Παρασκευή 22 Μάη 2020
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΟ 4ΣΕΛΙΔΟ «ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ»:
  • ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ: Νέα μέτρα στην πλάτη του λαού για να θωρακίσει τα «ρεκόρ» των τουριστικών ομίλων
  • ΚΙΝΑ - ΕΕ: Οι επενδύσεις, ο κορονοϊός και το «τρίγωνο» με τις ΗΠΑ
  • ΦΑΡΜΑΚΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΕΣ - «ΜΑΧΗ» ΓΙΑ ΤΟ ΕΜΒΟΛΙΟ: Εκβιάζουν ανοιχτά για τεράστιες επιδοτήσεις και εγγυημένα κέρδη
  • ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ: Σύνθετες εξελίξεις που επηρεάζουν την καπιταλιστική οικονομία
ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ
Νέα μέτρα στην πλάτη του λαού για να θωρακίσει τα «ρεκόρ» των τουριστικών ομίλων

Την ώρα που η κυβέρνηση της ΝΔ παρουσιάζει τα νέα «έκτακτα» πακέτα μέτρων που βάζει στα πόδια των τουριστικών ομίλων, προκειμένου να θωρακίσει τα κέρδη τους και να περιορίσει όσο το δυνατόν τη «χασούρα» της φετινής χρονιάς, ως τάχα «δίκαιη κατανομή των βαρών», ζητώντας από τους εργαζόμενους να βάλουν ξανά πλάτη με νέες θυσίες για την επαναφορά στην «κανονικότητα», τα στοιχεία όλης της προηγούμενης περιόδου είναι αποκαλυπτικά για το τι εστί η κανονικότητα αυτή.

Η τεράστια και διαρκώς αυξανόμενη κερδοφορία τα τελευταία 10 χρόνια και τα ρεκόρ αφίξεων και κερδών, που έσπαγαν το ένα πίσω από το άλλο, όχι μόνο δεν σήμαναν καλύτερες μέρες για τους ξενοδοχοϋπάλληλους και τους υπόλοιπους εργαζόμενους, όπως και για τους αυτοαπασχολούμενους και επαγγελματίες, αλλά χτίστηκαν πάνω στην εργασιακή «γαλέρα», στην εκτίναξη της εκμετάλλευσης και στα προκλητικά προνόμια, φοροαπαλλαγές και «ζεστό χρήμα» που έδωσαν όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις στους επιχειρηματικούς ομίλους του Τουρισμού. Αφού λοιπόν πλήρωσαν έτσι την καπιταλιστική ανάπτυξη στον κλάδο, σήμερα η κυβέρνηση και το τουριστικό κεφάλαιο τους ζητάνε να πληρώσουν και με νέες θυσίες, τη νέα καπιταλιστική κρίση.

«Ρεκόρ» εκμετάλλευσης...

Το «τουριστικό θαύμα» χτίστηκε άλλωστε στις 16 ελαστικές εργασιακές σχέσεις που αξιοποιεί το τουριστικό κεφάλαιο, στην εκτίναξη της «ευελιξίας», στους εποχικούς εργαζόμενους που μένουν άνεργοι το μισό χρόνο, στη «μαύρη» και ανασφάλιστη εργασία στον κλάδο και στις αδήλωτες υπερωρίες, στο αίσχος της δήθεν «μαθητείας» και των δουλεμπορικών, στα 15ωρα και 16ωρα, στην εντατικοποίηση της δουλειάς, στις περικοπές στους μισθούς και την ανυπαρξία Συλλογικών Συμβάσεων, που δεν καλύπτουν ούτε έναν στους δέκα εργαζόμενους στον κλάδο.

Ενδεικτικά άλλωστε είναι τα στοιχεία της μελέτης ακόμη κι αυτού του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων («Η απασχόληση στα Καταλύματα και την Εστίαση», Αύγουστος 2019), στην οποία καταγράφεται αύξηση της μερικής απασχόλησης στα καταλύματα και την εστίαση κατά 144% από το 2009 μέχρι το 2018, σε απόλυτους αριθμούς από 24,6 σε 60,1 χιλιάδες εργαζόμενους.

Τα εξαντλητικά ωράρια εργασίας, τόσο για τους εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης όσο και για εκείνους που δουλεύουν με μερική, απεικονίζονται και από τη σύγκριση του μέσου όρου εβδομαδιαίας εργασίας σε Ελλάδα και ΕΕ. Σύμφωνα με την ίδια μελέτη, οι εργαζόμενοι πλήρους απασχόλησης στα καταλύματα και την εστίαση στην Ελλάδα απασχολούνται 51 ώρες εβδομαδιαίως, έναντι 44 ωρών στην ΕΕ των 28, και οι εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης 20,7 ώρες στην Ελλάδα, έναντι 18,4 στην ΕΕ των 28.

