Πέμπτη 24 Ιούλη 2008
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΜΙΓΚΟΥΕΛ ΧΟΥΕΡΓΚΑ
Σαλβαδόρ

Η πολυβραβευμένη ταινία του Μιγκουέλ Χουέργκα, «Σαλβαδόρ», θα σας συγκινήσει βαθιά. Ιδιαίτερα το δεύτερο μέρος της, από το σημείο δηλαδή που ο Σαλβαδόρ Πουίγκ Αντίκ συλλαμβάνεται και κλείνεται στις φυλακές του Φράνκο. Θα σας συγκινήσει ο αγώνας που δίνει αυτός, οι δικηγόροι του και οι σύντροφοί του,για τη ζωή του. Θα σας συγκινήσει η παγκόσμια αλληλεγγύη. Θα σας συγκινήσει η προσπάθεια που καταβάλλεται να μεταπειστεί το φασιστικό καθεστώς της Ισπανίας να γίνει ανθρώπινο. Πράγμα, καθώς καταλαβαίνετε, ακατόρθωτο! Ο φασισμός είναι πάντα και παντού φασισμός.

Το πρώτο μέρος της ταινίας είναι, ας το πούμε έτσι, διεκπεραιωτικό. Ο Χουέργκα μάς γνωρίζει τον ήρωά του. Οχι με τον καλύτερο τρόπο, είναι αλήθεια. Η ταινία μέχρι τη σύλληψη του Σαλβαδόρ πάσχει από πολιτική σκέψη. Ο νεαρός αναρχικός, ο τελευταίος άνθρωπος που εκτελέστηκε στην Ισπανία, παρουσιάζεται πολύ ναΐφ, χωρίς γερή πολιτική συγκρότηση. Το πολύ νεαρό της ηλικίας του δεν δικαιολογεί τέτοια αφέλεια. Ακόμα και οι νεαροί των Εξαρχείων αντιμετωπίζουν πιο σοβαρά, πιο σοβαροφανώς έστω, τη δράση τους. Ο αναρχισμός στην Ισπανία, ιδιαίτερα στην Καταλονία, είχε βαθύτερες ρίζες.

Παρ' όλα αυτά και το πρώτο μέρος της ταινίας, το πιο αδύναμο, είναι πολύ χρήσιμο. Γιατί, συνειδητά ή ασυνείδητα, αποκαλύπτει το αδιέξοδο του αγώνα των αναρχικών. Οι βόμβες, οι πράξεις βίας, οι απαλλοτριώσεις, οι ληστείες, όταν δεν είναι μέρος ενός οργανωμένου λαϊκού αγώνα, είναι ατελέσφορα. Ο χρόνος λειτουργεί πάντα υπέρ του εχθρού, ο οποίος έχει το χρόνο και τα μέσα να συντρίψει τέτοιες κινήσεις. Πέρα από τις εσωτερικές έριδες που παρουσιάζουν αυτού του είδους τα κινήματα. Αφήστε την έλλειψη ενός ολοκληρωμένου επαναστατικού σχεδίου. Η αταξική κοινωνία δεν είναι ένα σύνθημα. Είναι σημείο αναφοράς. Είναι αποτέλεσμα πολλών και οργανωμένων αγώνων. Αλλά και ανώτερης ανθρώπινης συνείδησης. Η οποία δημιουργείται με τους πολιτικά σωστούς καθημερινούς κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες.

Από τη στιγμή της σύλληψης και μετά, η ταινία απογειώνεται. Ακόμα και ο πρωταγωνιστής της γίνεται καλύτερος, εσωτερικότερος. Ο Σαλβαδόρ δεν παίρνει τίποτα πίσω από αυτά που έκανε. Δεν υπογράφει, με άλλα λόγια. Ομως, φοβάται! Ο θάνατος, τον οποίο βλέπει να έρχεται καλπάζοντας πάνω στο μαύρο άλογο του Φράνκο, του μαγκώνει την καρδιά και του αλλοιώνει τα χαρακτηριστικά. Ο Σαλβαδόρ, ο νεαρός αναρχικός, το παιδί ακόμα, μέσα στη φυλακή γίνεται άντρας. Βλέπει τη ζωή, από τη φιλοσοφική της πλευρά, με άλλα μάτια. Γίνεται ακόμα πιο τρυφερός!..

