Σάββατο 23 Μάρτη 2019 - Κυριακή 24 Μάρτη 2019
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Υπερασπιζόμαστε με κάθε μέσο το δικαίωμα σε συνδικάτα χωρίς την παρέμβαση κράτους και εργοδοσίας!

Τη βδομάδα που πέρασε, άνοιξε για τα καλά η κουβέντα για την κατάσταση στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, για τα φαινόμενα σήψης και ξεπεσμού, της πιο ωμής πλέον παρέμβασης της εργοδοσίας μέσα στις εργατικές οργανώσεις και με φυσική παρουσία ως «συνδικαλιστών» και εκλεγμένων μάλιστα αντιπροσώπων των εργαζομένων.

Πολλοί περισσότεροι εργαζόμενοι έμαθαν για τα «έργα και τις ημέρες» των εργατοπατέρων, για τον βρώμικο ρόλο τους, αποκαλύφθηκαν οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν, δόθηκαν απαντήσεις που εξηγούν την προδοτική στάση των συγκεκριμένων ηγεσιών όλα τα προηγούμενα χρόνια της καπιταλιστικής κρίσης και της φτωχοποίησης των εργαζομένων.

Χωρίς την αποφασιστική στάση των σωματείων και συνδικαλιστών που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ, χωρίς τη μαζική συμμετοχή των εργαζομένων, χωρίς την πάλη που εδώ και καιρό βρίσκεται σε εξέλιξη σε Εργατικά Κέντρα και Ομοσπονδίες κάτω από το σύνθημα «Συνδικάτα εργατών, όχι των εργοδοτών», αυτή η συζήτηση θα είχε ανοίξει ελάχιστα ή καθόλου. Μακριά από τους εργαζόμενους, τα προβλήματα και τις αγωνίες τους, στα πολυτελή τουριστικά θέρετρα θα είχε ολοκληρωθεί ένα ακόμα συνέδριο αδιάφορο για την εργατική τάξη.

Κανένας αγώνας επομένως δεν είναι χαμένος. Ηδη υπάρχουν τα πρώτα αποτελέσματα. Και οι ίδιοι ομολογούν ότι οι εργαζόμενοι τους έχουν γυρίσει την πλάτη. Η πλήρης απαξίωσή τους είναι ότι 4 μέρες στην Καλαμάτα και τις επόμενες μέρες δεν βρέθηκε ούτε ένας χώρος δουλειάς, δεν βρέθηκε ένας εργαζόμενος να τους υπερασπίσει. Απηύθυναν κάλεσμα να τους στηρίξουν, όχι στα σωματεία και τις Ομοσπονδίες, αλλά στην κυβέρνηση, στην αστυνομία, στους αρχηγούς των αστικών κομμάτων και την υφυπουργό Προστασίας του Πολίτη, Παπακώστα!

Η μαζική καταδίκη από τους εργαζόμενους που είδαν με τα ίδια τους τα μάτια τις αθλιότητές τους, η διαφοροποίηση πολύ περισσότερων συνδικαλιστών από τη συνδικαλιστική εργοδοτική μαφία είναι μεγάλη υπόθεση.

Και είναι καθήκον των μελών του Κόμματος και της ΚΝΕ, των αγωνιστών που συμπορεύονται μαζί μας, να δώσουμε τον καλύτερό μας εαυτό για να φτάσει η συζήτηση παντού σε κάθε χώρο δουλειάς, σχολή, γειτονιά. Η πάλη πρέπει να δυναμώσει, να πάρει πιο μαζικά χαρακτηριστικά.

Υπερασπίζουν αυτούς που έκαναν τη βρώμικη δουλειά...

Φυσικά τους δικούς του ανθρώπους το σύστημα δεν θα τους αφήσει ανυπεράσπιστους. Επαιξαν σημαντικό ρόλο τα προηγούμενα χρόνια στην υπονόμευση των αγώνων, στο πέρασμα των αντεργατικών μέτρων.

Δεν είναι τυχαία η τακτική των ίσων αποστάσεων που επιλέγουν τα αστικά κόμματα.

Ετσι ακούμε και διαβάζουμε γνωστούς δημοσιολόγους που όταν οι εργάτες απεργούν και διαδηλώνουν για τα δικαιώματά τους, στάζουν χολή, τώρα να κλαψουρίζουν για τη μη πραγματοποίηση του συνεδρίου της ΓΣΕΕ. Εμφανίζουν ως εκφυλισμό όχι τις μεθόδους συνδικαλιστικής μαφίας με διαδικασίες κεκλεισμένων των θυρών, με φρουρά από ανθρώπους της νύχτας και άλλα πολλά, αλλά τη στάση υπεράσπισης των συνδικάτων από την παρέμβαση της εργοδοσίας και του κράτους.

Κάνουν το μαύρο άσπρο, εμφανίζουν τους συνδικαλιστές ως «τραμπούκους» και τους τραμπούκους ως «συνδικαλιστές» που εμποδίζονται να ασκήσουν τα δημοκρατικά τους δικαιώματα!

Εμφανίζουν μια εικόνα «καβγά για τις καρέκλες» και κρύβουν την ουσία, το περιεχόμενο, τις καταγγελίες για την απροσχημάτιστη παρέμβαση των ίδιων των εργοδοτών σε όλες τις βαθμίδες του συνδικαλιστικού κινήματος!

Σε αυτή την τακτική πρωτοστατεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Η «Αυγή» ξεπέρασε σε χυδαιότητα και τη Χρυσή Αυγή, φτάνοντας στο σημείο να παρουσιάζει τους συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ ως «εργολάβους που χρησιμοποιούν αλλοδαπούς ανασφάλιστους οικοδόμους»!

Για να αντιδρούν έτσι, κάτι καλό γίνεται. Και όσο δυναμώνει η πάλη θα γίνεται ακόμα καλύτερο. Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, οι ίδιοι οι εργαζόμενοι έχουν μόνο να κερδίσουν από αυτήν τη σύγκρουση.

Ο εκφυλισμός είναι το αποτέλεσμα της γραμμής του «κοινωνικού εταιρισμού»

Η σημερινή εικόνα είναι το αποτέλεσμα συγκεκριμένου προσανατολισμού που κυριάρχησε τις τελευταίες δεκαετίες μέσα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Είναι η κατάληξη και όχι η αρχή του εκφυλισμού. Είναι το αποτέλεσμα της λογικής του «κοινωνικού εταιρισμού» στα συνδικάτα, του «τέλους της ταξικής πάλης».

Η ιστορία ξεκινά πριν από 20 χρόνια. Η έννοια του «κοινωνικού διαλόγου» έκανε ντεμπούτο στην Ελλάδα το 1997, καταλήγοντας στο «Σύμφωνο Εμπιστοσύνης προς το 2000». Το «Σύμφωνο» χάραξε το πλαίσιο των αντεργατικών - αντιλαϊκών μέτρων που έρχονταν. Ολα υλοποιήθηκαν στην πιο άγρια και επιθετική μορφή τους μέσα στην καπιταλιστική κρίση την τελευταία δεκαετία, με την άνοδο της «ευελιξίας», την κατάργηση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, το χτύπημα στην Κοινωνική Ασφάλιση κ.ά.

Τότε είχε αποτυπωθεί και στην απόφαση του 29ου Συνεδρίου της ΓΣΕΕ το 1998, όπως και στο 30ό Συνέδριο το 2001. Θυμόμαστε αρκετοί που είχαμε πάρει μέρος σε εκείνα τα συνέδρια τον χλευασμό των σημερινών στελεχών του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ, που μαζί με την παράταξη της ΝΔ είχαν πάρει μέρος στον δήθεν «διάλογο», ότι «το ΚΚΕ έχει μείνει ακόμα στο συνδικαλισμό της τραγιάσκας με τις συνελεύσεις και τις απεργίες, τις απεργιακές φρουρές»!

Στις μέρες μας πλέον εκφράζονται πιο ανοιχτά, παίρνοντας θάρρος από την υποχώρηση του κινήματος, από τον πολύ χαμηλό βαθμό οργάνωσης των εργαζομένων, για τα οποία έχουν κάνει ό,τι περνά από το χέρι τους.

Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη τοποθέτηση του προέδρου της ΓΣΕΕ, Γ. Παναγόπουλου, σε συνέδριο της ΓΣΕΒΕΕ, τον περασμένο Μάρτη: «Πότε μια καπιταλιστική οικονομία μπορεί να λειτουργεί πιο αποτελεσματικά; Οταν το κεφάλαιο και η εργασία μοιράζονται ίσα μερίδια διαπραγμάτευσης και υπερασπίζονται ελεύθερα τα συμφέροντα που εκπροσωπούν; `Η όταν υπάρχει ταξική πόλωση και σύγκρουση; Αν και η απάντηση δεν είναι αυτονόητη για όλους (σ.σ. εδώ "φωτογραφίζει" τις ταξικές δυνάμεις), τις τελευταίες δεκαετίες κυριαρχεί η αυτονόητη υπεράσπιση του κοινωνικού διαλόγου». Ο ίδιος είναι που πριν από λίγο καιρό δήλωσε ξανά ότι «η απεργία έφαγε τα ψωμιά της»...

Τα παραπάνω φανερώνουν ποιοι είναι αυτοί που δεν θέλουν συνδικάτα. Ποιοι είναι αυτοί που δεν θέλουν την ενεργή συμμετοχή των εργαζομένων. Ποιοι είναι αυτοί που τρέμουν στην ιδέα να γίνουν συνέδρια και μαζικές διαδικασίες ανοιχτά μπροστά στην εργατική τάξη. Φανερώνουν γιατί επιλέγουν να βρίσκονται μακριά από τους εργαζόμενους.