Την ίδια περίοδο, τα στοιχεία του ΕΦΚΑ έδειχναν το μέσο μεικτό μεροκάματο στα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια με 10 εργαζόμενους και πάνω να υποχωρεί από τα 50,84 ευρώ, τον Ιούλη του 2011, στα 39,56 ευρώ τον Ιούλη του 2018.

Ετσι χτίστηκαν όλα τα προηγούμενα χρόνια τα «ρεκόρ» του Τουρισμού, για τα οποία επαίρονταν τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και η ΝΔ και συναγωνίζονταν μεταξύ τους για το ποιος σημείωσε τις καλύτερες επιδόσεις. Πάνω σε αυτά έρχονται να προστεθούν και τα νέα κατάπτυστα μέτρα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση την Τετάρτη, στο όνομα της «προστασίας» των θέσεων εργασίας.

...και κερδοφορίας

Την ίδια ώρα, στην αντίπερα «όχθη», οι μεγάλες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις κατέγραφαν τεράστια κέρδη, όπως δείχνουν τα στοιχεία που - έστω και φειδωλά - δημοσιεύονται κατά καιρούς.

Ενδεικτικά είναι τα στοιχεία έρευνας που πραγματοποίησε η εταιρεία «New Times» (Δεκέμβρης 2019) σε δείγμα 400 ξενοδοχειακών επιχειρήσεων. Σύμφωνα με αυτά, τα καθαρά κέρδη των εταιρειών που συμμετείχαν στην έρευνα κατέγραψαν αύξηση κερδών 35,2% κατά μέσο όρο σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Πιο συγκεκριμένα, οι επιχειρήσεις αυτές αύξησαν τα συνολικά καθαρά κέρδη τους από 153,5 εκατ. ευρώ το 2017 σε 207,5 εκατ. ευρώ το 2018, αύξηση 35,2%, ενώ πραγματοποίησαν συνολικό τζίρο 2,06 δισ. ευρώ το 2018 έναντι 1,89 δισ. ευρώ το 2017, αύξηση 8,6%. Αύξηση σημείωσαν και τα ίδια κεφάλαια των επιχειρήσεων, κατά 2,8%, και διαμορφώθηκαν σε 3,9 δισ. ευρώ. Την ίδια στιγμή, βέβαια, αύξηση εμφάνισαν και οι συνολικές υποχρεώσεις των επιχειρήσεων, κατά 7,4%, για να διαμορφωθούν στα 4,1 δισ. ευρώ.

Επιπλέον, οι 290 πιο κερδοφόρες επιχειρήσεις του κλάδου διαχειρίστηκαν συνολικό τζίρο 1,69 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 9,6% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ενώ τα συνολικά καθαρά κέρδη τους αυξήθηκαν κατά 19,1%, φτάνοντας τα 286 εκατ. ευρώ. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι οι κερδοφόρες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις αύξησαν κατά 5,1% τα ίδια κεφάλαιά τους, τα οποία διαμορφώθηκαν στα 3,05 δισ. ευρώ, τη στιγμή που οι συνολικές υποχρεώσεις τους διαμορφώθηκαν στα 2,75 δισ. ευρώ.

Χαρακτηριστικά του «χορού» των δισ. που έσπασε όλα τα «κοντέρ» τα προηγούμενα χρόνια είναι όσα κατέγραφε ανακοίνωση του υπουργείου Τουρισμού το Γενάρη του 2019: «Το 2018 αποτέλεσε την καλύτερη χρονιά σε επιδόσεις στην ιστορία του ελληνικού τουρισμού, οι διεθνείς αφίξεις άγγιξαν τα 33 εκατομμύρια συμπεριλαμβανομένης της κρουαζιέρας και τα έσοδα ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο. Η μεγάλη αύξηση της τουριστικής κίνησης οδήγησε σε κατακόρυφη αύξηση των αμιγώς τουριστικών εσόδων, που για πρώτη φορά ξεπέρασαν τα 16 δισ. ευρώ και υπερδιπλάσια έσοδα για την οικονομία από την άνοδο των μεταφορών, του shopping και του εσωτερικού τουρισμού, που υπολογίζονται ότι συνολικά το 2018 θα ξεπεράσουν κατά πολύ τα 21 δισ. ευρώ».

Την επόμενη χρονιά - πέρυσι - ακόμα κι αυτά τα «ιστορικά ρεκόρ» έσπασαν, αφού οι «εισπράξεις από ταξιδιωτικές υπηρεσίες» ανήλθαν σε 18,1 δισ. ευρώ, από 16 δισ. ευρώ το 2018, αύξηση 12,8%.

