Τρίτη 29 Μάρτη 2016
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Θεματοφύλακες της ίδιας αντεργατικής Σύμβασης

Εναν προκλητικό καβγά στις πλάτες των εργαζομένων έστησαν κυβέρνηση και πλειοψηφία της ΓΣΕΕ, με αφορμή την πρόταση της τελευταίας να δοθεί νέα παράταση, μέχρι το τέλος του 2016, στην Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που υπέγραψε με τις ενώσεις των εργοδοτών στις 26 Μάρτη 2014.

Η ΓΣΕΕ υπερασπίζεται την επιλογή της, με το επιχείρημα ότι η μετενέργεια της ΕΓΣΣΕ λήγει στα τέλη Μάρτη. Το υπουργείο Εργασίας, από την πλευρά του, ισχυρίζεται με ανακοίνωση ότι η παράταση της ΕΓΣΣΕ δεν είναι και τόσο αναγκαία, αφού με βάση το νόμο για τη μετενέργεια που ψηφίστηκε το 2015, η ΕΓΣΣΕ έχει διάρκεια μέχρι τον Ιούνη. Λέει ακόμα ότι «επιδίωξη της κυβέρνησης είναι μέχρι τότε να έχει επανέλθει πλήρως η ελευθερία συλλογικών διαπραγματεύσεων και να ξεκινήσει η διαπραγμάτευση για τη νέα ΕΓΣΣΕ».

Σ' αυτήν την κατεύθυνση, το υπουργείο ανακοινώνει ότι «στις 6 Απριλίου έχει ορισθεί η πρώτη συνεδρίαση της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για το σκοπό αυτό, σε εκπλήρωση της σχετικής κυβερνητικής δέσμευσης».

Κυβέρνηση και συνδικαλιστική πλειοψηφία διαγκωνίζονται για το ποιος είναι καλύτερος θεματοφύλακας της κατάπτυστης ΕΓΣΣΕ που ισχύει σήμερα. Θυμίζουμε ότι δύο χρόνια πριν από την υπογραφή της, στις 28/2/2012, η τότε κυβέρνηση ΝΔ - ΠΑΣΟΚ είχε εκδώσει την Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ) 6/2012, με την οποία αναστελλόταν η ισχύς της ΕΓΣΣΕ 2010 - 2012 και καθοριζόταν με νόμο ο κατώτερος μισθός στα 586 ευρώ μεικτά για τους εργαζόμενους άνω των 25 ετών και στα 511 ευρώ μεικτά για τους εργαζόμενους κάτω των 25 ετών. Με τον ίδιο νόμο, οι «τριετίες» παρέμεναν «παγωμένες» μέχρι η ανεργία να πέσει κάτω από το 10%!

Με την ΕΓΣΣΕ του 2014, η οποία πήρε αλλεπάλληλες παρατάσεις μετά την τυπική λήξη της, η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ, σε συνεργασία με τους εργοδότες, ήρθε επί της ουσίας να επικυρώσει, να νομιμοποιήσει και να μονιμοποιήσει τον κατάπτυστο κατώτερο μισθό που όριζε η ΠΥΣ 6/2012. Οχυρωμένη πίσω από αυτόν τον αντεργατικό νόμο, η ΓΣΕΕ όχι μόνο δεν έκανε τίποτα για να οργανώσει την πάλη των εργαζομένων, αλλά θεώρησε δεδομένα τα 586 και 511 ευρώ που προβλέπονταν από την ΠΥΣ και δεν έθεσε ούτε στα λόγια ζήτημα για τα μισθολογικά.

Τη σύμβαση χαιρέτισε ο τότε υπουργός Εργασίας, μιλώντας για «πνεύμα ωριμότητας, συνεργασίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης». Ανάλογες δηλώσεις έκαναν και όλοι οι φορείς των εργοδοτών, δείχνοντας ότι η Σύμβαση είχε τις ευλογίες τους.

Το βασικό επιχείρημα της συνδικαλιστικής πλειοψηφίας ήταν και παραμένει ότι η υπογραφή της Σύμβασης έχει στόχο τη διάσωση της ΕΓΣΣΕ και ορισμένων «θεσμικών» προβλέψεων, όπως το επίδομα γάμου και άλλα, τα οποία όμως δίνονται ανάλογα με το πώς προαιρείται ο εργοδότης... Στην πραγματικότητα, με την υπογραφή αυτής της Σύμβασης, η μείωση του κατώτερου μισθού ενδύεται το μανδύα της «κοινωνικής συναίνεσης» κι αυτή είναι η μεγάλη συνεισφορά της συνδικαλιστικής πλειοψηφίας στην εργοδοσία και το κράτος της.

Επομένως, κυβέρνηση και πλειοψηφία της ΓΣΕΕ υπερασπίζονται μια Σύμβαση κομμένη και ραμμένη στις ανάγκες της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας των επιχειρήσεων και αυτό θέλουν να κρύψουν με τις ανακοινώσεις που βγάζει ο ένας για τον άλλον.

Σε κάθε περίπτωση, το ζουμί βρίσκεται στην ανακοίνωση της κυβέρνησης ότι από τις 6 Απρίλη ξεκινάει και τυπικά η διαδικασία αναθεώρησης της νομοθεσίας για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, στο πλαίσιο των συνολικότερων ανατροπών που σχεδιάζει η κυβέρνηση για τα Εργασιακά, με τον επόμενο γύρο της «αξιολόγησης».

Η κυβέρνηση προσπαθεί να θολώσει τα νερά, λέγοντας ότι από τον Ιούνη και μετά θα αποκατασταθούν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις, όταν είναι γνωστό - με βάση και το 3ο μνημόνιο - ότι καμιά αλλαγή προς το καλύτερο δεν έχουν να περιμένουν οι εργαζόμενοι και ότι πάμε για πλήρη ανατροπή στο θέμα των Συλλογικών Συμβάσεων.

Είναι φανερό ότι οι εργαζόμενοι δεν πρόκειται να σωθούν από την επίθεση που σχεδιάζει η κυβέρνηση, αν εμπιστευθούν τις τύχες τους στην πλειοψηφία της ΓΣΕΕ. Χρειάζεται τώρα το ζήτημα των Συλλογικών Συμβάσεων και της αποκατάστασης του κατώτερου μισθού στα 751 ευρώ, ως βάση για πραγματικές αυξήσεις, να αποτελέσει στοιχείο της πάλης των σωματείων, σε σύγκρουση με την πολιτική της κυβέρνησης, της εργοδοσίας, αλλά και με τη γραμμή της «κοινωνικής συναίνεσης» που υπηρετεί η συνδικαλιστική πλειοψηφία.


Π.




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org