Σάββατο 26 Γενάρη 2019 - Κυριακή 27 Γενάρη 2019
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Η αναβάθμιση της παρέμβασης της ΚΝΕ στον Πολιτισμό

Από το 43ο Φεστιβάλ ΚΝΕ - «Οδηγητή»
Από το 43ο Φεστιβάλ ΚΝΕ - «Οδηγητή»
Είναι πολλά τα βήματα που μετρήσαμε ως Οργάνωση στο μέτωπο του πολιτισμού από το προηγούμενο Συνέδριο. Η πλούσια δραστηριότητα που αναπτύχθηκε μπροστά στον εορτασμό των 100 χρόνων ζωής και δράσης του Κόμματος και των 50 χρόνων της ΚΝΕ, οι εκδηλώσεις του Φεστιβάλ της ΚΝΕ σε όλη την Ελλάδα, η δραστηριότητα με επίκεντρο τα τρία Στέκια Πολιτισμού σε Αθήνα, Πάτρα και Καλαμάτα, οι δεκάδες εκδηλώσεις σε κεντρικό επίπεδο, οι εκδηλώσεις των Οργανώσεων Περιοχής και των Τομεακών Οργανώσεων, ανέδειξαν τη δυνατότητα που υπάρχει για τη βαθύτερη και ολόπλευρη αξιοποίηση του πολιτισμού.

Αποτελεί στοίχημα προς κατάκτηση το να αφομοιωθούν αυτά τα βήματα, γιατί όπως έχει φανεί η ενασχόληση και δουλειά παρέμβασης με τον πολιτισμό μπορεί να αποτελέσει καθοριστικό στοιχείο τόσο για το «πιο ικανοί» όσο και για το «πιο πολλοί» του συνθήματος του 12ου Συνεδρίου.

Οπως σημειώνεται και στις Θέσεις, μια σειρά από ζητήματα γύρω από την Τέχνη, που έχουν να κάνουν με την καλλιέργεια του ανθρώπινου συναισθήματος, τη θέληση για ανατρεπτική δράση, είναι χαρακτηριστικά «αναγκαία στην επαναστατική διαπαιδαγώγηση των μελών της ΚΝΕ, στη διαμόρφωση των αυριανών μελών του Κόμματος. Είναι πλευρές που βελτιώνουν την ικανότητά μας συνολικά ως Οργάνωση να δημιουργούμε δεσμούς με μάζες νέων και να εμπνέουμε στον αγώνα για την κατάργηση της εκμεταλλευτικής κοινωνίας».

Πιο ικανοί στην αφομοίωση, στη δημιουργία δεσμών, στο κέρδισμα συνειδήσεων!

Ο πολιτισμός μπορεί και πρέπει να συμβάλλει στην προσπάθεια αφομοίωσης, ωρίμανσης και διαπαιδαγώγησης των μελών της ΚΝΕ. Η προοδευτική Τέχνη και ειδικά η στρατευμένη στην υπόθεσή μας συμβάλλει στην ολόπλευρη διαμόρφωση της προσωπικότητας, πρώτα - πρώτα των ίδιων των νέων κομμουνιστών.

Την ίδια στιγμή, η Τέχνη αποτελεί έναν ακόμα δρόμο για να αφομοιωθούν βαθύτερα πλευρές της στρατηγικής και του Προγράμματος του Κόμματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι ειδικά μέσα από τη λογοτεχνία μπορεί κανείς να γνωρίσει, να αφομοιώσει πλευρές που σχετίζονται με τη στρατηγική μας καθώς και σύγχρονα ζητήματα της διαπάλης. Για παράδειγμα, μέσα από τις «Μέρες του 1936» του Θ. Κορνάρου, ή τις «10 μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο» του Τζ. Ριντ, μπορεί ο αναγνώστης να προσεγγίσει - μέσα από έναν διαφορετικό δρόμο που συμπληρώνει όμως τη γνώση - πλευρές του τι σημαίνει αυξημένη κίνηση μαζών, ή της επαναστατικής κατάστασης.

Η ενασχόληση με τον πολιτισμό, μέσα από τη λειτουργία θεατρικών ομάδων κ.λπ., ειδικά στις ομάδες με παιδιά από τις μικρότερες ηλικίες νεολαίας, βοηθά να κατοχυρώνονται στην πράξη και αξίες, ιδιαίτερα σημαντικές για την οργανωμένη ζωή, όπως συλλογικότητα, ενιαία δουλειά για έναν σκοπό, πειθαρχία και γνώση.

Ενα δεύτερο στοιχείο είναι ότι η ενασχόληση με τον πολιτισμό βοηθά στο να ανεβαίνει η ικανότητά μας να δημιουργούμε δεσμούς με τον κόσμο, να γινόμαστε ικανότεροι στο να πείθουμε, να κερδίζουμε συνειδήσεις. Για παράδειγμα, η συμπυκνωμένη κοινωνική πείρα, που αποκτά κανείς με τη συστηματική του επαφή με τη λογοτεχνία, το θέατρο συμβάλλει στο να αντιμετωπίσουμε καταστάσεις, να μπορούμε να αναγνωρίζουμε και να διακρίνουμε πιο εύκολα τύπους ανθρώπων, χαρακτήρες.

Η στρατευμένη Τέχνη μπορεί να αποτελέσει στοιχείο των δεσμών ενός νέου με την επαναστατική πάλη, καθώς μπορεί να συνεγείρει και να εμπνεύσει στον αγώνα για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Διαφορετικά και σχετικά πιο εύκολα, για παράδειγμα, μπορεί κανείς να απευθυνθεί σε έναν νέο που έχει προσεγγίσει την Ιστορία μας, τους αγώνες του Κόμματος, την ανάγκη επαναστατικής αλλαγής του κόσμου και μέσα από την Τέχνη. Σίγουρα, είναι ένα πρώτο δέσιμο που χρειάζεται να βαθύνει με την πολιτική και ιδεολογική δράση και παρέμβαση της Οργάνωσης, με τη συμμετοχή στο κίνημα. Η Ιστορία του Κόμματός μας δείχνει ότι οι ιδέες και η δράση του ενέπνευσαν μεγάλους καλλιτέχνες. Οι μεγάλοι κομμουνιστές και άλλοι συνεπείς αγωνιστές καλλιτέχνες, με τη σειρά τους, ενέπνευσαν νέους και νέες να μπουν στο κίνημα, να δράσουν και να συνδεθούν με το Κόμμα και την Οργάνωσή μας διαχρονικά.