Η ταινία είναι, κατά κάποιο τρόπο, ελεύθερη μεταφορά της ζωής και του θανάτου του νεαρού Καταλανού αναρχικού, Σαλβαδόρ Πουίγκ Αντίκ. Ο οποίος έδρασε στα τέλη του 1960 μέχρι το 1974, που εκτελέστηκε. Ο θάνατός του ξεσήκωσε τέτοιες διαμαρτυρίες που ανάγκασε την Ισπανία να σταματήσει, πια, τις ανθρώπινες εκτελέσεις.

Για εμάς τους Ελληνες, η ταινία έχει μια μεγαλύτερη σημασία. Οι δυο χώρες, η Ισπανία και η Ελλάδα, έχουν περάσει σχεδόν τις ίδιες δοκιμασίες. Πολλά σημεία της ταινίας θα μπορούσαν να αναφέρονται στη δική μας Ιστορία, στις δικές μας φυλακές, στις δικές μας εκτελέσεις. Εγώ ένοιωσα την ταινία τόσο δική μου.

Παίζουν: Ντάνιελ Μπρουλ, Τρίστιαν Ουλόα, Λεονάρντο Σμπαράγλια, Ίνγκριντ Ρούμπιο, κ.ά.

ΚΡΙΣ ΚΑΡΤΕΡ
The X-Files: Θέλω να πιστέψω

Φυσιολογικά θα έπρεπε να ξεπεράσω την ταινία, λέγοντας «παίζεται ακόμα». Ομως, ο θόρυβος που θα προκαλέσει η συγκεκριμένη ταινία και η προβλεπόμενη εισροή της νεολαίας σε αυτή, με υποχρεώνει να δικαιολογήσω την απαξίωσή μου για εκείνη.

Με τις τεχνικές και τεχνολογικές δυνατότητες που έχει σήμερα ο κινηματογράφος, δε με εντυπωσιάζουν, και δεν πρέπει να εντυπωσιάζουν και εσάς, τα τεχνικά επιτεύγματα. Δε διστάζω, βέβαια, να δώσω συγχαρητήρια στους τεχνικούς. Οπως, επίσης, στο συνθέτη και την ορχήστρα του. Η μουσική της ταινίας είναι, πράγματι, εξαιρετική. Και η φωτογραφία, επίσης. Το μοντάζ, τα ντεκόρ. Ομως...

Ομως, η ομορφιά του μέσου παίρνει αξία από το περιεχόμενο που μεταφέρει. Κανένας δε στάθηκε με θαυμασμό μπροστά σε ένα βυτιοφόρο περιττωμάτων. Το περιεχόμενο του «Θέλω να Πιστέψω», όσο και αν προσπάθησαν να το στολίσουν με δήθεν επιστημονικότητα και δήθεν πνευματικότητα, είναι για κλάματα ή για γέλια! Ο πρωταγωνιστής, τάχα μου, αγωνίζεται για την αλήθεια, σύμφωνα με τις ...γραφές! Ενας παπάς έχει και μαντικές ικανότητες (είναι, με πολλούς τρόπους, και πιθανός ένοχος). Μια γιατρός ψάχνει τη δική της αλήθεια, τον πρωταγωνιστή (μπλεγμένη και αυτή με τα θρησκευτικά της). Και οι Ρώσοι σφάζουν ανθρώπους κλπ., κλπ...

Αν δε σε ένοιαζε το κακό που κάνει η ταινία, θα έμπαινες στην αίθουσα και θα χτυπιόσουν στα γέλια. Ισως κάτι ξέρουν οι πονηρεμένοι πιτσιρικάδες, που μπαίνουν στα πολυσινεμά και χτυπάνε τα πόδια τους, σφυρίζουν, ξεφωνίζουν. Ομως, αυτές τις ταινίες, όσο και αν προκαλούν θυμηδία ή σου βγάζουν τα ζωώδη σου ένστικτα, πρέπει να τις αγνοήσεις. Δεν πρέπει να πάρουν τη δεκάρα σου! Δεν έχουν καμία σχέση με την τέχνη του κινηματογράφου.