Εργατική αριστοκρατία, νοθεία και απευθείας παρέμβαση της εργοδοσίας

Την περίοδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης διαμορφώθηκε μια εκτεταμένη εργατική αριστοκρατία, με προστατευμένες καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας και επιπλέον προνόμια, κυρίως στον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα. Ηταν η βάση μαχητικής υπεράσπισης της σοσιαλδημοκρατίας και γενικά του κυβερνητικού - εργοδοτικού συνδικαλισμού, της αντίληψης του «κοινωνικού εταιρισμού».

Η διαφθορά συνειδήσεων είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο που να μην κάνουν εντύπωση η χλιδάτη διαμονή και η κατασπατάληση των χρημάτων των εργαζομένων σε πεντάστερα ξενοδοχεία κατά τη διεξαγωγή συνεδρίων Ομοσπονδιών και της ίδιας της ΓΣΕΕ. Ηταν η εποχή που η συγκεκριμένη αριστοκρατία «έδενε τα σκυλιά με τα λουκάνικα».

Ακόμα και σήμερα, η σύνθεση της πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ, που το παίζει θύμα και «αποκλεισμένη», προέρχεται από αυτούς τους χώρους και αυτές τις θέσεις, σε πλήρη αντίθεση με τους εκλεγμένους συνδικαλιστές που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ.

Την τελευταία δεκαετία, η κρίση χτύπησε χωρίς διακρίσεις, οι απολύσεις, η εκτεταμένη ανεργία, οι ιδιωτικοποιήσεις άλλαξαν εντελώς το τοπίο. Ο βαθμός οργάνωσης των εργαζομένων μειώθηκε συνολικά, οι εργασιακοί χώροι ενεργής και μαχητικής στήριξης του «κοινωνικού εταιρισμού» συρρικνώθηκαν.

Το κενό ήρθε να αντικαταστήσει η εκτεταμένη νοθεία, χωρίς να κρατιούνται καν τα προσχήματα, σε σημείο που εμφανίζονται πολλά Εργατικά Κέντρα να ξεπερνούν σε ψηφίσαντες τους εργαζόμενους της περιοχής!

Και επιπλέον έχουμε και ένα ποιοτικό αντιδραστικό στοιχείο. Τώρα έχουμε μπροστά μας όχι μόνο την πολιτική συνδικαλιστικών παρατάξεων και δυνάμεων που αντικειμενικά προωθούν τα συμφέροντα των εργοδοτών μέσα στις γραμμές του εργατικού κινήματος, αλλά και τους ίδιους τους εργοδότες να οργανώνουν αρχαιρεσίες, οι ίδιοι να ψηφίζουν, οι ίδιοι και να εκλέγονται! Σωματεία - σφραγίδες παραγωγής αντιπροσώπων για τα δευτεροβάθμια και το τριτοβάθμιο συνδικάτο. Με απαγόρευση μαζικών συλλογικών διαδικασιών, απαγόρευση Γενικών Συνελεύσεων, συνεδριάσεων, με απαγόρευση της ενεργής συμμετοχής των εργαζομένων... Και αυτή η διαδικασία να υλοποιείται από τη διευθυντική ιεραρχία της επιχείρησης, όπως γίνεται στα μεγάλα σούπερ μάρκετ, στις αλυσίδες τροφίμων, στις ναυτιλιακές και μεταφορικές εταιρείες! Εργοδοτικός συνδικαλισμός χωρίς περιττά φτιασιδώματα!

Οι δύο κόσμοι που συγκρούονται στο συνδικαλιστικό κίνημα

Απέναντι σε αυτή την εξέλιξη, οι εργαζόμενοι έχουν κάθε δικαίωμα να αψηφήσουν απειλές και εκβιασμούς, με κάθε μέσο να υπερασπιστούν το δικαίωμά τους να έχουν οργανώσεις ανεξάρτητες από την παρέμβαση της εργοδοσίας και του κράτους!

Στις 3 Απρίλη του 2019 συμπληρώνονται 20 ολόκληρα χρόνια από τη συγκρότηση του ΠΑΜΕ. Θα γιορταστεί όπως πρέπει, με μια μεγάλη εκδήλωση στην Καισαριανή.

Το ΠΑΜΕ, μέτωπο συσπείρωσης Σωματείων, Εργατικών Κέντρων, Ομοσπονδιών, Επιτροπών Αγώνα, συνδικαλιστών, γεννήθηκε από την ανάγκη ανασύνταξης του συνδικαλιστικού κινήματος, για ένα κίνημα ικανό να απαντήσει στην ολομέτωπη και γενικευμένη επίθεση του κεφαλαίου. Η ζωή δικαίωσε την επιλογή των κομμουνιστών και των κομμουνιστριών να πρωτοστατήσουν στη συγκρότησή του. Κράτησε ζωντανές φωλιές νερού μέσα στις φλόγες, την ταξική αδιαλλαξία, την αλληλεγγύη. Διαπαιδαγώγησε νέες γενιές πρωτοπόρων εργατών και εργατριών με τις πιο μεγάλες αξίες του εργατικού κινήματος. Ανέδειξε πολλούς νέους συνειδητοποιημένους αγωνιστές στα συνδικάτα. Εφτασε στο σημείο να μπορεί να κινητοποιεί χιλιάδες εργαζόμενους, χιλιάδες απεργούς, να εμπνέει περισσότερους σε μεγάλες πρωτοβουλίες. Απέδειξε ότι ο συσχετισμός δεν είναι κάτι στατικό, αλλάζει. Και αλλάζει μέσα στην ταξική πάλη.

Η ζωή έδειξε ότι η ανασύνταξη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος δεν είναι ένα οργανωτικό ζήτημα, αλλά κύρια πολιτικό ζήτημα, ζήτημα πολιτικού προσανατολισμού. Και εδραιώνεται μέσα στους εργαζόμενους. Με την πρωτοπόρα πάλη μέσα στους εργάτες και τις εργάτριες, με πρωτοπόρα δράση για την οργάνωση των εργαζομένων, την αύξηση του βαθμού οργάνωσης, τη μαζικοποίηση των σωματείων, τη δημιουργία νέων, την αλλαγή του συσχετισμού μέσα στα συνδικάτα, το δυνάμωμα της εργατικής αλληλεγγύης.

Στις 4 Απρίλη επέλεξε η μαφία του συνδικαλισμού να στήσει κάπου, άγνωστο προς το παρόν πού, μια κάλπη, και αυτό θα το ονομάσει «συνέδριο».

Το έφερε η τύχη να είναι και με αυτόν τον τρόπο διακριτοί οι δύο κόσμοι, οι δύο γραμμές που συγκρούονται 100 χρόνια τώρα στο εργατικό κίνημα: Η γραμμή της ταξικής πάλης για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και η γραμμή της υποταγής για τη διαιώνιση του καπιταλισμού.


Του
Γιάννη ΠΡΩΤΟΥΛΗ*
*Ο Γιάννης Πρωτούλης είναι μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΑ 148 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΜΜΟΥΝΑ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ (Β' ΜΕΡΟΣ)
Φρ. Ενγκελς: Περί της εξουσίας* (1872 - 1873)

Ο «Ριζοσπάστης» ολοκληρώνει σήμερα το αφιέρωμα στα 148 χρόνια από την Κομμούνα του Παρισιού, δημοσιεύοντας το άρθρο του Φρίντριχ Ενγκελς «Περί της εξουσίας». Το άρθρο γράφτηκε στα τέλη Δεκέμβρη 1872 - αρχές Γενάρη 1873 και πρωτοδημοσιεύτηκε στην ιταλική συλλογή «Almanacco Repubblicano» για το 1874. Το άρθρο αποτελεί συμβολή του Ενγκελς στην ιδεολογική πάλη ενάντια στο αναρχικό ρεύμα του μπακουνισμού και συνδέεται άμεσα με την πείρα της Κομμούνας.

* * *

«Τον τελευταίο καιρό μερικοί σοσιαλιστές άρχισαν μια πραγματική σταυροφορία ενάντια σ' αυτό που ονομάζουμε αρχή της εξουσίας. Φτάνει να τους πουν ότι τούτη ή εκείνη η πράξη αποτελεί μια πράξη εξουσίας, για να την καταδικάσουν. Γίνεται τόση κατάχρηση αυτού του απλουστευτικού τρόπου, ώστε χρειάζεται να εξετάσουμε το θέμα κάπως πιο διεξοδικά. Εξουσία, με την έννοια που δίνουμε εδώ, θα πει επιβολή μιας ξένης βούλησης πάνω στη δική μας. Η εξουσία προϋποθέτει την υπακοή της άλλης πλευράς. Επειδή, όμως, και οι δυο αυτές εκφράσεις χτυπούν άσχημα στ' αφτί και η σχέση που εκφράζουν είναι ενοχλητική για την πλευρά που υπακούει, μπαίνει το ερώτημα μήπως υπάρχει κανένα άλλο μέσο για να υπερπηδήσουμε αυτήν τη σχέση, μήπως θα μπορούσαμε - μέσα στις υπάρχουσες κοινωνικές συνθήκες - να δημιουργήσουμε μια άλλη κοινωνική κατάσταση, όπου αυτή η εξουσία δε θα έχει πια κανένα λόγο ύπαρξης και συνεπώς θα πρέπει να εκλείψει. Εξετάζοντας τις οικονομικές - βιομηχανικές και αγροτικές - σχέσεις, που αποτελούν τη βάση της σημερινής αστικής κοινωνίας, διαπιστώνουμε ότι έχουν την τάση να υποκαθιστούν όλο και πιο πολύ τη μεμονωμένη με τη συνδυασμένη δράση των ατόμων. Στη θέση των μικρών εργαστηρίων, που ανήκαν σε μεμονωμένους παραγωγούς, εμφανίστηκε η σύγχρονη βιομηχανία, με τα μεγάλα εργοστάσια και εργαστήρια, όπου εκατοντάδες εργάτες χειρίζονται πολύπλοκες ατμοκίνητες μηχανές. Οι άμαξες και τα καρότσια των μεγάλων δημόσιων δρόμων εκτοπίζονται από τους σιδηροδρομικούς συρμούς, όπως και οι κωπήλατες βάρκες και τα ιστιοφόρα αντικαταστάθηκαν από τα ατμόπλοια. Ακόμα και στην αγροτική οικονομία αρχίζουν να επικρατούν όλο και πιο πολύ η μηχανή και ο ατμός, που αργά αλλά σταθερά υποκαθιστούν τους μικροϊδιοκτήτες με τους μεγαλοκεφαλαιούχους, που καλλιεργούν μεγάλες εκτάσεις γης με τη βοήθεια μισθωτών εργατών. Τη θέση της αυτοτελούς δραστηριότητας των μεμονωμένων ατόμων την παίρνουν παντού η συνδυασμένη δραστηριότητα, οι λειτουργίες περίπλοκων αλληλοεξαρτήσεων. Αλλά συνδυασμένη δράση σημαίνει οργάνωση. Μπορεί όμως να υπάρξει οργάνωση χωρίς εξουσία;