Η διεισδυτικότητα που μπορεί να έχει η Τέχνη στις συνειδήσεις των νέων φαίνεται και από το γεγονός ότι και ο ταξικός αντίπαλος, η αστική τάξη, τη χρησιμοποιεί ως ένα από τα πιο αποτελεσματικά όπλα για να τεκμηριώνεται στις συνειδήσεις των νέων η δήθεν «αιωνιότητα του καπιταλισμού», για να χειραγωγεί με τα καπιταλιστικά πρότυπα ζωής και συμπεριφοράς τον αποπροσανατολισμό, τον ανορθολογισμό και βεβαίως τον αντικομμουνισμό. Τα παραπάνω συμπληρώνονται από την προβολή της ελευθερίας στον καπιταλισμό ως της «μοναδικά πραγματικής ελευθερίας», την αποθέωση του ατομικού δρόμου ενάντια στη συλλογική δράση και διεκδίκηση, τα ιδεολογήματα της «διαφορετικότητας», τα ναρκωτικά - που είναι έτσι κι αλλιώς μεγάλη μάστιγα στο χώρο.

Η καταγραφή και η διαπάλη με την παρέμβαση του αντιπάλου και μέσα από την Τέχνη στις συνειδήσεις των νέων που απευθυνόμαστε πρέπει να αποτελέσουν πλευρά της δράσης και της παρέμβασής μας που θα δυναμώσει το επόμενο διάστημα.

Το Φεστιβάλ ΚΝΕ - «Οδηγητή», ένα μεγάλο πολιτικό και πολιτιστικό γεγονός!

Το Φεστιβάλ της ΚΝΕ και του «Οδηγητή» είναι η μεγαλύτερη πολιτική και πολιτιστική δραστηριότητα της Οργάνωσης. Μαζί με την προβολή της πολιτικής θέσης και πρότασης του Κόμματος στα διάφορα τμήματα νεολαίας (νέοι εργαζόμενοι, φοιτητές, μαθητές, σπουδαστές) αποτελεί και το μεγαλύτερο πολιτιστικό γεγονός τόσο στη νεολαία όσο και στην ίδια την παρέμβαση της Οργάνωσης.

Αυτά τα τέσσερα χρόνια αποκτήσαμε επαφή με δεκάδες νέους καλλιτέχνες, που πολλοί από αυτούς γνώρισαν την Οργάνωση μέσα από τα Φεστιβάλ της. Είμαστε περήφανοι που από το χώρο του περνάνε κάθε χρόνο τα μεγαλύτερα ονόματα της ελληνικής σκηνής, που φιλοξενεί αφιερώματα πολλά από τα οποία παρουσιάζονται για πρώτη φορά και έχουν δημιουργηθεί ειδικά για το Φεστιβάλ. Μέσα από όλη αυτήν την πλούσια δραστηριότητα, σηκώνουμε έμπρακτα μέτωπο στην υποκουλτούρα, στις παραγωγές που αποδυναμώνουν τη σκέψη, το αισθητικό κριτήριο με σκοπό τη μαζική εκτόνωση της νεολαίας.

Για παράδειγμα, οι εικαστικές εκθέσεις, οι συζητήσεις, οι παραστάσεις, οι συναυλίες στον χώρο του Πολιτισμού στο κεντρικό Φεστιβάλ συνέβαλαν στην προβολή της ιδεολογίας και της πάλης του Κόμματός μας ως πηγής έμπνευσης για καλλιτεχνικά έργα με σπουδαία αισθητική αξία και πνοή, αλλά και απάντησης σε όσα ακούγονται και διδάσκονται ιδιαίτερα οι νέοι καλλιτέχνες γύρω από τη στράτευση, τη σύνδεση του καλλιτέχνη με την εποχή του και την επαναστατική πρωτοπορία.

Αυτή η προσπάθεια δεν έχει όρια. Χρειάζεται καλύτερα να μας προβληματίσει πώς θα αποκτήσουμε επαφές, δεσμούς με νέους καλλιτέχνες. Να ανοίξουμε δρόμους για επαφές και ανάπτυξη δεσμών με νέες καλλιτεχνικές ομάδες, με νέους καλλιτέχνες που δημιουργούν σε όλα τα είδη της Τέχνης. Ιδιαίτερο στοίχημα αποτελεί, παρά τα βήματα που έχουν γίνει, η αναβάθμιση της μορφής και του καλλιτεχνικού προγράμματος στις εκδηλώσεις του Φεστιβάλ σε όλη την Ελλάδα.

Για όλα τα παραπάνω, είχαμε ως οδηγό τις Αποφάσεις του 11ου Συνεδρίου της Οργάνωσης που έβαζε ως στόχους τη διαμόρφωση δυναμικού και υποδομής, αλλά και τη δοκιμασία νέων μορφών και μέσων, πραγματοποιήθηκαν συγκεκριμένα και μετρήσιμα βήματα, χωρίς βέβαια να επαναπαυόμαστε. Ιδίως στην ΚΝΕ, που η εναλλαγή είναι πολύ συχνή, με παράλληλη την ανάγκη να διαμορφώνεται ένα ανθρώπινο δυναμικό με εξειδικευμένη πείρα, που θα βοηθήσει και στο Κόμμα, χρειάζεται ακόμα πιο θαρρετά και επισταμένως να ψάχνουμε κόσμο που θα θέτει τη δημιουργία του, τις ειδικές του γνώσεις στο σκοπό μας. Κόσμο που θα συνδυάζει το κομματικό, πολιτικό κριτήριο με ειδικές γνώσεις στην Τέχνη και τον Πολιτισμό.

Τα Στέκια Πολιτισμού της ΚΝΕ, παρακαταθήκη για την πολιτιστική δουλειά μας!