Παίζουν: Ντέιβιντ Ντουκόβνι, Γκίλιαν Αντερσον, Αμάντα Πιτ, Μπίλι Κόναλι.

ΣΑΪΜΟΝ ΧΑΝΤΕΡ
Οι άρχοντες του σκότους

Για να μη σας κουράζω ό,τι έχω γράψει για τους «The X- Files» ισχύει στο ακέραιο, και ...ακόμα χειρότερα, και για τους Αρχοντες! Εδώ, βέβαια, έχει περισσότερες σφαγές, εκατοντάδες σφαγές, χιλιάδες πτώματα.

Και εδώ όλα τα εγκλήματα (και αυτό σε βάρος της τέχνης) γίνονται από τις πολυεθνικές (στην προσπάθεια των παραγωγών να κολακέψουν και να ξεγελάσουν τον θεατή). Πολυεθνικός στρατός, πολυεθνικών εταιρειών, ό,τι μισητότερο από τον πολύ κόσμο (σκέφτηκαν οι παραγωγοί), σκοτώνει αθώους μεταλλαγμένους! Και εδώ κυριαρχεί η μεταφυσική και το «θείο». Αφορμές, δηλαδή, για να πλημμυρίσει με αίμα η οθόνη.

Παίζουν: Τζον Μάλκοβιτς, Τόμας Τζέιν, Ρον Πέρλμαν, Ντιβόν Αοκί.

ΡΟΝΤΡΙΓΚΟ ΠΛΑ
Ιδιωτική ζώνη

Φανταστείτε μια άθλια και φτωχή πόλη. Μια παραγκούπολη. Μια κόλαση. Στο κέντρο αυτής της κόλασης ένας ιδιωτικός παράδεισος. Μια δεντροφυτεμένη περιοχή με εξαιρετικά σπίτια και μεγάλες αυλές με γκαζόν. Τους δυο αυτούς κόσμους χωρίζουν ηλεκτροφόρα σύρματα. Κανένας από την παραγκούπολη (Πόλη του Μεξικού) δεν μπαίνει στην πλούσια περιοχή (ιδιωτική ζώνη), εκτός για να εργαστεί σαν κηπουρός, σαν καθαριστής, σαν σεκιούριτι, σαν υπηρέτης...

Κάποιο βράδυ μια καταιγίδα διακόπτει το ρεύμα. Τρία πεινασμένα σπουργίτια, τρία αμούστακα παιδιά, βρίσκουν ευκαιρία και περνάνε τα σύρματα. Σκοπός τους να κλέψουν και να ξαναγυρίσουν στην κόλαση. Αμέσως, όμως, γίνονται αντιληπτά από τους σεκιούριτι, αλλά και από τους ιδιοκτήτες της «Ιδιωτικής Ζώνης». Τα όπλα αστράφτουν. Τα δυο παιδιά πέφτουν νεκρά. Το τρίτο κρύβεται...

Από το σημείο αυτό και μετά, αρχίζει το πραγματικό ενδιαφέρον της ταινίας. Με αφορμή αυτό το επεισόδιο, οι ιδιοκτήτες της περιφραγμένης περιοχής, της Εκάλης ας πούμε, μας αποκαλύπτουν το σκληρό και αδυσώπητο ταξικό εαυτό τους. Και μας προβληματίζουν και για το δικό μας μέλλον, όταν τα πράγματα σφίξουν ακόμα περισσότερο (μεγαλύτερη ανεργία, μεγαλύτερη φτώχεια). Ηδη, πολλά σπίτια - φρούρια στη χώρα μας, στα βόρεια προάστια και αλλού, θυμίζουν την «Ιδιωτική Ζώνη» της ταινίας. Κανένας δε γνωρίζει τι γίνεται πίσω από τις ψηλές μάντρες.

