο και την πυρηνική Ενέργεια.

«Πάγωμα» επενδύσεων στον ενεργειακό τομέα

Στην αρχή της χρονιάς οι επενδύσεις των ενεργειακών ομίλων αναμενόταν να κινηθούν υψηλότερα κατά 2% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, η μεγαλύτερη αύξηση των τελευταίων έξι ετών. Ωστόσο, μετά το ξέσπασμα της πανδημίας και τη λήψη περιοριστικών μέτρων, το 2020 αναμένεται η μεγαλύτερη καταγεγραμμένη μείωση επενδύσεων στην Ενέργεια, περίπου κατά 20%, ποσοστό που αντιστοιχεί σχεδόν σε 400 δισ. δολάρια συγκριτικά με το 2019.

Οι μεγάλες μειώσεις στις ενεργειακές επενδύσεις ακολουθούν την πτώση στην παγκόσμια ζήτηση, που ειδικά για το πετρέλαιο αναμένεται να ξεπεράσει το 1 τρισ. δολάρια, την ίδια στιγμή που οι τζίροι στον τομέα της παραγωγής ηλεκτρισμού θα μειωθούν περίπου κατά 180 δισ. δολάρια.

Οι μειώσεις αυτές επιδρούν τόσο στους ίδιους τους ενεργειακούς ομίλους όσο και στα κρατικά έσοδα, με τις κυριότερες επιπτώσεις - άγνωστες ακόμη ως προς την ένταση, την έκταση και τις συνέπειες - να αναμένονται στα κράτη εκείνα που βασίζουν ένα μεγάλο μέρος των εσόδων τους στις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Ως γενική εικόνα, σημειώνεται ότι η Κίνα παραμένει η μεγαλύτερη αγορά για την προσέλκυση επενδύσεων, ενώ παράλληλα η δεύτερη ισχυρότερη οικονομία στον πλανήτη θα αποτελέσει τον καθοριστικό παράγοντα που θα οδηγήσει τις τάσεις στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά το επόμενο διάστημα. Στην Κίνα η αρχική πρόβλεψη αφορούσε μείωση των δαπανών για επενδύσεις στην Ενέργεια της τάξης του 12%, στη συνέχεια όμως αναθεωρήθηκε και ο τομέας αυτός αναμένεται να κινηθεί με θετικό πρόσημο.

Στις ΗΠΑ η μείωση στις επενδύσεις αναμένεται να ξεπεράσει ακόμα και το 25%, εξαιτίας της μεγαλύτερης έκθεσης της οικονομίας της στο πετρέλαιο, καθώς γενικότερα οι ετήσιες επενδύσεις των ΗΠΑ στον ενεργειακό τομέα κατευθύνονται στα ορυκτά καύσιμα σε ποσοστά που κυμαίνονται σταθερά πέριξ του 50%.

Η μείωση στην ΕΕ αναμένεται να κινηθεί χαμηλότερα, στο 17%, καθώς ο τομέας των ΑΠΕ και οι επενδύσεις στα ηλεκτρικά δίκτυα απορροφούν ένα μεγάλο μέρος των ετήσιων επενδύσεων στην Ενέργεια τα τελευταία χρόνια.

Η μεγαλύτερη επίδραση αναμένεται στις αναπτυσσόμενες χώρες, ειδικά αυτές που διατηρούν μεγάλους κρατικούς ομίλους οι οποίοι δραστηριοποιούνται στην παραγωγή και εμπορία υδρογονανθράκων, που προς το παρόν δεν μπορούν να αποτιμηθούν πλήρως, ειδικά σε ό,τι αφορά τις πολιτικές - κοινωνικές προεκτάσεις της κρίσης.

Εν αναμονή χρεοκοπιών, εξαγορών και συγχωνεύσεων

Σε αυτό το φόντο, η έκθεση ομαδοποιεί σε τρεις ομάδες τους ομίλους, ανάλογα με τους ειδικότερους «κινδύνους» που διατρέχουν την επόμενη περίοδο. Πρώτον, οι μικρότερου μεγέθους εταιρείες που έχουν μεγάλο όγκο επενδύσεων στον τομέα των πωλήσεων, στη συνέχεια οι κρατικές επιχειρήσεις στις χώρες εκείνες που βασίζουν μεγάλο μέρος των κρατικών τους εσόδων στα έσοδα που αποφέρουν οι υδρογονάνθρακες, και τρίτον οι εταιρείες που εμπλέκονται στην παροχή υπηρεσιών στον τομέα, εξαιτίας του γεγονότος ότι αυτές θα υποστούν τις μεγαλύτερες επιπτώσεις από τη μείωση των επενδύσεων.