Το εξώφυλλο της ιταλικής επιθεώρησης «Almanacco Repubblicano», του έτους 1872, έκδοση της εφημερίδας «La Plebe». Δημοσίευσε σειρά από κείμενα του Ενγκελς
Το εξώφυλλο της ιταλικής επιθεώρησης «Almanacco Repubblicano», του έτους 1872, έκδοση της εφημερίδας «La Plebe». Δημοσίευσε σειρά από κείμενα του Ενγκελς
Ας υποθέσουμε ότι μια κοινωνική επανάσταση εκθρόνισε τους κεφαλαιοκράτες, στων οποίων την εξουσία υποτάσσεται σήμερα η παραγωγή και η κυκλοφορία των υλικών αγαθών. Ας υποθέσουμε ακόμα, δεχόμενοι απόλυτα τη θέση των πολέμιων της εξουσίας, ότι η γη και τα εργαλεία δουλειάς έγιναν συλλογική ιδιοκτησία των εργατών που τα χρησιμοποιούν. Θα πάψει να υπάρχει τότε η εξουσία ή απλώς θα έχει αλλάξει μορφή; Ας το εξετάσουμε.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, ένα κλωστήριο βαμβακιού. Το βαμβάκι πρέπει να περάσει τουλάχιστον από έξι διαδοχικές επεξεργασίες προτού πάρει τη μορφή νήματος. Οι επεξεργασίες αυτές γίνονται, στο μεγαλύτερο μέρος τους, σε διαφορετικές αίθουσες. Πέρα από αυτό, για να λειτουργούν τα μηχανήματα, χρειάζεται μηχανικός που να επιβλέπει την ατμοκίνητη μηχανή, χρειάζονται μηχανοτεχνίτες για τρέχουσες επιδιορθώσεις και πολλοί ανειδίκευτοι εργάτες για μεταφορά των προϊόντων από μια αίθουσα στην άλλη κτλ. Ολοι αυτοί οι εργάτες - άντρες, γυναίκες και παιδιά - είναι υποχρεωμένοι ν' αρχίζουν και να τελειώνουν τη δουλειά τους σε μια ορισμένη ώρα που την καθορίζει η εξουσία του ατμού, η οποία δεν πολυσκοτίζεται για την αυτονομία του μεμονωμένου ατόμου. Χρειάζεται, λοιπόν, πρώτα να συμφωνήσουν οι εργάτες για τις ώρες εργασίας και, αφού οριστούν αυτές οι ώρες, τότε να είναι υποχρεωτικές για όλους χωρίς εξαίρεση. Ακόμα, σε κάθε τμήμα και σε κάθε στιγμή προκύπτουν μικροζητήματα, που αφορούν τον τρόπο παραγωγής, τη διανομή υλικού κτλ., ζητήματα που πρέπει να λυθούν επιτόπου για να μη σταματήσει αμέσως όλη η παραγωγή. Οπως κι αν επιλυθούν τα ζητήματα αυτά, με απόφαση κάποιου εντεταλμένου που έχει τοποθετηθεί επικεφαλής κάθε τομέα δουλειάς ή, όπου αυτό είναι εφικτό, με απόφαση της πλειοψηφίας, η βούληση των μεμονωμένων ατόμων οφείλει πάντα να υποτάσσεται κι αυτό σημαίνει ότι τα ζητήματα θα λυθούν με την επιβολή. Ο αυτόματος μηχανισμός ενός μεγάλου εργοστασίου αποδεικνύεται πολύ πιο δεσποτικός απ' ό,τι ήταν άλλοτε οι μικροί κεφαλαιοκράτες στους οποίους δούλευαν οι εργάτες. Τουλάχιστον για τις ώρες εργασίας, μπορούμε να γράψουμε πάνω από την πύλη αυτών των εργοστασίων: Lasciate ogni autonomia, voi che entrate!1Αν ο άνθρωπος, με τη βοήθεια της επιστήμης και του εφευρετικού δαιμονίου, υπέταξε τις δυνάμεις της φύσης, τον εκδικούνται κι αυτές υποτάσσοντας και τον ίδιο - στο βαθμό που τις θέτει στην υπηρεσία του - σ' έναν αληθινό δεσποτισμό, ανεξάρτητο από οποιαδήποτε κοινωνική οργάνωση. Το να θέλουμε να καταργήσουμε την εξουσία στη μεγάλη βιομηχανία είναι σα να θέλουμε να καταργήσουμε την ίδια τη βιομηχανία, σα να θέλουμε να καταστρέψουμε τον ατμοκίνητο αργαλειό και να επανέλθουμε στο ροδάνι.

Ας πάρουμε, σαν άλλο παράδειγμα, ένα σιδηρόδρομο. Κι εδώ επίσης είναι απόλυτα αναγκαία η συνεργασία πολλών ανθρώπων. Αυτή η συνεργασία πρέπει να γίνεται σε απόλυτα καθορισμένες ώρες, γιατί αλλιώς θα γίνουν δυστυχήματα. Κι εδώ πρώτος όρος λειτουργίας είναι μια επικρατούσα βούληση που λύνει κάθε παρεπόμενο ζήτημα, άσχετα αν τη βούληση αυτή την εκφράζει ένας αντιπρόσωπος ή μια επιτροπή, επιφορτισμένη με την εκτέλεση των αποφάσεων της πλειοψηφίας των ενδιαφερόμενων προσώπων. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με ένα σαφώς εκφρασμένο θέμα εξουσίας. Επιπρόσθετα: Τι θα συνέβαινε, στο πρώτο κιόλας ξεκίνημα τρένου, αν έπαυε να υπάρχει η εξουσία των σιδηροδρομικών επί των κυρίων επιβατών;

Μα η αναγκαιότητα της εξουσίας, και μάλιστα της πιο επιβλητικής εξουσίας, φαίνεται πιο παραστατικά σ' ένα καράβι που πλέει στην ανοιχτή θάλασσα. Εδώ, σε περίπτωση κινδύνου, η ζωή όλων εξαρτιέται από την άμεση και πλήρη υπακοή όλων στη βούληση ενός και μόνο προσώπου.

Οταν παραθέτω τέτοια επιχειρήματα στους πιο σφοδρούς πολέμιους της εξουσίας, αυτοί μπορούν να δώσουν μόνο την εξής απάντηση: "Ναι, αυτό είναι αλήθεια, αλλά εδώ δεν πρόκειται περί της εξουσίας την οποία παρέχουμε στους αντιπροσώπους μας, αλλά για μια ρητή εντολή!". Οι κύριοι αυτοί νομίζουν ότι το ζήτημα αλλάζει επειδή του αλλάζουν το όνομα. Ετσι οι εμβριθείς μελετητές κοροϊδεύουν τον κόσμο.

Οπως είδαμε, από τη μια μεριά, μια ορισμένη εξουσία, άσχετα από το πώς παραχωρήθηκε, κι από την άλλη, μια αντίστοιχη υπακοή, άσχετη από οποιαδήποτε κοινωνική οργάνωση, είναι για μας πραγματικά υποχρεωτικά μέσα στις υλικές συνθήκες στις οποίες συντελείται η παραγωγή και κυκλοφορία των εμπορευμάτων.

Είδαμε, παράλληλα, ότι οι υλικοί όροι παραγωγής και κυκλοφορίας, με την ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας και της μεγάλης αγροτικής οικονομίας, γίνονται αναγκαστικά πιο περίπλοκοι κι έχουν την τάση να διευρύνουν όλο και περισσότερο το πεδίο αυτής της εξουσίας. Είναι επομένως παράλογο να θεωρούμε την αρχή της εξουσίας ως μια απόλυτα κακή αρχή και την αρχή της αυτονομίας ως μια απόλυτα καλή αρχή. Η εξουσία και η αυτονομία είναι πράγματα σχετικά και το πεδίο εφαρμογής τους αλλάζει ανάλογα με τις διάφορες φάσεις της κοινωνικής εξέλιξης. Αν οι θιασώτες της αυτονομίας ήθελαν απλώς να πουν ότι η κοινωνική οργάνωση του μέλλοντος θα περιορίσει την εξουσία μέσα στο πλαίσιο που το καθιστούν απαραίτητο οι όροι της παραγωγής, τότε θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε. Αλλά αγνοούν τα γεγονότα που καθιστούν αναγκαία την εξουσία και αντιμάχονται με πάθος την ίδια τη λέξη.