Στην ταινία, και αλλού, ίσως,.. οι κάτοικοι της περιφραγμένης περιοχής, για να περιφρουρήσουν την πολυτελή και προκλητική ζωή τους, έχουν δημιουργήσει δικά τους ένοπλα αποσπάσματα, πέρα από τη δική τους, επίσης, ιδιωτική αστυνομία (σεκιούριτι). Ακόμα και τα μικρά παιδιά οπλοφορούν και πυροβολούν. Και, βέβαια, γράφοντας τους νόμους στα παλιά τους παπούτσια, έχουν θεσπίσει δικούς τους κανόνες. Οποιος παραβιάσει το άσυλό τους, δολοφονείται εν ψυχρώ και χωρίς καμία προειδοποίηση. Στη συνέχεια, το πτώμα του μπαίνει σε νάιλον σακούλες και πετάγεται στα σκουπίδια. Στα σκουπίδια, επίσης με τον ίδιο τρόπο, πετάγεται και ο σεκιουριτάς που, ενδεχομένως, θα σκοτωθεί στις συγκρούσεις. Ολος αυτός ο ανεξέλεγκτος στρατός εξαπολύεται για να βρει και να σκοτώσει το μικρό φτωχοδιάβολο.

Κανένας, εκτός από τον κλειστό κύκλο τους, δεν πρέπει να μάθει ότι η «Ιδιωτική Ζώνη» έχει τους δικούς της νόμους και δε θέλει να δώσει λόγο για τις πράξεις της σε κανέναν. Αλλά, αν από σύμπτωση μαθευτεί πως κάποιος ή κάποιοι σκοτώθηκαν στην «Ιδιωτική Ζώνη, πάλι δεν τρέχει τίποτα. Η αστυνομία, η πραγματική αστυνομία, η αστυνομία της πολιτείας, κάνει τα στραβά μάτια (με το αζημίωτο, φυσικά).

Εφιάλτης! Πραγματικός εφιάλτης! Η παγκοσμιοποίηση του πλούτου και η παγκοσμιοποίηση της φτώχειας μικραίνει με μεγάλες ταχύτητες τις αποστάσεις. Εμένα, χωρίς να θέλω να γίνω μάντης κακών, η ταινία μου προκάλεσε άγχος και μου χτύπησε το κουδουνάκι για το δικό μας μέλλον. Το Μεξικό, τη Λατινική Αμερική, την Ασία, την Αφρική, την έχουμε «συνηθίσει». Εκεί, πια, ξέρουμε, η αξία του ανθρώπου είναι ελάχιστη έως και ανύπαρκτη. Ο θάνατος, έστω και από σφαίρα, πολλές φορές, είναι λύτρωση! Εδώ, όμως, που έχουμε ακόμα κάποια αξία; `Η θα εκπέσουμε και εμείς, όπως τα τρία σπουργίτια της ταινίας; Για να λάβουμε τα μέτρα μας, παρακαλώ! Οι αποστάσεις, είπαμε, μικραίνουν!

Παίζουν: Ντανιέλ Χιμένεξ Κάτσο, Μαριμπέλ Βερντού, Κάρλος Μπαρντέμ.

ΧΙΡΟΣΙ ΤΕΣΙΓΚΑΧΑΡΑ
Ο λάκκος

Ο «Λάκκος», του Χιρόσι Τεσιγκαχάρα, δεν είναι μια εύκολη ταινία. Στο σουρεαλισμό οι κανόνες δεν είναι πάντα καθαροί ακόμα και για το δημιουργό. Ετσι, η ανάγνωση πολλές φορές γίνεται προβληματική. Για τον πολύ κόσμο μένουν οι θαυμάσιες εικόνες. Οι θαυμάσιες εικόνες που ο σουρεαλισμός με την «απόλυτη ελευθερία» του μπορεί να παράγει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, στο «Λάκκο», μεγάλη συνεισφορά στην ομορφιά που γεμίζει την οθόνη έχει η ασπρόμαυρη φωτογραφία του Χιρόσι Σεγκάουα και η θαυμάσια μουσική κρουστών του επίμονου σε αυτό το είδος της μουσικής σύνθεσης Τόρου Τακεμίτσου. Η μουσική της ταινίας είναι από μόνη της μια δημιουργία.