Η έκθεση προβλέπει ότι θα υπάρξει ένας μεγάλος κύκλος χρεοκοπιών, που θα δημιουργήσει μια εντελώς διαφορετική εικόνα από αυτή που γνωρίζουμε σήμερα, σε ολόκληρο το χώρο της Ενέργειας.

Ειδικότερα για τις αναπτυσσόμενες χώρες - Αφρική, Λ. Αμερική κ.α. - όπου υπάρχουν χώρες με μεγάλα αποθέματα πετρελαίου και κρατικές επιχειρήσεις να τα διαχειρίζονται, επισημαίνεται ότι θα δημιουργηθούν ευκαιρίες - εξαιτίας των σχεδόν βέβαιων χρεοκοπιών - για την είσοδο «νέων παικτών» στις αγορές αυτές.

Παράλληλα, σύμφωνα με την έκθεση, αν και ακόμα είναι αρκετά νωρίς για προβλέψεις, το επόμενο διάστημα αναμένεται ότι όπως και σε άλλους τομείς και κλάδους της οικονομίας που παίζουν κρίσιμο ρόλο στην καπιταλιστική κερδοφορία, θα ενταθούν τα μέτρα κρατικής στήριξης των ενεργειακών ομίλων με διάφορα μέτρα, που ήδη λαμβάνονται σε μια σειρά από χώρες.

Η δε τάση συγκέντρωσης στο χώρο, στο εσωτερικό κρατών που σήμερα έχουν «ανοιχτές» αγορές, θα ενισχυθεί, ενώ τα ιμπεριαλιστικά κέντρα δεν θα χάσουν την ευκαιρία να επωφεληθούν από την κρίση, η οποία θα πλήξει κρατικές ενεργειακές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στις πιο αδύναμες οικονομίες, προκειμένου να διεισδύσουν και σε νέες αγορές, με ό,τι αυτό σηματοδοτεί για την παραπέρα ένταση των ανταγωνισμών.


Φ. Κ.

ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΧΟΝΓΚ ΚΟΝΓΚ
Συγκρατημένη αντίδραση της Γερμανίας

Η αλληλεξάρτηση των δύο καπιταλιστικών οικονομιών αυξάνεται στη σημερινή κρίση

Από περσινή επίσκεψη της Γερμανίδας καγκελαρίου στο Πεκίνο
Από περσινή επίσκεψη της Γερμανίδας καγκελαρίου στο Πεκίνο
Οσο οξύνεται η αντιπαράθεση ΗΠΑ - Κίνας με αφορμή το Χονγκ Κονγκ, την προέλευση και τον χειρισμό της πανδημίας κ.λπ., τόσο πιο ηχηρή γίνεται η διαφοροποίηση της Γερμανίας (παραδοσιακής «συμμάχου» των ΗΠΑ), της οποίας η οικονομία χαρακτηρίζεται από όλο και μεγαλύτερη αλληλεξάρτηση με την Κίνα. Ενδεικτικά, τα τελευταία χρόνια η Κίνα είναι μακράν ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος της Γερμανίας, με συναλλαγές αξίας περίπου 206 δισ. ευρώ το 2019, ενώ εδώ και καιρό η Κίνα είναι η πιο σημαντική αγορά πωλήσεων για τη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία.

Αυτή η αλληλεξάρτηση έχει αυξηθεί τις τελευταίες βδομάδες, όπως παρατηρεί ο γερμανικός Τύπος, καθώς, ενώ μεγάλα τμήματα της Ευρώπης και των ΗΠΑ βρίσκονται ακόμα υπό μερικό «lockdown» και η καπιταλιστική τους οικονομία σε σημαντική ύφεση, η παραγωγή και οι πωλήσεις έχουν αρχίσει να επανακάμπτουν στην Κίνα.

Ετσι, ενώ η κριτική από τις ΗΠΑ, τη Μεγάλη Βρετανία, την Αυστραλία, τον Καναδά κ.ά. φουντώνει, οι γερμανικοί επιχειρηματικοί όμιλοι παραμένουν συγκρατημένοι και μάλιστα προετοιμάζονται να εντείνουν τις επενδύσεις και τη συνεργασία τους με την κινεζική οικονομία μετά την κρίση που επιδεινώθηκε από την πανδημία. Αλλωστε μεγάλοι γερμανικοί επιχειρηματικοί όμιλοι κοίταζαν προς την Κίνα ήδη πριν από την πανδημία για να ξεπεράσουν την ύφεση που απειλούσε κυρίως τον κλάδο της βιομηχανίας.