Για ποιο λόγο οι πολέμιοι της εξουσίας δεν περιορίζονται στο να ασκούν την πολεμική τους ενάντια στην πολιτική εξουσία, ενάντια στο κράτος; Ολοι οι σοσιαλιστές συμφωνούν στο ότι το πολιτικό κράτος και μαζί του και η πολιτική εξουσία θα εξαφανιστούν, ως αποτέλεσμα της μελλοντικής κοινωνικής επανάστασης, δηλαδή οι δημόσιες λειτουργίες θα χάσουν τον πολιτικό τους χαρακτήρα και θα μετατραπούν σε απλές διοικητικές λειτουργίες που θα προστατεύουν τα αληθινά κοινωνικά συμφέροντα. Αλλά οι πολέμιοι της εξουσίας απαιτούν να καταργηθεί μονομιάς το αυταρχικό πολιτικό κράτος πριν ακόμα εκλείψουν οι κοινωνικοί όροι που προκάλεσαν τη γέννησή του. Απαιτούν η πρώτη πράξη της κοινωνικής επανάστασης να είναι η κατάργηση της εξουσίας. Είδαν ποτέ τους επανάσταση αυτοί οι κύριοι; Μια επανάσταση είναι ασφαλώς το πιο εξουσιαστικό πράγμα που μπορεί να υπάρξει. Είναι μια πράξη, όπου ένα μέρος του πληθυσμού επιβάλλει τη βούλησή του στο άλλο με τα όπλα, τις λόγχες και τα κανόνια, δηλαδή με τα πιο εξουσιαστικά μέσα. Κι αν η πλευρά που επικράτησε δε θέλει να χάσει τους καρπούς των αγώνων της, οφείλει να εδραιώσει την επικράτησή της με το φόβο που εμπνέουν τα όπλα της στους αντιδραστικούς. Θα κρατούσε ποτέ η Παρισινή Κομμούνα, έστω και μια μέρα, αν δεν είχε χρησιμοποιήσει ενάντια στην αστική τάξη αυτήν την εξουσία του οπλισμένου λαού; Δε θα έπρεπε, αντίθετα, να την μεμφθούμε για το ότι το χρησιμοποίησε πολύ λίγο;

Συνεπώς, ένα από τα δυο: `Η δεν ξέρουν τι λένε οι πολέμιοι της εξουσίας κι έτσι προκαλούν τη σύγχυση, ή ξέρουν, και τότε προδίδουν το προλεταριακό κίνημα. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση, εξυπηρετούν μόνο την Αντίδραση».

Marx - Engels Werke(MEW), τόμος 18, σελ. 305 - 308.

Αναδημοσιεύεται από τη συλλογή των Καρλ Μαρξ - Φρίντριχ Ενγκελς: «Για τον Αναρχισμό. Η πάλη με τον μπακουνισμό την περίοδο της Α' Διεθνούς». Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 112-117.

Σημειώσεις:

* Η λέξη εξουσία αποτελεί απόδοση από τα Γερμανικά (και με τον ίδιο τρόπο από άλλες γλώσσες) της λέξης Autoritaet. Σε παλιότερες μεταφράσεις το κείμενο αυτό έφερε τον τίτλο «Για το Κύρος».

1.  «Εσείς, που μπαίνετε μέσα, παρατήστε κάθε αυτονομία». Ο Ενγκελς παραφράζει εδώ, από τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη, την επιγραφή στην πύλη της Κόλασης: «Εσείς, που μπαίνετε μέσα, παρατήστε κάθε ελπίδα».

198 χρόνια από την Επανάσταση του 1821

Το σπίτι της Φιλικής Εταιρείας στην Κωνσταντινούπολη
Το σπίτι της Φιλικής Εταιρείας στην Κωνσταντινούπολη
Αν κι έχουν περάσει κοντά 200 χρόνια από τότε, η Επανάσταση του 1821 συνεχίζει να αποτυπώνεται ανορθολογικά ως το απλό αποτέλεσμα 400 χρόνων σκλαβιάς. Μια τέτοια παρουσίαση, απομακρυσμένη από την ιστορική - υλιστική ερμηνεία των γεγονότων και την κατανόηση της κοινωνικής - ταξικής διάρθρωσης και της ταξικής πάλης της εποχής, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να εξηγήσει το χρόνο, τις αιτίες ξεσπάσματος και επικράτησης και τις κινητήριες δυνάμεις της Επανάστασης, ενώ συνυπάρχει αρμονικά με δεξιές «μεγάλες ιδέες» για αλύτρωτες πατρίδες έως και «αριστερά» εθνικά όνειρα για όσο το δυνατόν πιο ισχυρό καπιταλισμό.

Στην πραγματικότητα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία από το 1700 είχε ήδη αρχίσει να παραπαίει. Η εδαφική της επέκταση είχε σταματήσει και η ίδια άρχισε να καταγράφει όλο και βαρύτερες απώλειες σε κάθε πολεμική σύγκρουση, τα ευρωπαϊκά κεφάλαια είχαν εισβάλει στο εσωτερικό της, αποκομίζοντας κέρδη και συνεισφέροντας στην ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, η γη από «κτήμα του θεού» είχε αρχίσει ήδη να υποτάσσεται στην εμπορευματική παραγωγή, η θάλασσα είχε γίνει ο χώρος ανάπτυξης του ελληνικού εφοπλιστικού κεφαλαίου και η χειροτεχνία έδινε τη θέση της στη βιοτεχνία. Ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής άρχισε να διεισδύει σε κάθε πλευρά της ύπαρξής της, μεταστρέφοντας το περιεχόμενό της και νέες κοινωνικές δυνάμεις αναζητούσαν τη διέξοδο στην ανατροπή της φεουδαρχικής οθωμανικής κυριαρχίας.

Ξυλογραφία του Α. Τάσσου (1821)
Ξυλογραφία του Α. Τάσσου (1821)
Το 1821, πριν απ' οτιδήποτε άλλο, ήταν μια αστική επανάσταση, κρίκος στην αλυσίδα των αστικών επαναστάσεων που είχαν αρχίσει να εκδηλώνονται από τα τέλη του 15ου αιώνα και συνέχισαν να συνταράσσουν την ευρωπαϊκή ήπειρο.

Η Επανάσταση του 1821 ήταν αστική εθνικοαπελευθερωτική. Κυριάρχησαν τα αιτήματα των αστικών στρωμάτων που αντικειμενικά είχαν συμφέρον από την εθνική απελευθέρωση, σε συνδυασμό με τη δημιουργία αστικού κράτους, με στόχο να διαμορφωθεί εσωτερική εθνική αγορά και να διεκδικηθεί η αναβάθμιση της θέσης της ελληνικής αστικής τάξης στην ευρύτερη περιοχή. Η αστική τάξη υπήρξε η κοινωνική δύναμη στην οποία ανήκε η πρωτοβουλία για την προετοιμασία, την ανάπτυξη και την καθοδήγηση της επανάστασης.

Η παρουσίαση όλης αυτής της συναρπαστικής ιστορίας ξεφεύγει από τα όρια μιας επετειακής αναφοράς στην εφημερίδα. Ορισμένα πράγματα, όμως, μπορούν να ειπωθούν, ως εισαγωγή στο θέμα καθώς η συγκρότηση, εξέλιξη και ανάπτυξη του ελληνικού αστικού κράτους δεν μπορεί να μελετηθούν χωρίς την ιστορική μελέτη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από την οποία αποσχίστηκαν κυρίως τα εδάφη του και μάλιστα σταδιακά, στη διάρκεια ενός αιώνα, από την Επανάσταση του 1821 έως τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αντλούμε στοιχεία γι' αυτήν την παρουσίαση από το Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1918 - 1949 (τόμος Α1).

Η διαμόρφωση των κοινωνικών - ταξικών φορέων της Επανάστασης

Η επέκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε 3 ηπείρους και 5 θάλασσες ευνόησε την ανάπτυξη του εσωτερικού εμπορίου και στη συνέχεια του εξωτερικού. Η οθωμανική εξουσία, για να συντηρήσει τον κρατικό μηχανισμό της και ειδικότερα το στρατό, αξιοποιούσε τη βιοτεχνική και εμπορική ανάπτυξη των πόλεων που κατακτούσε και ενσωμάτωνε, ενώ έδινε συγκεκριμένα προνόμια στη ναυτιλία και στο εμπόριο.

Ξυλογραφία του Α. Τάσσου (1821)
Ξυλογραφία του Α. Τάσσου (1821)
Το 17ο αιώνα άρχισαν να αναπτύσσονται και οι Ελληνες έμποροι, κυρίως στα χερσαία εμπορικά δίκτυα, αφού στο εξωτερικό εμπόριο κυριαρχούσαν ακόμα τα ισχυρά ευρωπαϊκά κράτη (κυρίως η Μ. Βρετανία, αλλά και η Ολλανδία και η Γαλλία). Ομως, το 18ο αιώνα αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα και τα θαλάσσια δίκτυα, ενώ αυξανόταν και ο ρόλος των Ελλήνων εμπόρων σε αυτά και η ελληνική γλώσσα χρησιμοποιούνταν και από εμπόρους των άλλων εθνοτήτων. Στα τέλη του 18ου αιώνα το εμπορικό κεφάλαιο είχε καταλάβει πλέον ξεχωριστή θέση στην αγορά της Ανατολής, συνδέοντάς την με τη Μεσόγειο και την Ευρώπη.