Ο «Λάκκος» θεωρητικά είναι ένα εγκαταλειμμένο ανθρακωρυχείο. Στην ταινία, όμως, ο «Λάκκος», το ανθρακωρυχείο, είναι η εργατική τάξη. Η οποία ζει και αγωνίζεται μέσα στην καταπίεση και στις δικές της αντιφάσεις. Και είναι επιρρεπής στις ξένες παρεμβάσεις. Οι οποίες, δρώντας ανεξέλεγκτες και χωρίς ηθικές αναστολές, προσπαθούν να σχεδιάσουν το μέλλον των εργατών, το μέλλον της εργατικής τάξης.

Στο πρώτο επίπεδο της ταινίας διαβάζουμε την ιστορία ενός ανθρακωρύχου, ο οποίος μην αντέχοντας την καταπίεση του αφεντικού του παίρνει το παιδί του και τραβάει για άλλες πιο οργανωμένες πολιτείες. Η ζωή του ανθρακωρύχου, όμως, είναι κάτω από παρακολούθηση. Ενας άγρυπνος φακός, που τον χειρίζεται ένας παράξενος άνθρωπος ντυμένος στα λευκά, καταγράφει κάθε του κίνηση. Σε κάποιο σημείο της πορείας του ανθρακωρύχου ο άνθρωπος με τα λευκά τον σκοτώνει. Αμέσως μετά το έγκλημα εξαγοράζει μια γυναίκα, η οποία ζει μόνη της κοντά στον τόπο που έγινε το έγκλημα και την υποχρεώνει να κατηγορήσει ένα συνδικαλιστή για δολοφόνο. Η ίντριγκα θα προχωρήσει μέχρι την αλληλοεξόντωση των ηγετών των συνδικαλιστών και τη διάλυση σχεδόν του συνδικάτου.

Ο Χιρόσι Τεσιγκαχάρα δε βολεύεται με το πρώτο επίπεδο. Ανοίγει διάπλατα τα ντουλάπια του σουρεαλισμού - και της αφηρημένης τέχνης - και δανείζεται διάφορες αλληγορίες. Ανασταίνει σκοτωμένους και βάζει τα φαντάσματά τους να ελέγχουν ανθρώπους που ποτέ δεν τολμούσαν να ελέγξουν όσο ήταν ζωντανοί. Τα φαντάσματα, οι νεκροί, οι οποίοι βέβαια δεν μπορούν να αλλάξουν τίποτα, βάζουν ερωτήματα που δε βάζουν οι ζωντανοί ενώ θα έπρεπε. Και είναι σαν να τους ελέγχουν, σαν να τους παροτρύνουν. Να κάνουν πράγματα που δεν έκαναν αυτοί, ενώ έπρεπε. Και ακόμα περισσότερο. Θεωρεί ότι η τράπουλα είναι σημαδεμένη. Και οι άνθρωποι πρέπει να ανατρέψουν αυτή τη δοσμένη και σημαδεμένη ζωή. Να ανατρέψουν τα προσχεδιασμένα.

Μη ζητήσετε να κατανοήσετε τα πάντα. Κρατήστε από την ταινία ό,τι σας ενδιαφέρει. Κρατήστε αυτά που διαβάζετε και κατανοείτε σε πρώτο επίπεδο. Μη διστάσετε, όμως, να ελευθερώσετε και το δικό σας σουρεαλισμό. Η αφηρημένη τέχνη δίνει τη δυνατότητα στο θεατή να φτιάξει τη δική του ζωγραφική, να δημιουργήσει τις δικές του εικόνες, τα δικά του συναισθήματα. Αυτό απαιτεί από εμάς η ταινία. Μας καλεί να συνδημιουργήσουμε. Να φτιάξουμε τη δική μας ιστορία. Να δώσουμε τις δικές μας εξηγήσεις.

Παίζουν: Χισάσι Ιγκάουα, Κούνι Τανάκα, Χιντέο Κάνζε, Καζούο Μιγιαχάρα κ.ά.

παίζονται ακόμα

«Οταν με Παράτησε η Σάρα»,του Νίκολας Στόλερ.