Σχολιάζοντας τα γεγονότα στο Χονγκ Κονγκ, η γερμανική κυβέρνηση καλεί όλες τις πλευρές σε «αποκλιμάκωση και ειρηνική λύση», ενώ υποστηρίζει την αρχή «μία χώρα, δύο συστήματα», η οποία ευνοεί τις γερμανικές επενδύσεις.

«Δεν παίζει μεγάλο ρόλο σήμερα»...

Αίσθηση είχαν προκαλέσει τον περασμένο Σεπτέμβρη - ενώ μαίνονταν οι ταραχές στο Χονγκ Κονγκ - το τριήμερο ταξίδι της Γερμανίδας καγκελαρίου Αγκελα Μέρκελ στην Κίνα (συνοδεία πολυμελούς αντιπροσωπείας επιχειρηματιών), η υπογραφή 11 επιχειρηματικών συμφωνιών, οι εκτενείς συνομιλίες της σινογερμανικής οικονομικής επιτροπής για εμπόριο, επενδύσεις, κλιματική αλλαγή, νέες τεχνολογίες, και οι συναντήσεις με τον πρωθυπουργό, Λι Κετσιάνγκ, και τον Πρόεδρο, Σι Τζινπίνγκ.

Ο Κινέζος πρωθυπουργός μάλιστα υποσχέθηκε «περαιτέρω οικονομικό άνοιγμα» της κινεζικής οικονομίας, ενώ υπενθύμισε πως σε ορισμένους γερμανικούς επιχειρηματικούς ομίλους έχει επιτραπεί να παρεκκλίνουν από την υποχρέωση κοινοπραξίας με κινεζικά κεφάλαια και να επενδύσουν αμιγώς ως γερμανικά κεφάλαια.

Χαρακτηριστική ήταν η τότε δήλωση της καγκελαρίου, ότι Γερμανία και Κίνα «έχουμε διαφορετικές πολιτικές απόψεις» αλλά «αυτό έπαιζε μεγαλύτερο ρόλο χτες απ' ό,τι σήμερα». Αλλωστε την ίδια στάση απέναντι στην Κίνα κρατά η Γερμανία σε μια σειρά θεμάτων, όχι μόνο για το Χονγκ Κονγκ και την πανδημία, που αποτελούν τα πιο πρόσφατα μέτωπα της σφοδρής σύγκρουσης ΗΠΑ - Κίνας.

Η στάση της Γερμανίας δίνει τον «τόνο» για το σύνολο της ΕΕ, η οποία ετοιμάζεται μέσα στο 2020 να διαπραγματευτεί με την Κίνα εμπορική συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών και συμφωνία για την προστασία των επενδύσεων, μια από τις προτεραιότητες της γερμανικής προεδρίας το β' εξάμηνο.

Η «Volkswagen» στην Κίνα

Ισως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα των προσδοκιών του γερμανικού κεφαλαίου είναι η αυτοκινητοβιομηχανία «Volkswagen», η οποία ανακοίνωσε ότι θα επενδύσει 2 δισ. ευρώ στην Κίνα στην επέκταση της ηλεκτροκίνησης. Η πανίσχυρη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία και από τις ισχυρότερες της Ευρώπης προχωρά σε κατάργηση δεκάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας, με διακηρυγμένο στόχο να εξοικονομήσει πόρους και να ενισχύσει τις επενδύσεις της στις τεχνολογίες του μέλλοντος.

Το ένα δισ. θα επενδυθεί στην υπάρχουσα κοινοπραξία «JAC Volkswagen», ενώ το άλλο προορίζεται για αγορά μετοχών από την κινεζική εταιρεία παραγωγής μπαταριών «Gotion» («Guoxuan»). Η JAC, που ιδρύθηκε το 2017, ειδικεύεται στην ανάπτυξη, παραγωγή και πώληση ηλεκτρικών αυτοκινήτων. «Ο κλάδος των ηλεκτρικών αυτοκινήτων αναπτύσσεται ραγδαία και προσφέρει μεγάλες δυνατότητες για την "JAC Volkswagen"», δηλώνει η εταιρεία.

Η προγραμματισμένη αγορά του 26% της «Gotion» υπόκειται ακόμα σε έγκριση και η τελική συμφωνία αναμένεται να ολοκληρωθεί έως το τέλος του 2020. Τότε η VW θα γίνει ο μεγαλύτερος μέτοχος της «Gotion» και θα είναι ο πρώτος διεθνής κατασκευαστής αυτοκινήτων που θα επενδύσει απευθείας σε έναν κινεζικό προμηθευτή μπαταριών, σύμφωνα με τη VW: «Με το στρατηγικό μας μερίδιο στην "Gotion" προωθούμε επίσης ενεργά την ανάπτυξη της μπαταρίας στην Κίνα».