Η διόγκωση του εμπορίου και της συμμετοχής των Ελλήνων σε αυτό οδήγησε και στην κλιμάκωση του ρόλου των Ελλήνων πλοιοκτητών, που δραστηριοποιούνταν ταυτόχρονα ως μεταφορείς και έμποροι. Ετσι, οι Ελληνες πλοιοκτήτες σταδιακά αναδείχτηκαν στο πιο πρωτοπόρο κομμάτι της ελληνικής αστικής τάξης και διαδραμάτισαν ιδιαίτερο ρόλο στην ανάπτυξη των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας.

Η αναβάθμιση των Ελλήνων πλοιοκτητών ευνοήθηκε στο πέρασμα του χρόνου από πολλούς παράγοντες, ανάμεσα στους οποίους: α) Η αναζήτηση των Ευρωπαίων εμπόρων για μεσάζοντες για την πραγματοποίηση του εξωτερικού εμπορίου με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. β) Μετά τη συνθήκη του Κάρλοβιτς (1699) ο οθωμανικός αποκλεισμός των ξένων πλοίων. γ) Η χρησιμοποίηση των Ελλήνων πλοιοκτητών από τη Μ. Βρετανία, κατά τη διάρκεια του Επταετούς πολέμου (1756 - 1763) και από τη Ρωσία κατά τη διάρκεια των Ρωσο-τουρκικών πολέμων στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα. δ) Η αύξηση του εμπορίου των αγροτικών προϊόντων από τα Βαλκάνια στην Ευρώπη που αύξησε όχι μόνο τις μεταφορές, αλλά και τις επενδύσεις στη ναυτιλία. ε) Η Συνθήκη του Κιουτσούκ - Καϊναρτζή, που ενέταξε το εμπόριο και τη ναυτιλία στους τομείς προστασίας της Ρωσίας. στ) Η Συνθήκη του Ιασίου (1792) που έδινε τη δυνατότητα ελεύθερης πλεύσης στη Μαύρη Θάλασσα. ζ) Ο βρετανικός εκτοπισμός των γαλλικών πλοίων από τη Μεσόγειο κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων Πολέμων (1803 - 1815). η) Η αλλαγή πολιτικής του οθωμανικού κράτους (1802) που έδωσε προνόμια στους μη μουσουλμάνους πλοιοκτήτες που θα χρησιμοποιούσαν την ελληνική σημαία. θ) Το αποικιοκρατικό εμπόριο σε Ασία, Αφρική και Λατινική Αμερική.

Εργο του Α. Τάσσου για την Επανάσταση του 1821
Εργο του Α. Τάσσου για την Επανάσταση του 1821
Ωστόσο, μετά το 1812, άρχισε η επιδείνωση της θέσης της ελληνικής ναυτιλίας, λόγω πολλών παραγόντων, ανάμεσα στους οποίους η εκτίναξη της εισαγωγής αμερικανικού βαμβακιού από βρετανικά πλοία, η ανάπτυξη του λιμανιού της Τεργέστης, η μεγάλη πτώση της τιμής των σιτηρών μετά το 1815, το τέλος των Ναπολεόντειων Πολέμων (1815), η μείωση του εμπορίου στα Βαλκάνια εξαιτίας της δεύτερης σερβικής εξέγερσης (1815 - 1817). Οι Ελληνες πλοιοκτήτες, που είχαν αναπτυχθεί υπό τη διπλή προστασία των ισχυρών ευρωπαϊκών κρατών και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και εκμεταλλευόμενοι τις αντιθέσεις τους, έρχονταν πλέον αντιμέτωποι με την απουσία ενός έθνους - κράτους, που θα μπορούσε να προστατεύσει τα συμφέροντά τους και να διαμορφώσει μια ενιαία εθνική αγορά. Αυτή η αντίφαση επέδρασε στις πολιτικές τους επιλογές πριν και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης.

Παράλληλα, μετά από τους ρωσο-τουρκικούς πολέμους αυξήθηκε σημαντικά ο αριθμός των Ελλήνων που εγκαταστάθηκαν στα βασικά εμπορικά κέντρα της εποχής, από τη Μασσαλία έως την Οδησσό. Σε αυτές τις παροικίες, όπως και στα μεγάλα αστικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Θεσσαλονίκη, Αλεξάνδρεια κ.λπ.), πραγματοποιήθηκε και το μεγαλύτερο μέρος της συσσώρευσης κεφαλαίου της ανερχόμενης ελληνικής αστικής τάξης. Ταυτόχρονα, οι παροικίες που δρούσαν στο δυτικό ευρωπαϊκό χώρο ήταν πιο κοντά στην επίδραση των ιδεών της αστικής Γαλλικής Επανάστασης. Η συσσώρευση ενδυνάμωσε την κοινωνική ισχύ της υπόδουλης ελληνικής αστικής τάξης και συνέβαλε στο να αποκτήσει εθνική συνείδηση. Η ελληνική αστική τάξη των παροικιών ήταν πιο ώριμη για να υιοθετήσει ορισμένες από τις φιλελεύθερες ριζοσπαστικές ιδέες της εποχής.

Επιπλέον, η ανακοπή της τάσης εδαφικής επέκτασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 17ο αιώνα οδήγησε σε μια μακρά πορεία εξασθένισης και αποσύνθεσής της, που άλλαξε τη στρατιωτική και διοικητική λειτουργία του οθωμανικού κράτους. Σημαντικό μέρος των Οθωμανών - και όχι μόνο - στράφηκε προς την άμεση συγκέντρωση της καλλιεργούμενης γης και ιδιοποίησης των αγροτικών, κτηνοτροφικών, ακόμα και χειροτεχνικών προϊόντων ή προς την απόκτηση εσόδων από την εμπορευματοποίηση των προϊόντων. Ως αποτέλεσμα ενισχύθηκαν η τάση εμπορευματοποίησης της παραγωγής και οι δυνατότητες εξαγωγής στην εξωτερική αγορά, ενώ παράλληλα αυξήθηκαν και οι φορολογικές απαιτήσεις του οθωμανικού κράτους. Οι παραπάνω αλλαγές συντέλεσαν και στην αλλαγή του ρόλου των Ελλήνων κοτζαμπάσηδων, που, ως κατώτατο τμήμα του οθωμανικού κρατικού μηχανισμού, όλο και περισσότερο αστοποιούνταν.

Σε ορισμένες περιοχές (κυρίως ορεινές) εμφανίστηκε και γνώρισε ακμή η μανιφακτούρα. Στις συγκεκριμένες περιοχές συντελέστηκε η μετάβαση από το σύστημα της οικοτεχνίας σε συνεταιριστικές, «συνεργατικές» μορφές συμμετοχής κεφαλαιούχων και εργαζόμενων τεχνιτών, αλλά δεν παρουσιάστηκαν ακόμα εκτεταμένα στην καθαρή τους μορφή οι σχέσεις μισθωτής εργασίας. Παρ' όλα αυτά, σημειώθηκε μια σχετική διεύρυνση της ταξικής διαφοροποίησης, που οδήγησε σε εκδήλωση της ταξικής πάλης και σε συγκρούσεις. Ενδεικτικό της ανάπτυξης των βιοτεχνιών του μετέπειτα ελλαδικού χώρου είναι το γεγονός ότι στα 1800 απασχολούσαν ένα σύνολο 40.000 - 50.000 ατόμων και κινητοποιούσαν κεφάλαια τουλάχιστον 50.000.000 χρυσών φράγκων, με ένα ετήσιο κέρδος που κυμαινόταν από 12% έως 30%.

Ωστόσο, η ανάπτυξη της βιοτεχνικής - μεταποιητικής δραστηριότητας δεν απέκτησε δυναμική αντίστοιχη του εμπορίου και των θαλάσσιων μεταφορών, όπου τα περιθώρια κέρδους και επομένως συσσώρευσης κεφαλαίου ήταν μεγαλύτερα. Αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι η όποια δυναμική είχε αποκτήσει η βιοτεχνική δραστηριότητα δεν επαρκούσε για τη μετατροπή της σε αναπτυγμένη βιομηχανική παραγωγή.

Η συγκεκριμένη εξέλιξη σχετιζόταν σε σημαντικό βαθμό με το γεγονός ότι η ανάπτυξη της βιοτεχνικής δραστηριότητας συντελέστηκε σε εστίες αποκομμένες μεταξύ τους, με πρόσθετες δυσκολίες στην επικοινωνία τους με τις μεγαλύτερες παράκτιες πόλεις με σημαντικό ελληνικό πληθυσμό, όπως η Σμύρνη. Αλλοι παράγοντες που επέδρασαν αρνητικά ήταν η αβεβαιότητα της ιδιοκτησίας στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι διοικητικές αυθαιρεσίες του οθωμανικού κράτους, αλλά και η στήριξη του πληθυσμού κυρίως στην αυτοκατανάλωση.

Τελικά, οι μόνες δραστηριότητες που μπόρεσαν να εδραιωθούν και να αναπτυχθούν σε σημαντικό βαθμό ήταν αυτές της κατασκευής κτισμάτων (σπίτια, γεφύρια κ.λπ.), αλλά και κατασκευής πλοίων, ως αποτέλεσμα της ορμητικής ανάπτυξης της ναυτιλίας. Ενας ιδιαίτερος τομέας της βιοτεχνικής παραγωγής της εποχής που επέζησε και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στον εξοπλισμό των επαναστατών ήταν και τα μπαρουτάδικα της Δημητσάνας.