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια προχωρήσαμε ως Οργάνωση στην ίδρυση τριών Πολιτιστικών Στεκιών της ΚΝΕ σε Αθήνα, Πάτρα και Καλαμάτα. Από τη μικρή, αλλά αρκετά πλούσια πείρα που έχουμε αποκτήσει, η λειτουργία των Στεκιών άνοιξε νέες δυνατότητες και προοπτικές και στην πολιτική και πολιτιστική παρέμβασή μας όλη τη χρονιά. Ανοιξαν δρόμοι για την ανάπτυξη πολύμορφης δραστηριότητας και καλλιτεχνικής δημιουργίας. Μπορούμε να μετρήσουμε ακόμα περισσότερα Στέκια σε περισσότερες πόλεις.

Ειδικά για το Στέκι Πολιτισμού και Νεανικής Δημιουργίας της ΚΝΕ, που είναι στην ευθύνη του Κεντρικού Συμβουλίου της ΚΝΕ, το σύνθημα που έμπαινε από τα εγκαίνιά του κιόλας, να γίνει «κυψέλη δημιουργίας και ανάτασης για τους νέους» γίνεται - μέρα με τη μέρα - πράξη.

Το Στέκι λειτουργεί ως πολιτιστικό εργαστήρι: Είναι η έδρα των Πολιτιστικών Ομάδων της ΚΝΕ, λειτουργούν μαθήματα και διατίθεται ο χώρος και για πρόβες διαφόρων καλλιτεχνικών ομάδων, που πιέζονται από την υπάρχουσα κατάσταση και προσπαθούν να δουλέψουν με την Τέχνη τους.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η δουλειά που πραγματοποιείται στις Πολιτιστικές Ομάδες της ΚΝΕ, αλλά και οι παραγωγές που ανεβάζουν. Καλύπτουν την ανάγκη δημιουργίας υποδομής για την ΚΝΕ και το Κόμμα αλλά και των μελών και φίλων της Οργάνωσης να ασχοληθούν με την Τέχνη και τον Πολιτισμό. Οι συμμετέχοντες έρχονται σε επαφή με κείμενα και προοδευτικούς καλλιτέχνες. Ενισχύουν το κριτήριό τους, βαθαίνουν στην κοσμοθεωρία μας, αναπτύσσουν το αισθητικό τους κριτήριο. Διαμορφώνεται ένα κομμάτι κόσμου που αποτελεί την πρώτη «μαγιά» για διάφορες κεντρικές εκδηλώσεις του Κόμματος.

Αυτό που βοήθησε, για παράδειγμα, ιδιαίτερα τη Θεατρική Ομάδα της ΚΝΕ να δημιουργήσει αξιόλογες παραγωγές είναι ότι γινόταν μια προεργασία. Βασικό ζήτημα είναι η επιλογή του έργου, αλλά και μετά η γνωριμία των μελών της Ομάδας με το έργο, τον δημιουργό, αλλά και την εποχή του.

Είμαστε χαρούμενοι που χρόνο με το χρόνο πολλαπλασιάζονται τα μαθήματα που πραγματοποιούνται στο Στέκι και ακουμπούν σε ακόμα πιο πολλά είδη Τέχνης. Για τα μαθήματα πήραμε υπόψη το ενδιαφέρον των ίδιων των συντρόφων και τις ανάγκες της Οργάνωσης για εκπαίδευση του δικού μας δυναμικού, αλλά και την ενίσχυση του ανοίγματος σε περισσότερους νέους. Πολλοί είναι αυτοί που βοηθάνε εθελοντικά ως δάσκαλοι, που διαθέτουν τον χρόνο, το μεράκι τους, αυτό που σπούδασαν. Η δημιουργία τεσσάρων δίσκων με τραγούδια μέσα σε αυτά τα χρόνια από νέους μουσικούς στηρίχθηκε στην υποδομή του Στεκιού. Τα τμήματα φωνητικής αποτέλεσαν τη βάση για μια σειρά από εκδηλώσεις, ενώ στα άμεσα σχέδια είναι η συγκρότηση μικρής συμφωνικής ορχήστρας της ΚΝΕ και χορωδίας.

Βασικό ζήτημα για τα Στέκια Πολιτισμού της ΚΝΕ σε κάθε πόλη πρέπει να είναι το διαρκές άνοιγμα σε ακόμα περισσότερες ομάδες τόσο επαγγελματικές όσο και από σπουδαστικούς χώρους (ωδεία, δραματικές σχολές, σχολές χορού κ.λπ.).

Χρειάζεται, τέλος, να μας προβληματίσει ακόμα περισσότερο πώς το Στέκι θα λειτουργεί ως ένας χώρος με πλούσιο μηνιαίο πρόγραμμα, που με πολυμορφία περιλαμβάνει πολιτιστικές εκδηλώσεις και θα προβάλλει τη νεανική δημιουργία. Πλέον σε καθένα Στέκι έχουμε αποκτήσει πείρα. Η συνεχής δραστηριότητα, αγκαλιάζοντας πολλά είδη Τέχνης, θα συμβάλλει στην ενίσχυση του πολιτιστικού ρεύματος στην Οργάνωση και στη δραστηριότητα αρκετών Τομεακών Οργανώσεων που μπορούν να τις αξιοποιήσουν. Μπορούμε πιο θαρρετά να δοκιμάσουμε και νέες μορφές που θα αναδεικνύουν το περιεχόμενο, εντάσσοντας στις εκδηλώσεις του Στεκιού πρωτότυπο καλλιτεχνικό έργο, από συντρόφους καλλιτέχνες, φίλους της Οργάνωσης και νέους που πρώτη φορά μας προσεγγίζουν. Είναι και δική μας ευθύνη να τους βοηθήσουμε να αφομοιώσουν ακόμα περισσότερο την κοσμοθεωρία μας, αφού ο καλλιτέχνης που, μαζί με το ταλέντο του βέβαια, διαθέτει και γνώση των νομοτελειών της κίνησης της κοινωνίας μπορεί από πολύ καλύτερη θέση να δημιουργήσει σπουδαίο έργο.