Εξάλλου, προσθέτει ο διευθύνων σύμβουλος της «VW China», «αυτές οι επενδύσεις εδραιώνουν τη θέση της "Volkswagen" στην Κίνα ως εταιρείας βιώσιμης κινητικότητας με τοπικό χαρακτήρα». Επιπλέον, η Κίνα «προσφέρει στη "Volkswagen" νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες ανοίγοντας την αγορά της», καθώς αποτελεί τη μεγαλύτερη αγορά ηλεκτρικών αυτοκινήτων στον κόσμο. Η VW σχεδιάζει να πουλήσει εκεί περίπου 1,5 εκατ. ηλεκτρικά αυτοκίνητα μέχρι το 2025.

Τέλος, η VW λειτουργεί και ένα εργοστάσιο στην ημιαυτόνομη επαρχία Σιντζιάνγκ, όπου τα προβλήματα με τη μειονότητα των Ουιγούρων και τις αυτονομιστικές τάσεις αξιοποιούνται από άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα και επιχειρηματικούς ομίλους στην κόντρα με την Κίνα και ανταγωνίστριες εταιρείες, ενώ η κινεζική κυβέρνηση προωθεί σειρά κατασταλτικών μέτρων στο όνομα της «αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Ενα ...«εσωτερικό πολιτικό ζήτημα»

Η εφημερίδα «Die Welt», που συχνά ασκεί κριτική στη γερμανική κυβέρνηση για τη στάση της σχετικά με το Χονγκ Κονγκ και τη στήριξη προς την Κίνα, υποστηρίζοντας άλλα επιχειρηματικά συμφέροντα και άλλες «συμμαχίες», ζήτησε από επιχειρηματικές ενώσεις της Γερμανίας να σχολιάσουν την πολιτική της Κίνας στο Χονγκ Κονγκ. Πρόκειται για επιχειρηματικές ενώσεις που παρεμβαίνουν ενεργά στην πολιτική συζήτηση τόσο για εσωτερικά ζητήματα όσο και για την εξωτερική πολιτική της Γερμανίας, τις συμμαχίες, την τακτική που πρέπει να ακολουθήσει η γερμανική κυβέρνηση κ.λπ.

Η Ενωση της Αυτοκινητοβιομηχανίας (VDA) δεν δέχτηκε να κάνει σχόλιο, λέγοντας πως ...τα αφήνει όλα στην πολιτική. Ο Σύνδεσμος Γερμανών Βιομηχάνων (BDI), η Γερμανική Ενωση Μηχανικής και Μηχανολογίας (VDMA) και η Ομοσπονδιακή Ενωση Γερμανικών Τραπεζών επίσης δεν εκφράζουν γνώμη σχετικά με το Χονγκ Κονγκ.

Οσοι όμιλοι δέχτηκαν να κάνουν κάποια δήλωση ήταν προσεκτικοί, στο ίδιο πνεύμα με τη γερμανική κυβέρνηση. «Μπορούμε μόνο να απευθύνουμε έκκληση σε όλους τους εμπλεκόμενους στην Κίνα και το Χονγκ Κονγκ να αποτρέψουν την κλιμάκωση και να βρουν ειρηνικές λύσεις», δήλωσε εκπρόσωπος της Deutsche Bank. Η Κεντρική Ενωση Βιομηχανίας Ηλεκτρικών και Ηλεκτρονικών (ZVEI), της οποίας η Κίνα είναι ο πιο σημαντικός εμπορικός εταίρος, δήλωσε αντίστοιχα ότι «ανησυχεί για την αυξανόμενη κλιμάκωση στο Χονγκ Κονγκ» και ότι η πανδημία του κορονοϊού δεν πρέπει «να αξιοποιείται καταχρηστικά, διακινδυνεύοντας επιπόλαια ή σκόπιμα τις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας», δηλαδή με σαφείς υπαινιγμούς απέναντι στις ΗΠΑ.