Το ιδεολογικοπολιτικό οπλοστάσιο της Επανάστασης

Η οικονομική και κοινωνική διαφοροποίηση που επέφερε η ανάπτυξη των καπιταλιστικών οικονομικών σχέσεων είχε ως αποτέλεσμα και την ιδεολογική διαφοροποίηση κάποιων στρωμάτων από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της θεοκρατικής και ανορθολογικής σκέψης, η οποία κυριαρχούσε για αιώνες, ιδιαίτερα στις πολυπληθείς δυνάμεις των χωρικών.

Η αγραμματοσύνη και ο περιορισμένος τρόπος ζωής δεν μπορούσαν να ξεπεράσουν τα πολύ στενά όρια της ατομικής ή συλλογικής εμπειρίας, η οποία μεταβιβαζόταν προφορικά από γενιά σε γενιά, αναπτύσσοντας έναν τρόπο σκέψης σχεδόν ολοκληρωτικά επικαθοριζόμενο από τους οθωμανικούς και εκκλησιαστικούς θεσμούς.

Ομως, με την ανάπτυξη της αστικής τάξης αυξήθηκε ο αριθμός των ανθρώπων λαϊκής καταγωγής που απέκτησαν μία στοιχειώδη πρόσβαση στα νεοϊδρυόμενα - και χρηματοδοτούμενα από τους εμπόρους - σχολεία, ενώ την ίδια στιγμή η ανάπτυξη του εμπορίου και η επαφή με άλλους τόπους δημιουργούσαν εύφορο έδαφος για τη διεύρυνση της αντίληψής τους, του διανοητικού τους ορίζοντα. Στην παραπάνω πορεία συντελούσαν σε σημαντικό βαθμό το πέρασμα από την ασφυκτική - για την ορθολογική κριτική σκέψη - κυριαρχία του προφορικού λόγου στην ενίσχυση του γραπτού και η αντίστοιχη τάση ομογενοποίησης των διαφόρων διαλέκτων ή γλωσσικών ιδιωμάτων των τοπικών κοινωνιών σε μία σχετικά ενιαία ελληνική γλώσσα.

Παράλληλα, εκπρόσωποι και γόνοι των αστικών οικογενειών αναζήτησαν κατά το 18ο αιώνα στην Ευρώπη αυτό που δεν μπορούσαν να βρουν στους τόπους καταγωγής τους: Πανεπιστήμια για να μορφωθούν και τυπογραφεία για να διαδώσουν την πρωτοποριακή - για τα οθωμανικά δεδομένα - σκέψη τους. Εκεί ήρθαν σε επαφή με τις ιδέες του Διαφωτισμού, τις οποίες και προσπάθησαν να εξειδικεύσουν στην ελληνική πραγματικότητα και να τις μετατρέψουν σε υλική δύναμη ανατροπής.

Παράλληλα, ωρίμαζε και η συναντίληψη πλατιών στρωμάτων του πληθυσμού ότι ανήκουν στην ίδια εθνοτική ομάδα. Πολλοί άρχισαν να αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους ως Ελληνες. Οι νέοι αστοί διανοητές με τα έργα τους και ο λαός με τα τραγούδια του άρχισαν να εγκωμιάζουν τις ιδέες της ελευθερίας και της απελευθέρωσης του γένους των Ελλήνων. Κινητήρια δύναμη της εθνικής ζύμωσης αποτέλεσαν η εμφάνιση στο ιστορικό προσκήνιο των Ελλήνων αστών καθώς και η λαϊκή αγανάκτηση, που εκφραζόταν κυρίως με τον «κλεφτοπόλεμο» τμημάτων της αγροτιάς, κυρίως κτηνοτρόφων, απέναντι στην οθωμανική διοίκηση. Η Γαλλική Επανάσταση έφερε στο προσκήνιο την ιδέα της «πατρίδας» και του «πατριωτισμού» (patrie-patriote), που ως αίτημα αγκάλιασε τόσο τον παροικιακό όσο και τον υπόδουλο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ελληνισμό.

Προϊόν της παραπάνω πορείας ήταν ο Ελληνικός Διαφωτισμός, ο οποίος είχε αναπτυχθεί σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα και επιταχύνθηκε στο τελευταίο τέταρτο, ιδιαίτερα μετά τη Γαλλική Επανάσταση του 1789. Το περιεχόμενο των έργων του Ελληνικού Διαφωτισμού εξυμνούσε την ατομική ελευθερία ως οικουμενική αξία, την αρχή του Νόμου (τη Νομαρχία) και την ισότητα όλων απέναντί του, ως προϋπόθεση μιας ευνομούμενης κοινωνίας, την ανθρώπινη ευτυχία ως επιβεβλημένη επιδίωξη.

Η παραπάνω διαδικασία δεν άργησε να «γεννήσει» και τους πρώτους μεγάλους εκφραστές των πόθων και επιδιώξεων της μελλούμενης κοινωνίας, οι οποίοι, εκτός από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ήρθαν σε ανοιχτή αντιπαράθεση και με το Ορθόδοξο Πατριαρχείο. Παράλληλα με την κατάκτηση οικονομικής δύναμης, η ελληνική αστική τάξη οπλιζόταν και με ιδεολογία και πολιτικό πρόγραμμα.

Η πρώτη ίσως συγκροτημένη προσπάθεια αυτού του είδους έγινε από τον Ρήγα Βελεστινλή (ή Φεραίο). Στα τυπογραφεία της Βιέννης ο Ρήγας εξέδωσε μια σειρά από έργα, με πιο γνωστό το «Θούριο», που αποτελούσε μέρος της «Νέας Πολιτικής Διοίκησης» (1797), όπου προπαγάνδιζε την αναγκαιότητα εξέγερσης και ενοποίησης όλων των βαλκανικών λαών, στο πλαίσιο μιας βαλκανικής κοινοπολιτείας, που θα οικοδομούνταν στα συντρίμμια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στη συνέχεια ο Αδαμάντιος Κοραής απευθύνθηκε με το έργο του όχι γενικά στους βαλκανικούς λαούς, αλλά πιο συγκεκριμένα στους Ελληνες, συνδέοντας την τύχη τους με τη νίκη του Ναπολέοντα στους Ναπολεόντειους Πολέμους.

Η πιο συστηματική όμως έκφραση των νέων ιδεών ήταν η «Ελληνική Νομαρχία» (1806), άγνωστου συγγραφέα. Το βιβλίο αυτό αποτέλεσε κατά κάποιον τρόπο το βασικό ντοκουμέντο του ελληνικού ιακωβινισμού, της ριζοσπαστικής αστικής σκέψης.

Η παραπάνω κίνηση των ιδεών έδωσε διέξοδο στην καταπίεση των λαϊκών μαζών και τροφοδότησε την επαναστατική δράση.

Η Ελληνική Επανάσταση, σε αντιστοιχία με ανάλογα κινήματα της εποχής, στηρίχθηκε στη σύσταση συνωμοτικών οργανώσεων για την οργάνωση της πάλης. Καταρχάς, ο ίδιος ο Ρήγας Φεραίος ήρθε σε επαφή με το Διευθυντήριο της Γαλλικής Επανάστασης και ίδρυσε μυστική Εταιρεία, που έδρασε στα εμποροβιοτεχνικά κέντρα των Ελλήνων, τόσο στον ελλαδικό χώρο όσο και ευρύτερα στα Βαλκάνια. Για τη δράση του συνελήφθη από την αυστριακή αστυνομία, παραδόθηκε στους Οθωμανούς και εκτελέστηκε το 1798. Τα επόμενα χρόνια συγκροτήθηκαν μια σειρά από οργανώσεις, όπως η Εταιρία των Πέντε, το Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον (Παρίσι, 1809), η Φιλόμουσος Εταιρεία (Αθήνα, 1813) και βεβαίως η Φιλική Εταιρεία στην Οδησσό, το 1814.

Την πρωτοβουλία για τη συγκρότηση του «Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου» είχε ο φιλόλογος Ζαλύκογλου ή Ζαλύκης, που φαίνεται ότι ήταν μασόνος. Ο πρώτος πυρήνας του «Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου» αποτελούνταν από τον Ζαλύκη, τον Γάλλο διπλωμάτη Σουαζέλ Γκουφιέ, τον Αγγελόπουλο, επιτετραμμένο της Τουρκίας στο Παρίσι, τον Στέφανο Χατζή - Μόσχο, τον Σακελλαρόπουλο, τον Ομ. Σκυλίτση, τον Αμηρά, τον Πρασακάκη και τους Γάλλους Ντε Σεγγιέ και Κλερμόν Τονέρ (ανιψιό του Ταλεϊράνδου).

Το 1814 ιδρύθηκε η Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης από τον Καποδίστρια και τον Ιγνάτιο της Ουγγροβλαχιάς, με στόχο την εκπαίδευση και τη μορφωτική ανύψωση των Ελλήνων. Η Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης αποτελούσε τη ρωσική απάντηση στη Φιλόμουσο των Αθηνών, που είχε τεθεί υπό την αιγίδα των Αγγλων με πρόεδρο τον λόρδο Γκίλφορντ.

Οι δύο Εταιρείες των Φιλόμουσων αποτελούσαν εκφράσεις της στρατηγικής των ανώτερων ελληνικών αστικών στρωμάτων για μια εκπαιδευτική - πολιτισμική αναβάθμιση του ελληνικού ζητήματος, σε συνδυασμό με την προώθησή του στις αυλές των μεγάλων δυνάμεων της Ιεράς Συμμαχίας.