Αλεξάνδρα ΠΡΟΥΣΑΝΙΔΟΥ
Μέλος του ΚΣ της ΚΝΕ και επικεφαλής της Επιτροπής Πολιτισμού του ΚΣ

Η άνοδος των Ναζί στην εξουσία

5 Μάρτη 1933: Εκλογές στη Γερμανία, χιτλερικά στρατεύματα έξω από τα γραφεία του ΚΚ
5 Μάρτη 1933: Εκλογές στη Γερμανία, χιτλερικά στρατεύματα έξω από τα γραφεία του ΚΚ
Στις 30 Γενάρη 1933, ο «αρχηγός» του Εθνικοσοσιαλιστικού Γερμανικού Εργατικού Κόμματος Α. Χίτλερ ορίστηκε από τον Πρόεδρο Π. Χίντεμπουργκ καγκελάριος της Γερμανίας. Η ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας από τους Ναζί έχει αποδοθεί ανά καιρούς από διάφορους αστούς και οπορτουνιστές ιστορικούς/πολιτικούς αναλυτές σε μια σειρά από παράγοντες και κυρίως: α) Την «ευάλωτη» Δημοκρατία της Βαϊμάρης, που στάθηκε αδύνατη να υπερασπιστεί τον εαυτό της απέναντι στις «αντιδημοκρατικές» και «αντιθεσμικές» δυνάμεις που την «επιβουλεύονταν», και β) Την αδυναμία «συνεννόησης» των λεγόμενων «δημοκρατικών» - «αντιφασιστικών» δυνάμεων σε ένα πολιτικό μπλοκ, ικανό να αναχαιτίσει την επέλαση των Ναζί.

Η εκλογική άνοδος των Ναζί

Από τις εκλογές του Μάη 1928 έως τις εκλογές του Νοέμβρη 1932, οι Εθνικοσοσιαλιστές αύξησαν τα ποσοστά τους από 2,6% σε 33,09%. Πού στηρίχτηκε εκλογικά η άνοδος των Ναζί;

-- Στους «απογοητευμένους» ψηφοφόρους των Σοσιαλδημοκρατών και Κομμουνιστών; Οχι. Το διάστημα 1928-1932, οι Σοσιαλδημοκράτες έχασαν μεν 1,9 εκατομμύρια ψήφους, ωστόσο οι Κομμουνιστές κέρδισαν 2,7 εκατομμύρια. Τουναντίον, οι Ναζί άντλησαν βασικά δυνάμεις από την εκλογική πτώση μιας σειράς αστικών κομμάτων, όπως του Γερμανικού Εθνικού Λαϊκού Κόμματος, του Γερμανικού Λαϊκού Κόμματος και του Κόμματος της Μεσαίας Τάξης (μόνο τα οποία, την εν λόγω περίοδο, απώλεσαν αθροιστικά 4,7 εκατομμύρια ψήφους).

Στη φωτογραφία, στιγμιότυπο από ομιλία του Χίτλερ σε μπιραρία του Μονάχου
Στη φωτογραφία, στιγμιότυπο από ομιλία του Χίτλερ σε μπιραρία του Μονάχου
-- Στους εργάτες και τους ανέργους; Οχι. Προφανώς οι Ναζί άντλησαν ψήφους και από την εργατική τάξη (ιδιαίτερα από τα πιο πολιτικά καθυστερημένα, καθώς και τα λούμπεν στοιχεία της), εκμεταλλευόμενοι τις συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης (1929-1933) με δημαγωγικά και ψευδεπίγραφα «αντικαπιταλιστικά» συνθήματα. Ομως, όπως έχουν καταλήξει σχετικά εδώ και καιρό «σχεδόν όλοι οι αναλυτές», η εκλογική δύναμη του γερμανικού φασισμού εδραζόταν κυρίως στις μικροαστικές και μεσοαστικές μάζες (ιδιαίτερα των αγροτικών - ημιαστικών περιοχών), τους αυτοαπασχολούμενους, τα λεγόμενα «λευκά κολάρα» (δημόσιοι, διοικητικοί υπάλληλοι κ.ο.κ.) και τους Προτεστάντες. Αντιθέτως, «η εκλογική στήριξη στους Εθνικοσοσιαλιστές ήταν, πράγματι, αρκετά αδύναμη στις εργατουπόλεις, όπου κυριαρχούσε η βιομηχανία και η εξόρυξη [και οι οποίες ήταν] προπύργια του SPD [Σοσιαλδημοκρατών] και του KPD [Κομμουνιστών]».1Οι εργάτες και οι άνεργοι που εγκατέλειψαν τους Σοσιαλδημοκράτες την εν λόγω περίοδο μετακινήθηκαν πολιτικά/εκλογικά κυρίως στους Κομμουνιστές και όχι στους φασίστες.2

Για να δούμε όμως ποιοι ήταν οι ουσιαστικοί παράγοντες πίσω από την άνοδο του φασισμού - ναζισμού στη Γερμανία, πρέπει να πιάσουμε το νήμα της Ιστορίας πολύ πιο πριν από την «επίμαχη» περίοδο 1929-1933.

Η γέννηση του φασισμού - ναζισμού

Δρέσδη 1933. Οι ναζιστές βάζουν στην κρεμάλλα κομμουνιστικά σύμβολα
Δρέσδη 1933. Οι ναζιστές βάζουν στην κρεμάλλα κομμουνιστικά σύμβολα
Ο φασισμός, είτε ως μορφή της αστικής ιδεολογίας είτε ως μορφή κατασταλτικού μηχανισμού είτε ως μορφή ανοιχτής δικτατορίας του κεφαλαίου, ξεπήδησε από τη μήτρα του καπιταλισμού και εντάχθηκε στο οπλοστάσιό του αμέσως μετά τον Α' Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό Πόλεμο, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το επαναστατικό κύμα των εργατών, που σάρωνε την Ευρώπη στον απόηχο και της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης το 1917 στη Ρωσία. Και ενώ στην Ιταλία η αστική τάξη προχώρησε στην εγκαθίδρυση ανοιχτής φασιστικής δικτατορίας (το 1922 υπό τον Μπ. Μουσολίνι), στη Γερμανία τον βρώμικο ρόλο της θωράκισης της κλυδωνιζόμενης αστικής εξουσίας ανέλαβε να διεκπεραιώσει η Σοσιαλδημοκρατία, οπλίζοντας και αξιοποιώντας προς αυτόν τον σκοπό μια σειρά από ένοπλες συμμορίες, που στη συνέχεια θα αποτελούσαν πηγή άντλησης δυνάμεων για τα ναζιστικά Τάγματα Εφόδου (SA).