Από την πλευρά της η γερμανική Ενωση Χονδρικής, Εξωτερικού Εμπορίου και Υπηρεσιών (BGA) προειδοποιεί ότι «η γερμανική οικονομία έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον για την εξασφάλιση της οικονομικής θέσης και της φήμης του Χονγκ Κονγκ μακροπρόθεσμα» και θα ήταν ανησυχητικό να αμφισβητηθεί ένας υψηλός βαθμός αυτονομίας στην ειδική διοικητική περιοχή, η οποία εξασφαλίζεται στο πλαίσιο «μία χώρα, δύο συστήματα». Παρ' όλα αυτά, και ο πρόεδρος της BGA πρόσθεσε ότι «δεν πρέπει να παρεμβαίνουμε στην πολιτική συζήτηση»!

Εξάλλου η Κίνα αντιλαμβάνεται «ότι είναι προς το συμφέρον της να βρει λύση», συνεχίζει, «επειδή διακυβεύονται πολλά για τη χώρα και μάλιστα όχι μόνο από οικονομική σκοπιά».

Πάντως κυβέρνηση και επιχειρηματίες της Γερμανίας τονίζουν ιδιαίτερα τη σημασία του ειδικού καθεστώτος του Χονγκ Κονγκ, ζητούν περισσότερη «αυτονομία» σε ζητήματα όπως δικαστήρια, νομοθεσία, Τύπος κ.ά., και θεωρούν ότι ο ρόλος του Χονγκ Κονγκ ως οικονομικής μητρόπολης οφείλεται στην αρχή «μία χώρα, δύο συστήματα».

Το ερώτημα που συχνά τίθεται στον γερμανικό Τύπο είναι για πόσο καιρό ακόμα η κυβέρνηση θα καταφέρνει να αποστασιοποιείται από την πολιτική της Κίνας και να επιδιώκει «ουδετερότητα» ή ήπια στάση. Σύντομα η κόντρα ΗΠΑ - Κίνας θα κλιμακωθεί, καθημερινά προστίθενται νέα επεισόδια όξυνσης και η αμερικανική κυβέρνηση θα αυξήσει αντίστοιχα την πίεση και προς την Ευρώπη για πιο ξεκάθαρη στάση. Σύντομα θα είναι μάλλον αδύνατον η Γερμανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες να συνεχίσουν απλώς να συνεργάζονται οικονομικά, εμπορικά και πολιτικά με την Κίνα χωρίς να επιλέξουν «στρατόπεδο», γράφουν αναλυτές.


Ε. Μ.

Το κινεζικό ενδιαφέρον για μια «πιο αδύναμη ΕΕ»

Δεν είναι τυχαίο ότι η γερμανική προεδρία ξεχωρίζει την κοινή δράση («Μαζί δυναμώνουμε την Ευρώπη») που χρειάζεται για την αναμέτρηση της Ευρωένωσης με τις παγκόσμιες αναδιατάξεις. Οι αντιθέσεις που δυνάμωναν εδώ και καιρό στο εσωτερικό της ΕΕ, τώρα οξύνονται με νέα ορμή, με φόντο τις επιπτώσεις της πανδημίας (στην οικονομία καταρχήν), όλη την αντιπαράθεση για την αντιμετώπισή τους. Ο υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Γερμανίας Μάικλ Ροθ ζήτησε κι αυτός σε πρόσφατες δηλώσεις του η Ευρώπη να «μιλά στην Κίνα με ενιαία φωνή», γιατί το Πεκίνο «ενδιαφέρεται για μια πιο αδύναμη ΕΕ».

Για παράδειγμα, στην Ιταλία, η πανδημία αναζωπύρωσε τη συζήτηση για τους όρους παραμονής στην Ενωση αλλά και τους όρους νέας προσέγγισης με την Κίνα, τη Ρωσία κ.τ.λ. Μαζί με τους τόνους ιατροτεχνικού εξοπλισμού, μέσων προστασίας κ.τ.λ. που έστελνε το τελευταίο τρίμηνο το Πεκίνο στη Ρώμη και αλλού, εμπλουτιζόταν μια αρθρογραφία για τις προσπάθειες του Πεκίνου να «διαιρέσει την ΕΕ».