Είναι χαρακτηριστική η σαφής άρνηση του Καποδίστρια να ηγηθεί της Φιλικής Εταιρείας, καθώς και στη συνέχεια η προσπάθειά του να αποτρέψει τον Αλέξανδρο Υψηλάντη να ηγηθεί.

Η στάση του Καποδίστρια αντανακλούσε τόσο τη συντηρητική ιδεολογική του τοποθέτηση, ενάντια στις ιδέες της Γαλλικής αστικής Επανάστασης, όσο και την πεποίθησή του ότι κάθε ελληνική πολιτική προσέγγιση με τις αστικές ανατρεπτικές κινήσεις στην Ευρώπη και στην Αμερική θα έβλαπτε την υπόθεση της εθνικής απελευθέρωσης, αφού θα προκαλούσε την εναντίωση του τσάρου.

Φιλική Εταιρεία: Οργάνωση της επαναστατικής πρωτοπορίας

Η Φιλική Εταιρεία ιδρύθηκε το 1814 στην Οδησσό της Ρωσίας. Ιδρυτές της ήταν ο Νικόλαος Σκουφάς από το Κομπότι της Αρτας, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ από τα Γιάννενα και ο Εμμανουήλ Ξάνθος από την Πάτμο, που επίσης ανήκε σε μασονική στοά. Στον ηγετικό πυρήνα της και στη σύνθεσή της δέσποσαν αρχικά κατώτερα αστικά και μικροαστικά στρώματα Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στη συνέχεια η ισχυρή αστική τάξη των παροικιών της Ρωσίας.

Η Φιλική Εταιρεία προχώρησε στη συγκρότηση επαναστατικών οργανώσεων, προφανώς μη συμφωνώντας με την άποψη (Κοραή κ.ά.) ότι το Γένος πρέπει πρώτα να μορφωθεί και μόνο τότε θα ελευθερωθεί. Συγκέντρωσε χρηματικούς πόρους, προπαγάνδισε την ιδέα της εθνικής απελευθέρωσης, προετοίμασε υλικά και ιδεολογικά τον ένοπλο αγώνα, αντιμετώπισε σ' ένα βαθμό τις αντιδράσεις των προεστών - κοτζαμπάσηδων και μέρους του ανώτερου κλήρου, καθώς και τη μεταρρυθμιστική λογική των αστικών εταιρειών που προαναφέρθηκαν. Προσανατόλισε τα λαϊκά στρώματα ότι θα έπρεπε να στηριχτούν στις δικές τους δυνάμεις, στη δική τους δράση για να προχωρήσει το έργο της εθνικής απελευθέρωσης.

Η Φιλική Εταιρεία προσπάθησε να διασφαλίσει ιδιαίτερα την ενεργή στήριξη των στόχων της από την τσαρική Ρωσία. Στην πραγματικότητα διασφάλισε την ανοχή στη δράση της και στη στρατολόγηση των μελών της στις ρωσικές παροικίες. Ωστόσο, αυτή η επιδίωξή της είχε σημαντική επίδραση στην προγραμματική της επεξεργασία, η οποία απείχε αρκετά από τις ριζοσπαστικές αστικοδημοκρατικές διακηρύξεις του Ρήγα Φεραίου και της «Ελληνικής Νομαρχίας». Η τσαρική Ρωσία ήταν αντικειμενικά εχθρική σε κάθε αστικοδημοκρατικό επαναστατικό κίνημα.

Στα κείμενά της η Φιλική Εταιρεία εστίαζε στην εθνικοαπελευθερωτική διάσταση της προετοιμαζόμενης επανάστασης, ενώ οι αναφορές της στα κοινωνικά προβλήματα ήταν υποτυπώδεις. Οπως προκύπτει από τη μέχρι σήμερα μελέτη των ντοκουμέντων της Εταιρείας, για το πρόβλημα της γης η ηγεσία της δεν είχε επεξεργαστεί κανένα πρόγραμμα.

Η κυριαρχία του γενικού εθνικοαπελευθερωτικού προσανατολισμού της Φιλικής Εταιρείας εκφραζόταν και στην πρώτη προκήρυξη του Υψηλάντη ως γενικού αρχηγού το 1821, όπου διακηρύσσοντας τους σκοπούς της Επανάστασης ξεκινούσε με τη θέση «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος. Ωρα ήλθεν, ω άνδρες Ελληνες».

Γεγονός πάντως είναι ότι η Φιλική Εταιρεία δεν είχε καθαρό αστικοδημοκρατικό πολιτικό πρόγραμμα ούτε ολοκληρωμένο σχέδιο στρατιωτικής οργάνωσης και συγκεκριμένο σχέδιο κρατικής συγκρότησης της Ελλάδας μετά την απελευθέρωση. Το γεγονός αυτό επισημαίνουν στην εποχή τους τόσο ο Ρώσος δεκεμβριστής συνταγματάρχης Πέστελ όσο και ο Αγγλος ιστορικός Φίνλεϊ.

Η Φιλική Εταιρεία δεν υιοθέτησε διακηρύξεις των επαναστατών αρχηγών των κολίγων αυτών των περιοχών, όπως του Βλαδιμηρέσκου της Μολδοβλαχίας, που καλούσαν σε αποτίναξη του φεουδαρχικού ζυγού της περιοχής. Ιδιαίτερα ο αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, Αλ. Υψηλάντης, ανώτερος αξιωματικός του ρωσικού στρατού, ήταν εχθρικός σ' αυτές τις απόψεις και τελικά συνέλαβε και εκτέλεσε τον Βλαδιμηρέσκου στη διάρκεια της εξέγερσης στη Μολδοβλαχία, το 1821.

Σαφής ήταν ο προσανατολισμός της στην προβολή της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκείας, ως γραμμής διαχωρισμού από τον Οθωμανό κατακτητή, καθώς και ως μηχανισμού πρόσκλησης της ρωσικής επέμβασης στην ελληνική υπόθεση. Η προσδοκία αυτή δεν ήταν αυθαίρετη αφού η τσαρική Ρωσία ήταν ο μεγαλύτερος αντίπαλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με συχνές πολεμικές συγκρούσεις, και εμφανιζόταν ως προστάτης των «ορθόδοξων χριστιανικών πληθυσμών», ιδιαίτερα μετά τη Συνθήκη του Κιουτσούκ - Καϊναρτζή.

Φυσικά, ο προσανατολισμός της Φιλικής Εταιρείας δεν καθορίστηκε μονοδιάστατα από την επιδίωξη της ρωσικής παρέμβασης. Οι ιδρυτές της ήταν οι ίδιοι χριστιανοί ορθόδοξοι και δεν απέκλεισαν τον προσηλυτισμό του λαϊκού κλήρου. Ομως, τα πρώτα χρόνια απέφευγαν σε μεγάλο βαθμό τη μύηση ανώτερων κληρικών, κοτζαμπάσηδων και Φαναριωτών, που εντάσσονταν στον έναν ή στον άλλον βαθμό στους διοικητικούς μηχανισμούς του οθωμανικού κράτους.

Η οργανωτική σύσταση της Φιλικής Εταιρείας αντέγραφε τα ευρωπαϊκά πρότυπα του αστικού εταιριστικού συνωμοτισμού (ελευθεροτέκτονες, καρμπονάροι), στα οποία είχε μυηθεί τουλάχιστον ο Ξάνθος και πιθανόν ο Τσακάλωφ. Ωστόσο, ο όρκος του Φιλικού ήταν θρησκευτικός και απαιτούσε παρουσία ορθόδοξου ιερέα. Αντίστοιχα, το έμβλημα της Φιλικής στα συστατικά και εφοδιαστικά έγγραφα των μελών της, που στη συνέχεια έγινε σημαία της Επανάστασης, είχε στην κορυφή το Σταυρό και κάτω πρηνή την ημισέληνο, προαναγγέλλοντας την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Μετά το 1817, η Φιλική Εταιρεία κατέβαλε προσπάθειες για συντονισμό του αγώνα όλων των υπόδουλων λαών της Βαλκανικής κατά του κοινού εχθρού. Στρατολόγησε Βούλγαρους, Βλαχομπογδάνους, Σέρβους και Αλβανούς. Υιοθέτησε την αρχή της ισότητας των δικαιωμάτων των διαφορετικών λαών, σύμφωνα με το πνεύμα της Γαλλικής αστικής Επανάστασης.

Σύμφωνα με μελέτη του Γ. Φράγκου, αρχικά οι μυήσεις στη Ρωσία και στη Μολδοβλαχία υπερτερούσαν συντριπτικά των μυήσεων στις εμπορικές κοινότητες του Λονδίνου, του Παρισιού, της Μασσαλίας και του Αμστερνταμ. Η κατάσταση άλλαξε όταν στρατολογήθηκαν οι μεγάλοι έμποροι της παροικίας της Οδησσού, της Κωνσταντινούπολης και της Μόσχας. Σύμφωνα με την ίδια μελέτη, επί συνόλου 911 Φιλικών γνωστού επαγγέλματος, 445 ήταν έμποροι, 10 εμποροϋπάλληλοι, 117 επιστήμονες (γιατροί, δικηγόροι, δάσκαλοι, φοιτητές), 78 στρατιωτικοί, 24 πλοιοκτήτες, 85 κληρικοί (μητροπολίτες - επίσκοποι 17), 6 αγρότες, 7 βιοτέχνες κ.λπ.

Ενα στοιχείο που έχει ιδιαίτερο ερευνητικό ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι οι πλοιοκτήτες - παρόλο που ανήκαν στα πρωτοπόρα τμήματα της αστικής τάξης και έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην προώθηση ενός κράτους αστικού τύπου - είχαν μικρή συμμετοχή στις επαναστατικές οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένης της Φιλικής Εταιρείας, λόγω των ταλαντεύσεών τους απέναντι στην Επανάσταση.