Ακολούθως, για να συντριβεί η επανάσταση των εργατών στη Γερμανία (1918-1919), η κυβερνώσα Σοσιαλδημοκρατία επιστράτευσε τόσο την εκ των έσω υπονόμευση όσο και την αδυσώπητη καταστολή, τη φυσική εξόντωση. Είναι χαρακτηριστικό πως, σε αντίθεση με τα όσα προέβλεπε η Συνθήκη των Βερσαλλιών για τον αφοπλισμό, η γερμανική κυβέρνηση (με τις «ευλογίες» της Αντάντ) διατήρησε και ενίσχυσε τα ακροδεξιά παραστρατιωτικά σώματα της Εθνικής Πολιτοφυλακής («Einwohnerwehr» και «Orgesch») κ.ά., με το σαφές αιτιολογικό ότι «χωρίς οργάνωση η αστική τάξη δεν μπορεί να αντιταχθεί στους Κόκκινους, οι οποίοι αποτελούν τον πραγματικό κίνδυνο».3Μέσα από τις ίδιες «ανάγκες» της αντεπανάστασης συγκροτήθηκε και το Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα (1918-1920), του οποίου ο Α. Χίτλερ τέθηκε επικεφαλής το 1921.

Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης

Στο διάστημα που μεσολάβησε έως την εκδήλωση της διεθνούς οικονομικής καπιταλιστικής κρίσης το 1929, η συμμαχία της αστικής τάξης με τη Σοσιαλδημοκρατία συνεχίστηκε ως η ενδεδειγμένη «συνταγή» για την περαιτέρω ενσωμάτωση της εργατικής τάξης και τη σταθεροποίηση της καπιταλιστικής εξουσίας.

Στο πλαίσιο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, οι ναζιστικές συμμορίες κ.ά. τέτοιες ομάδες αξιοποιήθηκαν (παράλληλα με τους επίσημους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους) για το σπάσιμο απεργιών, για δολοφονικές επιθέσεις κατά πρωτοπόρων εργατών και συνδικαλιστών και - κυρίως - κατά των κομμουνιστών. Για τις υπηρεσίες τους αυτές λάμβαναν άφθονη χρηματοδότηση από το βιομηχανικό και τραπεζικό κεφάλαιο. Από τους πρώτους χορηγούς των Ναζί υπήρξε ο βιομηχανικός κολοσσός της «Krupp», ενώ τη δεκαετία του 1920 προστέθηκαν στη σχετική λίστα οι μεγαλοβιομήχανοι Fritz Thyssen, Emil Kirdorf, Wilhelm Keppler, ο οίκος Stinnes (με χρήματα του οποίου κατέστη εφικτή το 1925 η ημερήσια έκδοση του ναζιστικού οργάνου «Volkischer Beobachter» από εβδομαδιαία που ήταν), καθώς και σημαντικοί παράγοντες των τραπεζών, όπως οι Kurt von Schroder και Hjalmar Schacht (τότε πρόεδρος της Reichsbank και κατόπιν υπουργός Οικονομικών των Ναζί) κ.ο.κ.4

Βεβαίως, τη δεδομένη περίοδο, μόνο ορισμένα τμήματα της γερμανικής αστικής τάξης στήριζαν τους Ναζί και αυτά για να διεκπεραιώνουν τον ρόλο τους ως ένα ακόμη μαντρόσκυλο των καπιταλιστών. Τη συνολική διαχείριση των συμφερόντων τους ως τάξη εξυπηρετούσε - προς το παρόν - καλύτερα η κοινοβουλευτική Δημοκρατία της Βαϊμάρης και η στρατηγική συμπόρευση/κυβερνητική συμμαχία των Σοσιαλδημοκρατών με τα «παραδοσιακά» αστικά κόμματα.

Ετσι, όταν οι Ναζί επιχείρησαν το περιβόητο «πραξικόπημα της Μπυραρίας» στις 8-9 Νοέμβρη 1923, η αστική τάξη τούς «τράβηξε τα λουριά», καταστέλλοντας την κίνηση χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία. Παρ' όλα αυτά τους διατήρησε ως «εφεδρεία», ρίχνοντας τους επικεφαλής τους στα «μαλακά»: Ο μεν στρατάρχης Ε. Λούντεντορφ αθωώθηκε πλήρως, ο δε Α. Χίτλερ καταδικάστηκε σε 5 χρόνια φυλακή, εκ των οποίων εξέτισε μόλις 10 μήνες και αυτούς σε εξαιρετικά ευνοϊκές συνθήκες κράτησης.

Διαμετρικά αντίθετη σε σκληρότητα υπήρξε η αντιμετώπιση της εξέγερσης των εργατών του Αμβούργου το ίδιο έτος, η οποία πνίγηκε στο αίμα, ενώ πάνω από 800 εργάτες και κομμουνιστές κλείστηκαν στη φυλακή.

Αντίστοιχα, το 1929 ο Σοσιαλδημοκράτης υπουργός Εσωτερικών Κ. Σέβερινγκ δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να θέσει εκτός νόμου τη βασική οργάνωση αυτοάμυνας της εργατικής τάξης «Κόκκινο Μέτωπο», αφήνοντας την ίδια στιγμή τα ναζιστικά Τάγματα Εφόδου να δρουν ανενόχλητα (τα SA τέθηκαν εκτός νόμου μόλις τον Απρίλη του 1932 και για λίγες μόνο βδομάδες). Για την Ιστορία, να σημειώσουμε πως το «Κόκκινο Μέτωπο» διέθετε τότε κοντά 130.000 μέλη: Μια υπολογίσιμη μάχιμη δύναμη, που θα μπορούσε να σταθεί δυναμικά απέναντι στη ναζιστική επιθετικότητα.

Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης, επομένως (με άλλα λόγια το αστικό κοινοβουλευτικό καθεστώς εξουσίας που οικοδομήθηκε στη Γερμανία στα θεμέλια της αντεπανάστασης), δεν υπήρξε καθόλου αδύναμη απέναντι στους πραγματικούς, ταξικούς εχθρούς της: Το επαναστατικό εργατικό κίνημα. Ο φασισμός - ναζισμός δεν υπήρξε αντίπαλος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, αλλά ένα από τα πολλά όπλα στη φαρέτρα της, συντηρούμενο και αξιοποιούμενο κατά το δοκούν. Ως τέτοιο άλλωστε εκθρέφτηκε και χρησιμοποιήθηκε από όλες τις αστικές δημοκρατίες της περιόδου (βλέπε «Φάλαγγα» στην Ισπανία, «Πύρινοι Σταυροί» και «Γαλλική Δράση» στη Γαλλία, «Βρετανική Ενωση Φασιστών» στην Αγγλία, «Μαύρη» και «Ασημένια Λεγεώνα» στις ΗΠΑ, «Εθνική Ενωση Ελλάς» και «Τρίαινα» στην Ελλάδα κ.ο.κ.).

Ωστόσο, η δοσολογία του μείγματος της ενσωμάτωσης και καταστολής, που πρόκρινε η αστική τάξη τη δεκαετία του 1920, ως βέλτιστη για την προάσπιση της εξουσίας της, θα άλλαζε τη δεκαετία του 1930, προκειμένου να αντιμετωπίσει την οικονομική καπιταλιστική κρίση, αλλά και να θωρακιστεί όσο το δυνατόν καλύτερα μπροστά στον επερχόμενο ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Η άνοδος του ναζισμού

«Εμείς πρέπει να γιατρέψουμε τον καπιταλισμό που πάσχει» (!), διατράνωσε το Συνέδριο του SPD στη Λειψία το 1931.5 Πράγματι, οι Σοσιαλδημοκράτες έκαναν ό,τι μπορούσαν για να στηρίξουν τον κλυδωνιζόμενο καπιταλισμό, τόσο ως κυβέρνηση (1929-1930) όσο και ως κοινοβουλευτικό δεκανίκι της κυβέρνησης Χ. Μπρούνινγκ (1930-1932). Το κόμμα του Κέντρου του Χ. Μπρούνινγκ είχε έρθει τέταρτο σε ψήφους στις εκλογές του 1930, ωστόσο σχημάτισε κυβέρνηση βάσει έκτακτου προεδρικού διατάγματος και ουσιαστικά επιβίωσε κοινοβουλευτικά χάρη στην ανοχή που του παρείχε το μεγαλύτερο κόμμα στο Ράιχσταγκ, δηλαδή οι Σοσιαλδημοκράτες (ως γνωστό, στην αστική δημοκρατία «δεν υπάρχουν αδιέξοδα»).

Ακολούθως, το SPD όχι μόνο έβαλε κοινοβουλευτική πλάτη σε όλα τα αντιλαϊκά μέτρα του καθεστώτος της «αυταρχικής δημοκρατίας» (κατά τον ίδιο τον Χ. Μπρούνινγκ), αλλά ανέβαλε και την τήρηση της «ησυχίας» και της «τάξης» εκτός κοινοβουλίου. Είναι χαρακτηριστικό πως, όταν ξέσπασε η δεύτερη κατά σειρά απεργία των εργατών μετάλλου τον Οκτώβρη του 1930, οι Σοσιαλδημοκράτες διατράνωσαν σε όλους τους τόνους και με όλους τους τρόπους ότι «στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης η απεργία είναι έγκλημα»!6 Οπως τόνισε ο ίδιος ο Μπρούνινγκ, «η αποδόμηση της κοινωνικής πολιτικής (...) είναι πιο εύκολο να γίνει με τη Σοσιαλδημοκρατία παρά με τη δεξιά».7

Σε αυτό το πλαίσιο, «από τη στιγμή που οι σοσιαλδημοκράτες στήριζαν την αντιλαϊκή πολιτική λιτότητας του Μπρούνινγκ, ο Φύρερ των εθνικοσοσιαλιστών μπορούσε να παρουσιάζει το κόμμα του ως το μοναδικό λαϊκό αντιπολιτευτικό κίνημα που βρισκόταν στα δεξιά των κομμουνιστών και, ταυτόχρονα, ως εναλλακτική διέξοδο στο "μαρξισμό" τόσο τον μπολσεβίκικο όσο και τον ρεφορμιστικό».8

Καθώς η Σοσιαλδημοκρατία αποδυναμωνόταν όλο και περισσότερο ως βασικό πολιτικό στήριγμα της αστικής εξουσίας, όλο και μεγαλύτερα τμήματα της γερμανικής κεφαλαιοκρατίας στρέφονταν ευνοϊκά προς τις αυταρχικές - και προπάντων αντικομμουνιστικές - λύσεις που προσέφερε ο εθνικοσοσιαλισμός.

Το γεγονός αυτό αποτυπώθηκε στη σημαντικότατη αύξηση του αριθμού των χορηγών αλλά και των ποσών των χορηγιών των Ναζί την περίοδο 1930-1932. Ενδεικτικά: Από το 1931 όλα τα μέλη του Γερμανικού Συνδέσμου Ανθρακα προσέφεραν μισό μάρκο για κάθε τόνο άνθρακα που πωλούσαν στα ταμεία του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος. Την ίδια χρονιά, οι επιχειρήσεις του Fr. Thyssen συνέδραμαν τους Ναζί με 250.000 μάρκα, ενώ το 1932 εκπρόσωποι της γερμανικής και αμερικανικής «I.G. Farben» (τότε ένας από τους ισχυρότερους πολυεθνικούς μονοπωλιακούς ομίλους στη χημική βιομηχανία), της «Hamburg-America Line» (η μεγαλύτερη ναυτιλιακή εταιρεία της Γερμανίας) και του Γερμανικού Μονοπωλίου Ποτάσας συγκέντρωσαν πάνω από 500.000 μάρκα.9