Σημειωτέον ότι η Ιταλία είναι η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα - μέλος του G7 που υπέγραψε (πέρυσι) με την Κίνα Σύμφωνο ένταξης στην πρωτοβουλία «Μια Ζώνη, Ενας Δρόμος» (ΟBOR, οι σύγχρονοι «δρόμοι του μεταξιού»), προωθώντας μεγάλες κινεζικές επενδύσεις σε Γένοβα και Τεργέστη, προκαλώντας την έντονη «ενόχληση» της Γερμανίας και όχι μόνο. Μάλιστα, η «Ντόιτσε Βέλε» σχολίαζε εκείνη την περίοδο ότι «αν είχε τον τρόπο, ο Πρόεδρος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ θα προτιμούσε να διαπραγματευτεί με κάθε ευρωπαϊκή κυβέρνηση χωριστά, να πάρει μια καλύτερη συμφωνία για τη δική του χώρα», ενώ μιλώντας για την «αφέλεια» που χαρακτήριζε τη στάση των Ευρωπαίων απέναντι στην Κίνα «για χρόνια», έφερε ως παράδειγμα το ότι η Γερμανία επέτρεπε «στο Πεκίνο να περιορίζει την ευρωπαϊκή πρόσβαση στις κινεζικές αγορές, εξακολουθώντας όμως να κρατά ανοιχτή την πόρτα στο εμπόριο της Κίνας με την ΕΕ...». Κατέληγε ότι «το ζήτημα δεν είναι να διαρραγούν οι γέφυρες και να απορριφθεί η κινεζική "Μια Ζώνη, Ενας Δρόμος", αλλά να διασφαλιστούν δίκαιες συνθήκες επιχειρηματικής δράσης και ισότιμη πρόσβαση στην αγορά...».

Η Γερμανία ξεχωρίζει τη σημασία «ενότητας» απέναντι στην Κίνα, γιατί έτσι μπορεί να παζαρέψει περισσότερα ανταλλάγματα, με το «βάρος» μιας διακρατικής λυκοσυμμαχίας (δες και αναλυτικά για τα ιδιαίτερα συμφέροντα του γερμανικού κεφαλαίου στην Κίνα στη σελ. 20). Από την άλλη πλευρά, η ανάγκη να διασφαλιστεί αυτή η ενότητα απέναντι στην Κίνα ανατροφοδοτεί διεργασίες στο εσωτερικό της ΕΕ, «επιβάλλοντας» σε ένα βαθμό περιθώρια για συμβιβασμούς, που βέβαια δεν εξαλείφουν σημαντικές αντιθέσεις που «σιγοκαίνε» μεταξύ των Ευρωπαίων.


A. M.

ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΕ - ΚΙΝΑΣ
Κρίσιμο «στοιχείο» και για τις σχέσεις ΕΕ - ΗΠΑ

Η συνεργασία ΕΕ - Κίνας ανησυχεί τις ΗΠΑ, που εξετάζουν και διεύρυνση του G7 (φωτ. από παλιότερη Σύνοδο) με πολλούς, πλην Κινέζων

Copyright 2017 The Associated

Η συνεργασία ΕΕ - Κίνας ανησυχεί τις ΗΠΑ, που εξετάζουν και διεύρυνση του G7 (φωτ. από παλιότερη Σύνοδο) με πολλούς, πλην Κινέζων
Οσο αποκαλύπτονται το βάθος και το εύρος της αντιπαράθεσης ΗΠΑ - Κίνας, δυναμώνει η συζήτηση για «επιλογές που οι Ευρωπαίοι καλούνται να κάνουν», με φόντο και τις τριβές που εδώ και καιρό μεγαλώνουν και στις σχέσεις ανάμεσα σε ΕΕ και ΗΠΑ. Ολο και περισσότεροι έμπειροι εκπρόσωποι των ευρωπαϊκών μονοπωλίων εξηγούν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο πως η πορεία των σχέσεων της ΕΕ με την Κίνα πρέπει να αξιοποιηθεί τουλάχιστον ως χαρτί διαπραγμάτευσης στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει τη γοργή ανέλιξη της Κίνας και τις επιπτώσεις που αυτή έχει σε όλα τα επίπεδα.

Ηταν χαρακτηριστικό το άρθρο του Γιόσκα Φίσερ - από τους πρωταγωνιστές της ευρωΝΑΤΟικής ιμπεριαλιστικής επέμβασης, που διέλυσε την ενιαία Γιουγκοσλαβία, πρώην ΥΠΕΞ και αντικαγκελάριου της Γερμανίας (1998 - 2005) και ηγέτη του κόμματος των Πρασίνων επί μία 20ετία - που φιλοξενήθηκε στο «Βήμα» την περασμένη Τετάρτη.

«Ο κινεζοαμερικανικός ανταγωνισμός όδευε στο να γίνει η καθοριστική ηγεμονική σύγκρουση πολύ πριν από την κρίση του COVID-19», τόνισε ο Φίσερ και παρατήρησε: «Η Αμερική, η απερχόμενη υπερδύναμη, ενδεχομένως θα αγκιστρωθεί στη θέση της στην κορυφή της παγκόσμιας ιεραρχίας. Αλλά τα περισσότερα σημάδια δείχνουν ότι η Κίνα, η αναδυόμενη υπερδύναμη, θα επικρατήσει εγκαινιάζοντας τον αιώνα της Ανατολικής Ασίας».