Παράγοντες διαμόρφωσης επαναστατικής κατάστασης

Την προεπαναστατική περίοδο εμφανίστηκαν οι μεταρρυθμιστικές απόπειρες των σουλτάνων Σελίμ Γ΄ (1789 - 1807) και Μαχμούτ Β΄ (1808 - 1839), που είχαν ως κεντρικό άξονα τη στρατιωτική αναδιοργάνωση με τη δημιουργία τακτικού στρατού (ευρωπαϊκού τύπου) και την αποκατάσταση του κρατικού συγκεντρωτισμού πάνω σε νέα οικονομική βάση. Οι μεταρρυθμίσεις στηρίχτηκαν από την Αγγλία και τη Γαλλία, καθώς και εσωτερικά από τους νέους Οθωμανούς γαιοκτήμονες τσιφλικάδες που ενδιαφέρονταν για το ξεπέρασμα του διοικητικού κατακερματισμού, την απαλλαγή της γαιοκτησίας από τις στρατιωτικές υποχρεώσεις και την εδραίωση της ατομικής κληρονομικής ιδιοκτησίας.

Στηρίχτηκαν ως ένα βαθμό και από Ελληνες Φαναριώτες, γιατί άνοιγαν δρόμο για μείωση της φορολογικής ανισότητας μουσουλμάνων - χριστιανών και για την ένταξη χριστιανών στον τακτικό στρατό, ενώ τροφοδοτούσαν τις φαντασιοπληξίες τους για ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Ωστόσο, η προσπάθεια προώθησης των μεταρρυθμίσεων όξυνε τις αντιθέσεις και αύξησε τη δυσαρέσκεια διαφορετικών κοινωνικών τμημάτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Πατροπαράδοτα τμήματα της οθωμανικής στρατιωτικής οργάνωσης (πεζικό των γενίτσαρων, ιππικό των σπαχήδων) αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο της διάλυσης και της απώλειας. Αγροτικοί μουσουλμανικοί πληθυσμοί επιβαρύνθηκαν με αυξημένους φόρους και αισθάνθηκαν την απειλή υποβολής σε τακτική στρατιωτική υπηρεσία.

Ο σουλτάνος Μαχμούτ Β' προχώρησε στην εξόντωση πολλών τοπαρχών (ντερεμπέηδων) και στην πολιορκία του Αλή Πασά στα Γιάννενα, τον οποίο στήριζαν ήδη οι γενίτσαροι.

Μέσα σ' αυτές τις συνθήκες αυξήθηκαν οι φόροι της Εκκλησίας και οι οικονομικές υποχρεώσεις των Φαναριωτών. Το Πατριαρχείο έβλεπε επίσης ως κίνδυνο την εκσυγχρονιστική πορεία των νέων σουλτάνων προς ένα πιο πολυεθνικό κράτος, που απειλούσε τη φυλογενετική συγκρότηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και επομένως τα προνόμια του Πατριαρχείου.

Η αύξηση των φόρων, των διοδίων, των επιβαρύνσεων για δικαιώματα βοσκής έπληξε τους Ελληνες φτωχούς γεωργούς και κτηνοτρόφους. Παράλληλα, το νέο στρατιωτικό και διοικητικό σύστημα υποβάθμιζε και εκμηδένιζε τα αρματολίκια, με αποτέλεσμα να πληθαίνουν οι κλέφτες που προέρχονταν από ορεινούς κτηνοτροφικούς πληθυσμούς.

Οι κοτζαμπάσηδες, που είχαν ισχυροποιηθεί από την ιδιοποίηση του αγροτικού υπερπροϊόντος των χωρικών, άρχισαν να εποφθαλμιούν τα απέραντα τουρκικά κτήματα.

Η κρίση της εμπορικής ναυτιλίας και η υποχώρηση του εμπορίου συνέβαλαν επίσης, όπως ήδη αναφέρθηκε, στην όξυνση της αντίθεσης με τις συνθήκες της οθωμανικής κυριαρχίας, ενώ αύξησε και τον πληθυσμό των άνεργων ναυτικών στα νησιά.

Στην επιλογή του επαναστατικού δρόμου συνέβαλαν επίσης οι εξελίξεις στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια. Η συντριβή του Ναπολέοντα και η επικράτηση της Ιεράς Συμμαχίας και του Μέτερνιχ καθιστούσαν έωλο κάθε σχεδιασμό ειρηνικής επίλυσης του ελληνικού εθνικού ζητήματος από τις Μεγάλες Δυνάμεις (Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας).

Στα Βαλκάνια, μετά τη Σερβική Εξέγερση του 1804, οι Σέρβοι απαιτούσαν να αναγνωριστεί επίσημα ο Μίλος Οβρένοβιτς, που είχε εκλεγεί από τη σερβική Εθνοσυνέλευση, και να ρυθμιστεί σε σταθερή βάση η ετήσια απόδοση φόρων στην Τουρκία, ώστε να εδραιώσουν τη σχετική αυτονομία τους.

Διαφορετικές στάσεις απέναντι στην Επανάσταση

Οι προϋπάρχουσες έντονες διαφοροποιήσεις και τα αντικρουόμενα συμφέροντα μέσα στις γραμμές της αστικής τάξης συνεχίστηκαν και με το ξέσπασμα της Επανάστασης και στην εξέλιξή της, ενώ αποτυπώθηκαν με σαφήνεια στις διαφορετικές αντιλήψεις και επιδιώξεις αναφορικά με το χαρακτήρα, τους κοινωνικούς και εδαφικούς στόχους του πρώτου ελληνικού κράτους.

Γενικά, η αδύναμη και σχετικά ολιγάριθμη αστική τάξη επιθυμούσε ένα αστικό συγκεντρωτικό κράτος, με Σύνταγμα και Κοινοβούλιο, με ενιαία εθνική αγορά, που σήμαινε κατάργηση των ορίων μεταξύ των τοπικών αγορών, πάνω στα οποία (όρια) είχαν διαμορφωθεί οικονομικά συμφέροντα.

Καθώς δέσποζε το εφοπλιστικό κεφάλαιο, η αστική πλευρά επιθυμούσε μια ισχυρή κεντρική εξουσία, ικανή να συγκεντρώνει κρατικά έσοδα για να στηρίξει τη διεθνή κίνηση του εμπορικού στόλου. Ταυτόχρονα, το εφοπλιστικό κεφάλαιο επιθυμούσε αποζημιώσεις για τη συμμετοχή στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, με κτήματα που θα προέκυπταν από την εθνικοποίηση των τουρκικών κτημάτων.

Ωστόσο, η μεγάλη διασπορά του ελληνισμού εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και όχι μόνο, δυσκόλευε τη συνοχή και τη συγκρότηση ελληνικής αστικής τάξης, ικανής να διεκδικήσει τη συγκρότηση κράτους σημαντικού μεγέθους επικράτειας. Ταυτόχρονα, η διασπορά τροφοδοτούσε και απόψεις περί ανασυγκρότησης του Βυζαντίου.

Από την πλευρά τους, οι προεστοί και οι αρματολοί επιθυμούσαν τη διατήρηση και ενίσχυση των τοπικών προνομίων και εξουσιών που είχαν προηγουμένως και δεν ήταν πρόθυμοι να ανοίξουν το δρόμο σ' ένα συγκεντρωτικό αστικό κράτος.

Οι μικροί ιδιοκτήτες και οι ακτήμονες αγρότες προσδοκούσαν την απόκτηση πολιτικών δικαιωμάτων και τη βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης με την αποτίναξη του καθεστώτος του ραγιά, περιορισμό των προνομίων των προεστών και του ανώτερου κλήρου και κάποια διανομή της γης, που δεν είχε όμως ακόμα διαμορφωθεί σε ισχυρό και σαφές πολιτικό αίτημα.

Οι προσδοκίες των λαϊκών στρωμάτων δεν ήταν αυθαίρετες. Με την εκδήλωση και την εξέλιξη της Επανάστασης του 1821, καταργήθηκαν ο κεφαλικός φόρος και αρκετές τοπικές φορολογικές επιβαρύνσεις που συνδέονταν με την αγοραπωλησία κρατικών θέσεων, δημεύτηκαν τα κτήματα των Τούρκων και εδραιώθηκε η πλήρης ατομική ιδιοκτησία στα κτήματα που καλλιεργούσαν οι πρώην ραγιάδες.

Τέλος, ο ανώτερος κλήρος και οι Φαναριώτες δεν είχαν εγκαταλείψει, την περίοδο εκδήλωσης της Επανάστασης, την ουτοπική προσδοκία μιας ανασύστασης της πολυεθνικής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η οποία θα μπορούσε να υπηρετηθεί πιο αποτελεσματικά με το μεταρρυθμιστικό δρόμο μέσα στο οθωμανικό κράτος.

Αυτή η αντιφατική διαπλοκή συμφερόντων μεταξύ διαφορετικών τάξεων και στρωμάτων εξηγεί τη ρευστότητα των κοινωνικών συμμαχιών, τους προσωρινούς συμβιβασμούς και τις εμφύλιες συγκρούσεις.

Ωστόσο, τα αποκλίνοντα συμφέροντα στους κόλπους των επαναστατικών δυνάμεων δεν ήταν δυνατό να καταλήξουν αλλού από το κύριο καθήκον που έθετε η ταξική πάλη της εποχής τους, δηλαδή από τη συγκρότηση ενός αστικού έθνους - κράτους.




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org