Οταν μια ηθοποιός της τηλεόρασης παράτησε τον συνθέτη (της κακιάς ώρας) φίλο της, εκείνος πήγε στη Χαβάη για διακοπές! Εκεί συνάντησε μια μελαχρινή, η ηθοποιός ήταν ξανθιά, και τα φτιάξανε! Α, ξέχασα να σας πω. Στη Χαβάη ήταν και η ξανθιά με το νέο της φίλο (έναν τραγουδιστή, επίσης της κακιάς ώρας). Και υποτίθεται έγινε κάποιο μπέρδεμα. Τίποτα σοβαρό, μην ανησυχείτε!

Παίζουν: Τζέισον Σίγκελ, Κρίστεν Μπελ, Μίλα Κούνις, Ράσελ Μπραντ.

«Ιδανικός Εραστής»,του Μπέιλι Γουόλες.

Ενας ξεπεσμένος ηθοποιός, που σπαταλάει την ώρα του στα ναρκωτικά και στις γυναίκες, με την ευκαιρία του θανάτου ενός παιδικού φίλου του, επιστρέφει στη γενέτειρά του, από την οποία έφυγε έφηβος. Εκεί συναντά τον παιδικό του έρωτα, ο οποίος είχε παντρευτεί τον παιδικό του φίλο. Μετά την πρώτη συγκίνηση ο ηθοποιός κόβει μια επιταγή για οικονομική ενίσχυση της χήρας, ανοίγοντας, παράλληλα, πόρτες για το χειμώνα!

Παίζουν: Ντάνιελ Κρεργκ, Χάρι Εντεν.

ΧΟΥ ΧΣΙΑΟ ΧΣΙΕΝ
Κυνηγώντας το κόκκινο μπαλόνι

Το 1956 ο Αλμπέρτ Λαμουρίς γύρισε μια μοναδική, μια θαυμάσια ταινία, «το Κόκκινο Μπαλόνι». Μια ταινία που συγκίνησε εκατομμύρια θεατές σε ολόκληρο τον κόσμο. Μια ταινία σταθμό στην ιστορία του κινηματογράφου γιατί, ανάμεσα στα άλλα, στα χιλιάδες άλλα καλά, είχε και μια μοναδική κατασκευαστική αγνότητα.

Ενα κατακόκκινο μπαλόνι το οποίο, πέρα από τους ταξικούς συνειρμούς που μετέδιδε στους θεατές, έκανε και του κόσμου τις τσιριμόνιες πάνω από τις στέγες και τους δρόμους του Παρισιού. Χωρίς, όμως, να χρησιμοποιηθούν ψηφιακές μέθοδοι, όπως σήμερα. Σήμερα που μπαίνουν όλα στο κομπιούτερ και ...αποστειρώνονται. (Δεν έχω τίποτα με την τεχνολογία, με την κακή χρήση της στον κινηματογράφο τα βάζω).

54 χρόνια μετά, ένας καλός Κινέζος σκηνοθέτης, ο οποίος από παιδί ζει και εργάζεται στην Ταϊβάν, πολυβραβευμένος σε μεγάλα διεθνή φεστιβάλ, συγκινημένος από «Το Κόκκινο Μπαλόνι», γιατί όχι, προσπάθησε να κλέψει λίγο από την τρυφερότητά του. Εφτιαξε μια απλή τρυφερή ιστορία: μια γυναίκα χωρισμένη, μια ηθοποιός η οποία εργάζεται στις μαριονέτες, προσπαθεί να μεγαλώσει μόνη της τα δυο παιδιά της (μια κόρη και έναν μικρό γιο). Μετέφερε την ιστορία του στο Παρίσι. Πήρε μαζί του το συνεργείο του και τις καλές του προθέσεις του, πήρε και μια βοήθεια από το μουσείο «Ορσέ», πήρε και ένα κόκκινο μπαλόνι και άρχισε...