Επιπλέον ο Φίσερ άσκησε κριτική στη στάση των ΗΠΑ, που επαναξιολογούν τους όρους της συμμαχίας τους με τους Ευρωπαίους και περιπλέκουν μια σειρά από σχεδιασμούς της ΕΕ, και αφού αναρωτήθηκε «τι θέλουν οι ΗΠΑ του Τραμπ; Να ηγούνται χωρίς να αναλαμβάνουν ευθύνη; Αυτό είναι απίθανο να λειτουργήσει», επισήμανε: «Ενώ οι ΗΠΑ παραμένουν κολλημένες σε βραχυχρόνιους στοχασμούς, η Κίνα καθιερώνεται ως μια εναλλακτική πηγή παγκόσμιας ηγεσίας και επενδύσεων, ακολουθώντας υπομονετικά μια μακροχρόνια στρατηγική για να εκμεταλλευθεί το γεωπολιτικό κενό που δημιούργησε η εσωστρεφής στροφή της Αμερικής».

Προχωρώντας «στο ζουμί», δηλαδή ποια πρέπει να είναι η στάση της ΕΕ, διαπίστωσε: «Με φόντο τη σινοαμερικανική αντιπαράθεση, η Ευρώπη στέκεται άβολα ανάμεσα σε δύο αντίθετες γεωπολιτικές δυνάμεις - και παραμένει στο σκοτάδι για τις πραγματικές προθέσεις των ΗΠΑ προς την Κίνα. Οι ΗΠΑ επιθυμούν περιορισμό ή πλήρη αντιπαράθεση - ως και στρατιωτική σύγκρουση - για να μπλοκάρουν ή ακόμα και να αντιστρέψουν την άνοδο της Κίνας; Η δεύτερη στρατηγική, που παραπέμπει στην προσέγγιση της Κίνας από τη Δύση στα τέλη του 19ου αιώνα, θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη.

Η εναλλακτική για τη Δύση είναι να επιδιώξει μακροχρόνιο περιορισμό στη βάση του στρατηγικού ανταγωνισμού. Η Ευρώπη θα έπρεπε να ακολουθήσει αυτή την επιλογή. Σε μια παγκόσμια τάξη με ηγέτη την Κίνα, η Ευρώπη, που βρίσκεται στο δυτικό άκρο της ευρασιατικής ηπείρου, θα ήταν η χαμένη». Για να καταλήξει: «Η Κίνα δεν μπορεί ποτέ να γίνει ένας αυθεντικός εταίρος της Ευρώπης με κανονιστικούς όρους. Αλλά η Κίνα είναι ήδη υπερβολικά μεγάλη, υπερβολικά επιτυχημένη και υπερβολικά σημαντική για να την αγνοήσουμε. Τα στοιχεία απαιτούν συνεργασία. Το κλειδί είναι να διαχωρίσουμε ανάμεσα στη στρατηγική σύμπλευση με την Κίνα και την υποταγή σε αυτήν».

Γερμανική προεδρία στην ΕΕ

Χρήσιμο είναι να σημειωθεί ότι μέχρι στιγμής η ΕΕ έχει τηρήσει «συγκρατημένη» στάση στις προτάσεις των ΗΠΑ για επιβολή κυρώσεων στην Κίνα, τόσο για το θέμα του Χονγκ Κονγκ (που αφορά τους όρους δράσης μονοπωλιακών κολοσσών σε ένα από τα σημαντικότερα χρηματοπιστωτικά κέντρα του πλανήτη) όσο και για τις κατηγορίες των ΗΠΑ κατά της Κίνας για την προέλευση και τους όρους αντιμετώπισης της πανδημίας. Στην πρόσφατη συνέλευση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, ενώ οι ΗΠΑ για καιρό «ζύμωναν» - ακόμα και για λόγους τακτικής - σχέδια για επιβολή κυρώσεων και έναρξη ερευνών για τις «ευθύνες της Κίνας», η ΕΕ πρωτοστάτησε για την υιοθέτηση τελικά μιας απόφασης πιο «προσεκτικής», για τη διενέργεια «την κατάλληλη στιγμή (...) μιας ανεξάρτητης αξιολόγησης της διαχείρισης της υγειονομικής κρίσης (...) με ευθύνη όλων των εμπλεκόμενων μερών, με καλή πίστη». Μάλιστα την πρωτοβουλία αυτή της ΕΕ στήριξαν και μια σειρά από άλλες χώρες, όπως Ιαπωνία, Αυστραλία, Νότια Κορέα, Ινδία, Ρωσία, Βρετανία.