Στις 27 Γενάρη 1932 ο Α. Χίτλερ, απευθυνόμενος σε περίπου 650 μέλη της Ενωσης Βιομηχάνων στο Ντίσελντορφ, τους διαβεβαίωσε ότι δεν έχουν τίποτε να φοβούνται από τα «αντικαπιταλιστικά» - «σοσιαλιστικά» συνθήματα των Ναζί (που βασικά ήταν για «μαζική κατανάλωση»), τονίζοντας: «Σας παρουσιάζω εδώ μια προοπτική και είμαι πεπεισμένος ότι η νίκη αυτής της προοπτικής αποτελεί τη μόνη δυνατή αφετηρία μιας γερμανικής ανάκαμψης». Η προοπτική αυτή περιελάμβανε μια επιθετική πολιτική, τόσο απέναντι στους ανταγωνιστές του γερμανικού κεφαλαίου διεθνώς όσο και απέναντι στους ταξικούς εχθρούς του στο εσωτερικό. «Είμαστε ανένδοτοι», υπογράμμισε σχετικά, «στην απόφασή μας να εξοντώσουμε το Μαρξισμό στη Γερμανία μέχρι την τελευταία του ρίζα».10

Οπως αποδείχθηκε αργότερα στις Δίκες της Νυρεμβέργης, οι χορηγίες της γερμανικής κεφαλαιοκρατίας έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στη συντήρηση και διόγκωση του πολιτικού - παραστρατιωτικού μηχανισμού των Ναζί. Η δε «αμέριστη προβολή των δραστηριοτήτων του ναζιστικού κόμματος από τον Τύπο, ο οποίος ελεγχόταν από επιχειρηματικούς ομίλους, είχε συνέπειες που δεν μπορούσαν να αποτιμηθούν σε χρήμα».11

Παρ' όλα αυτά, μέσα στο 1932 φάνηκε πως, παρά την αμέριστη στήριξη, η εκλογική επιρροή του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος είχε αρχίσει να φθίνει. Από τις εκλογές του Ιούλη έως τις εκλογές του Νοέμβρη 1932, οι Ναζί έχασαν πάνω από 2.000.000 ψήφους. Στις τοπικές εκλογές της Θουριγγίας (προπύργιο των Ναζί), τον Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου η εθνικοσοσιαλιστική ψήφος μειώθηκε κατά 40%.

Ο σοσιαλδημοκρατικός Τύπος πανηγύριζε καθησυχάζοντας τους εργάτες πως είχε επέλθει η «οριστική εκμηδένιση του Χίτλερ». Οι Κομμουνιστές, από την άλλη, προειδοποιούσαν πως «όσο μεγάλη και αν είναι η ήττα του εθνικοσοσιαλισμού, θα ήταν ανόητο να μιλάει κανείς για συντριβή του». Πράγματι, «το γεγονός της φθίνουσας μαζικής στήριξης επέσπευσε την απόφαση της αστικής τάξης να τοποθετήσει το φασισμό στην εξουσία, πριν οι μετοχές του βυθιστούν απελπιστικά και οι κομμουνιστές αποκτήσουν πλήρη ισχύ, ώστε στη βάση της κρατικής εξουσίας ο φασισμός να έχει τη δυνατότητα επανάκτησης της ισχύος του και συντριβής κάθε αντίθετης δύναμης».12

Πράγματι, η επιλογή αυτή της γερμανικής αστικής τάξης πήρε σάρκα και οστά στις 30 Γενάρη 1933, όταν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στρατάρχης Πολ φον Χίντεμπουργκ όρκισε τον Α. Χίτλερ καγκελάριο. Σημειωτέον, η εκλογή του Χίντεμπουργκ (ακραιφνή μοναρχικού και σφαγέα του Α' Παγκοσμίου ιμπεριαλιστικού Πολέμου) στην προεδρία της Δημοκρατίας είχε καταστεί εφικτή με την υποστήριξη των Σοσιαλδημοκρατών λίγους μήνες πριν. Το SPD είχε καλέσει τους εργάτες σε στήριξη του Χίντεμπουργκ στη λογική του «μικρότερου κακού», σε αντίθεση με τους Κομμουνιστές, που τότε είχαν ρίξει το σύνθημα: «Οποιος ψηφίζει τον Χίντεμπουργκ, ψηφίζει τον Χίτλερ. Οποιος ψηφίζει τον Χίτλερ, ψηφίζει τον Χίντεμπουργκ». Το σύνθημα αυτό επιβεβαιώθηκε πλήρως μόλις λίγους μήνες μετά, αποτελώντας ένα ακόμη ιστορικό παράδειγμα για το πού μπορεί να εγκλωβίσει - και τελικά οδηγήσει - τον λαό η λογική του «μικρότερου κακού».

Η επιδίωξη του ενιαίου μετώπου

Με τον διορισμό του Χίτλερ στην καγκελαρία, το KPD κάλεσε (για τρίτη κατά σειρά φορά) το SPD σε ενιαίο αντιφασιστικό μέτωπο και κοινή ανάληψη δράσης: «Στην επίθεση των αιμοβόρων φασιστικών σκυλιών να απαντήσουμε αμέσως (...) με μαζική απεργία, με γενική απεργία». Η απάντηση των Σοσιαλδημοκρατών ήταν «πως ο Χίτλερ ανέβηκε στην εξουσία νόμιμα και πως το προλεταριάτο δεν πρέπει "να σπαταλήσει πρόωρα το μπαρούτι της γενικής απεργίας"». Την ίδια στιγμή, το επίσημο όργανό τους, η εφημερίδα «Φόρβερτς», καυχιόταν στις 2 Φλεβάρη πως «"αν δεν υπήρχαν οι σοσιαλδημοκράτες" ένας άνθρωπος του λαού σαν τον Χίτλερ δε θα μπορούσε ποτέ να γίνει καγκελάριος».13

Η αναζήτηση συμμαχιών των Κομμουνιστών στους Σοσιαλδημοκράτες απέναντι στον φασισμό ήταν τόσο ουτοπική όσο και ανασταλτική για την προώθηση της υπόθεσης της εργατικής τάξης. Και αυτό γιατί, όπως η ίδια η ιστορία της Γερμανίας είχε αποδείξει - και αποδείκνυε ξανά τώρα - η Σοσιαλδημοκρατία αποτελούσε μια καθόλα αστική, αντεπαναστατική και αντικομμουνιστική πολιτική δύναμη. Εξ ου και την κρίσιμη εκείνη περίοδο, το SPD διατράνωνε σε όλους τους τόνους πως «ο κύριος εχθρός βρισκόταν στα αριστερά και ότι η Γερμανία έπρεπε "να σωθεί από τον μπολσεβικισμό"».14

Βασικός σκοπός της Σοσιαλδημοκρατίας διαχρονικά ήταν η διάσωση και διαιώνιση της αστικής εξουσίας, ακόμα κι αν αυτό περνούσε πάνω από την καταστολή και της ίδιας (όπως και έγινε). Από την άλλη μεριά, θεμελιώδης σκοπός των κομμουνιστών πρέπει να είναι η αυτοτελής ζύμωση, οργάνωση και δράση της εργατικής τάξης σε επαναστατική κατεύθυνση, χωρίς συμβιβασμούς ή αυταπάτες.