Κάτι, όμως, δεν έδεσε! Η ταινία δείχνει πρόχειρη. Το σενάριο είναι, μάλλον, ανύπαρκτο. Ως εκ τούτου οι ηθοποιοί περισσότερο αυτοσχεδιάζουν και λιγότερο ερμηνεύουν κάποιους συγκεκριμένους ήρωες, που έχουν συγκεκριμένες συμπεριφορές, οι οποίες πηγάζουν από συγκεκριμένες καταστάσεις. Πέρα από τη Ζιλιέτ Μπινός, η οποία αγωνίστηκε φιλότιμα και κάτι κατάφερε, παρότι τη βάψανε ξανθιά και έχασε το ...μαγνητισμό της, οι υπόλοιποι αυτοσχεδιάζοντες ηθοποιοί δε μετέφεραν θερμοκρασίες και μηνύματα. Δεν είναι τυχαίο που όταν προκύπτει συγκίνηση στην ταινία αυτή προκύπτει μόλις εμφανίζεται το «κόκκινο μπαλόνι». Ο θεατής συγκινείται από τη ...θύμηση. Και μόνον από αυτή.

Δεν παραβλέπω, και θέλω να το τονίσω για να είμαι δίκαιος, πως υπάρχουν αρκετές καλές στιγμές στην ταινία. Ιδιαίτερα στους δρόμους του Παρισιού και στις Μαριονέτες. Και, ίσως, και στο μουσείο Ορσέ. Ομως, απλώς, στιγμές. Χωρίς διάρκεια και ενότητα.

Παίζουν: Ζιλιέτ Μπινός, Σιμόν Ιτεάνου, Φανγκ Σονγκ.

Ανατρέψτε τα προσχεδιασμένα

Τέσσερα - πέντε ονόματα, ανάμεσά τους και αυτό του Χιρόσι Τεσιγκαχάρα, έδωσαν μεγάλο κύρος στο γιαπωνέζικο κινηματογράφο. «Ο Λάκκος» του Χιρόσι Τεσιγκαχάρα είναι μια ταινία μεγάλης αισθητικής αξίας, απόλαυση για τα μάτια και για τα αυτιά (μουσική Τακεμίτσου). Η ταινία γυρίστηκε το 1962.

Αναφερόμενοι στις νέες παραγωγές, θα ξεκινήσουμε με δυο καθαρά πολιτικές ταινίες. Ο «Σαλβαδόρ», του Ισπανού Μιγκουέλ Χουέργκα, αναφέρεται στη ζωή και τη δράση του Καταλανού αναρχικού Σαλβαδόρ Πουίγκ Αντίκ (ο τελευταίος άνθρωπος που εκτελέστηκε στην Ισπανία). Κοντά του πάει και η «Ιδιωτική Ζώνη» του Ουρουγουανού Ροντρίγκο Πλα. Πλούσιοι εκτελούν εν ψυχρώ φτωχούς νεαρούς, που αποπειρώνται να τους κλέψουν!

Η ταινία του Κινεζο-Ταϊβανού Χου Χσιάο Χσιεν, «Κυνηγώντας το Κόκκινο Μπαλόνι», προσπαθεί να είναι τρυφερή και να μοιάσει με το πρωτότυπο (το περίφημο «Κόκκινο Μπαλόνι», του Αλμπέρτ Λαμουρίς), αλλά δεν του βγήκε.

Στη συνέχεια έχουμε δυο μεταφυσικές (και αιματοβαμμένες) και δυο κοινωνικές (ας τις πούμε έτσι) ταινίες: «The X-Files: Θέλω να Πιστέψω», του Κρις Κάρτερ. Αγώνας - και αγωνία - να παντρευτεί η πίστη στο θεό (μεταφυσικό) με την επιστήμη! Πλήρης αποτυχία, δηλαδή. Πατατράκ! «Οι άρχοντες του Σκότους», του Σάιμον Χάντερ. Αυτοί είναι μελλοντολογικό πατατράκ. Μελλοντικός πολυεθνικός στρατός πολυεθνικών εταιρειών εξοντώνει μεταλλαγμένους (από τις πολυεθνικές) ανθρώπους! Χαμός! «Οταν με Παράτησε η Σάρα», του Νίκολας Στόλερ. Κάποια Σάρα παρατάει κάποιον Πίτερ. Ποιον νοιάζει, άραγε; Κανέναν! «Ιδανικός Εραστής», του Μπέιλι Γουόλς. Παραπειστικός τίτλος. Δεν υπάρχει καν εραστής. Οπως δεν υπάρχει και κανένα άλλο ενδιαφέρον. Κάποιος ηθοποιός ξαναβρίσκει την πρώτη του αγάπη! Ε, και;




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org