Η προσπάθεια αυτή της ΕΕ να προσέξει τις ισορροπίες απέναντι στις ΗΠΑ και την Κίνα, αλλά και να αντλήσει οφέλη από την κόντρα Ουάσιγκτον - Πεκίνου, θα ενισχυθεί το επόμενο 6ηνο, καθώς 1η Ιούλη αναλαμβάνει την προεδρία της Ενωσης η Γερμανία, με σύνθημα «Μαζί, δυναμώνοντας ξανά την Ευρώπη». Περιγράφοντας τις προτεραιότητες της γερμανικής προεδρίας ο Στέφεν Ζάιμπερτ, εκπρόσωπος της Γερμανίδας καγκελαρίου, δήλωσε προ ημερών ότι στόχος της είναι «να βρει συμβιβασμούς και λύσεις για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που έθεσε η πανδημία» και ότι το σύνθημα της γερμανικής προεδρίας επικεντρώνεται στην ανάγκη για «κοινή δράση που δημιουργείται ξανά και ξανά από τη διαφοροποίηση στην ΕΕ».

Η ίδια η καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ, μιλώντας σε εκδήλωση του ιδρύματος «Konrad-Adenauer-Stiftung», επισήμανε ότι «οι σχέσεις με την Κίνα θα είναι προτεραιότητα για την εξωτερική πολιτική του προεδρείου» του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, κάτι που χαρακτήρισε απαραίτητο, εξαιτίας της απόφασης του Πεκίνου να διεκδικήσει «μια ηγετική θέση στις υπάρχουσες δομές της διεθνούς αρχιτεκτονικής». Η Ευρώπη πρέπει να αναλάβει αυτήν την πρόκληση με εμπιστοσύνη, συνέχισε, ξεχωρίζοντας ως πεδία στα οποία Ευρώπη - Κίνα θα ενισχύσουν τη μεταξύ τους συνεργασία την «αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής», την «εμπορική πολιτική» και τον «τομέα της Υγείας». Καθόλου τυχαία, πρόκειται για πεδία στα οποία οι ΗΠΑ αναπροσαρμόζουν μια σειρά από θέσεις (βλέπε αποχώρηση από τη Συμφωνία για το Κλίμα, σχέδια αποχώρησης από ΠΟΥ - ΠΟΕ κ.ο.κ.), με δράσεις που γεννούν αντιδράσεις από εταίρους αλλά και αντιπάλους τους.

«Αυτά τα θέματα από μόνα τους είναι πολύ φιλόδοξα», σχολίασε η Μέρκελ, πρόσθεσε πάντως ότι η κατάσταση περιπλέκεται από τη στάση της Κίνας «σε ζητήματα ελευθερίας, κράτους δικαίου κ.λπ.», θίγοντας χειρισμούς της κινεζικής κυβέρνησης σε τομείς που ουσιαστικά αφορούν τους όρους δραστηριοποίησης και συνεργασίας ξένων εταιρειών με κινεζικά κεφάλαια και την κινεζική αγορά. Σε αυτό το φόντο «ένας κρίσιμος εποικοδομητικός διάλογος» με την Κίνα «είναι πιο σημαντικός από ποτέ», επέμεινε. Σε άλλο σημείο της παρέμβασής της η καγκελάριος ανέφερε ότι σήμερα «η συνεργασία με τις ΗΠΑ είναι πολύ πιο δύσκολη από ό,τι θα θέλαμε» αλλά και ότι οι ΗΠΑ είναι «βασικό στήριγμα της εξωτερικής πολιτικής μας και της πολιτικής μας στην ασφάλεια», για να εξηγήσει πάντως ότι η ΕΕ δεν αναζητεί απλά ρόλο συνοδοιπόρου των ΗΠΑ, αλλά θα χρησιμοποιήσει κάθε μέσο για να επιβάλει και δικούς της όρους στη σχέση τους. «Η Ευρώπη δεν είναι ουδέτερη, η Ευρώπη αποτελεί μέρος της πολιτικής Δύσης», υπογράμμισε.

Αλλά και ο Γερμανός ΥΠΕΞ, Χάικο Μάας, μιλώντας στο «Funke» είπε ότι η ΕΕ στοχεύει να πάρει μια δέσμευση από το Πεκίνο για «φιλόδοξους κλιματικούς στόχους και θεμιτό παγκόσμιο ανταγωνισμό».


Α. Μ.




Τετρασέλιδα του «Ρ»
Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org