Προς την τελική επικράτηση

Στις 20 Φλεβάρη 1933, ο Χίτλερ, σε συνάντησή του με τους πλέον επιφανείς εκπροσώπους της γερμανικής αστικής τάξης, ήταν ξεκάθαρος: «Βρισκόμαστε ενώπιον των τελευταίων εκλογών. Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, δεν θα υπάρξει υποχώρηση (...) Αν οι εκλογές δεν βγάλουν το [επιθυμητό] αποτέλεσμα, τότε αυτό θα πρέπει να επιτευχθεί με άλλα μέσα». Με άλλα λόγια, το ζήτημα τέθηκε κρυστάλλινα: Ανοιχτή φασιστική δικτατορία του κεφαλαίου. Προς αυτόν το σκοπό αποφασίστηκε η συγκρότηση ειδικού ταμείου, το οποίο οι παρευρισκόμενοι «προικοδότησαν» με το ιλιγγιώδες τότε ποσό των 3.000.000 μάρκων.15

Το επόμενο διάστημα, και με τη Σοσιαλδημοκρατία στο τσεπάκι της, η γερμανική αστική τάξη εξαπέλυσε γενική επίθεση κατά της εργατικής τάξης - και ιδιαίτερα κατά της πρωτοπορίας της, τους κομμουνιστές. Στις 27 Φλεβάρη εκδηλώθηκε η προβοκάτσια του εμπρησμού του Ράιχσταγκ (που πραγματοποίησαν οι Ναζί για να την προσάψουν στους κομμουνιστές ως πρόσχημα για τις διώξεις που θα ακολουθούσαν). Στις 28 αναστάλθηκαν με έκτακτο προεδρικό διάταγμα όλα τα συνταγματικά άρθρα που σχετίζονταν με την ελευθερία του ατόμου, του λόγου, των συγκεντρώσεων κ.ο.κ. Χιλιάδες μέλη και ψηφοφόροι του Κομμουνιστικού Κόμματος κακοποιήθηκαν, συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν. Υπό αυτές τις συνθήκες, στις εκλογές της 5ης Μάρτη 1933 το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα αύξησε τα ποσοστά του σε 43,91%, χωρίς όμως και πάλι να πετυχαίνει την απόλυτη πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο: Γεγονός που τελικά κατάφερε ακυρώνοντας την εκλογή των 81 κομμουνιστών βουλευτών.

Ετσι λοιπόν ανήλθε ο Χίτλερ στην εξουσία στη Γερμανία. Οχι «ελέω» των «πλανεμένων» εργατικών μαζών - θυμάτων της κρίσης. Ούτε λόγω «αδυναμίας» της Δημοκρατίας. Ούτε βεβαίως λόγω αδυναμίας συγκρότησης ενός αντιφασιστικού μετώπου. Οι Ναζί ανέλαβαν την εξουσία ελέω των Γερμανών βιομηχάνων και τραπεζιτών. Από τα σπλάχνα του καπιταλισμού και της αντεπανάστασης, που γέννησαν και την ίδια την αστική Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Η ανοιχτή φασιστική δικτατορία του κεφαλαίου ήταν συνέχεια αυτής της αστικής δημοκρατίας, προσαρμοσμένη κατά τις ανάγκες του κεφαλαίου στις νέες ντόπιες και διεθνείς συνθήκες.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Thomas Childers, «The Social Bases of the National Socialist Vote», στο «Journal of Contemporary History», τ.11, 1976, σελ. 17-42

2. Gerard Schulz, «Der Aufstieg des Nationalsozialismus: Krise und Revolution in Deutschland», εκδ. «Propulaen Verlag», Berlin, 1975, σελ. 479 ε.ε.

3. Ρατζανί Πάλμε Ντατ, «Φασισμός και κοινωνική επανάσταση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2013, σελ. 171

4. Antony C. Sutton, «Wall Street and the rise of Hitler», εκδ. «Clairview», 2010, σελ. 99-100

5. Ρατζανί Πάλμε Ντατ, «Σοσιαλδημοκρατία και Φασισμός», στην ΚΟΜΕΠ τ. 6/2009, σελ. 124

6. Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, «Παγκόσμια Ιστορία», τόμος Θ, σελ. 268

7. Χρήστος Μπαλωμένος, «Από τον οπορτουνισμό στην αστική διακυβέρνηση. Το ιστορικό παράδειγμα του SPD», στην ΚΟΜΕΠ τ. 4-5/2012, σελ. 162

8. Ο.π., σελ. 164

9. Antony C. Sutton, «Wall Street and the rise of Hitler», εκδ. «Clairview», 2010, σελ. 99 ε.ε.

10. Jeremy Noakes & Geoffrey Pridham, eds., «Nazism 1919-1945, Vol. 1, The Rise to Power 1919-1934», εκδ. University of Exeter Press, Exeter, 1998, σελ. 94-95

11. Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, 1918-1939, Τόμος Α2, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2018, σελ. 378

12. Ρατζανί Πάλμε Ντατ, «Φασισμός και κοινωνική επανάσταση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2013, σελ. 183-184

13. Αναστάσης Γκίκας, «Η στάση της σοσιαλδημοκρατίας απέναντι στο φασισμό», στην ΚΟΜΕΠ τ.1/2014, σελ. 145

14. Ουίλιαμ Φόστερ, «Ιστορία των τριών Διεθνών», εκδ. «Γνώσεις», Αθήνα, σελ. 479

15. Ντοκουμέντο EC-439 (Πρακτικά Δίκης Νυρεμβέργης) και Josiah Dubois, «Generals in Grey Suits», εκδ. Bodley Head, 1953, σελ. 323


Α. Γ.




Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org