«Η κρίση ευκαιρία» για τους μεγάλους να γίνουν μεγαλύτεροι

Η «πίτα» αυτή των κερδών συγκεντρώθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό στα χέρια των τουριστικών ομίλων, ενώ μέσα από αυτή την πορεία ήδη από τα προηγούμενα χρόνια είχαν διαμορφωθεί όροι για μεγάλες εξαγορές και συναλλαγές μεταξύ των ομίλων, που θα οδηγήσουν σε μεγαλύτερη συγκέντρωση, μια τάση που θα ενισχυθεί περαιτέρω εξαιτίας της καπιταλιστικής κρίσης.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της ΤτΕ για το 2019, η Ελλάδα διέθετε 9.917 ξενοδοχειακές μονάδες, συνολικής δυναμικότητας 430.402 δωματίων και 847.610 κλινών, εμφανίζοντας άνοδο 11% σε σύγκριση με το 2010 σε αριθμό κλινών, ενώ η μέση ξενοδοχειακή μονάδα έχει 43 δωμάτια και 86 κλίνες. Ωστόσο το ίδιο χρονικό διάστημα σημειώθηκε άνοδος 75% στον αριθμό των κλινών στα πεντάστερα ξενοδοχεία (178.847 κλίνες), κατά 20% αυξήθηκε ο αριθμός των κλινών στα τετράστερα (235.698), κατά 10% στα τριάστερα (194.967 κλίνες), ενώ πτώση 18% και 11% σημειώθηκε στον αριθμό των κλινών των ξενοδοχείων δύο και ενός αστέρων αντίστοιχα (188.369 κλίνες και 49.729 κλίνες). Με άλλα λόγια, ο ελληνικός Τουρισμός βαδίζει ολοταχώς σε συνθήκες πλήρους κυριαρχίας των μεγάλων ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, οι οποίες καρπώνονται ήδη το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων και σύντομα θα αυξήσουν ακόμα περισσότερο το μερίδιό τους από την «πίτα».

Ενδεικτικά των επιχειρηματικών κινήσεων που έγιναν την περασμένη χρονιά στο χώρο των ξενοδοχείων στην Ελλάδα είναι και τα στοιχεία από την τελευταία έρευνα «PwC» (Φλεβάρης 2020) σχετικά με τις εξαγορές και συγχωνεύσεις επιχειρήσεων, που δείχνουν ότι οι αγοραπωλησίες ξενοδοχείων αντιστοιχούσαν σχεδόν στο 10% των συνολικών εξαγορών που πραγματοποιήθηκαν στη χώρα, σε ένα σύνολο χρηματικών κεφαλαίων ύψους 4,3 δισ. ευρώ, ποσοστό που αντιστοιχεί περίπου στα 400 εκατ. ευρώ.

Με «εφαλτήριο» άλλωστε τα τεράστια συσσωρευμένα κεφάλαια που ψάχνουν κερδοφόρες διεξόδους και την πολιτική όλων των μέχρι σήμερα κυβερνήσεων, και της σημερινής της ΝΔ, μεγάλοι τουριστικοί όμιλοι προχωράνε απρόσκοπτα στα επιχειρηματικά τους σχέδια. Ενδεικτικά είναι τα παραδείγματα της πρόσφατης έκδοσης Προεδρικού Διατάγματος για τη δημιουργία νέας ξενοδοχειακής εγκατάστασης σε έκταση 131,6 στρεμμάτων στην περιοχή Κάνιστρο του δήμου Κασσάνδρας Χαλκιδικής, από την εταιρεία «Mare Village», που θα περιλαμβάνει συνεδριακά κέντρα, εμπορικά καταστήματα, πολυτελή τουριστικά καταλύματα, οικισμούς 410 ατόμων, δίπλα σε υπάρχον ξενοδοχείο 640 κλινών - που διαθέτει και μαρίνα 80 θέσεων - της ίδιας εταιρείας.

Μία ανάλογη τουριστική επένδυση ύψους 60 εκατ. ευρώ στη Μύκονο έλαβε έγκριση από το ΣτΕ εντός του Μάη. Πρόκειται για το λεγόμενο «The Mykonos Project» της κοινοπραξίας «AGC Equity Partners», στην περιοχή Καραπέτης της Ανω Μεράς Μυκόνου, που σχεδιάζει να υλοποιήσει συγκρότημα 95 βιλών σε έκταση 60,32 στρεμμάτων, ακριβώς πάνω από την παραλία της περιοχής, ενώ θα περιλαμβάνει και άλλες «συνοδευτικές εγκαταστάσεις» (άθλησης, πολυχώρο εκδηλώσεων, εμπορικά καταστήματα), αλλά και μαρίνα τουριστικών σκαφών.


Φ.

ΚΙΝΑ - ΕΕ
Οι επενδύσεις, ο κορονοϊός και το «τρίγωνο» με τις ΗΠΑ

Από παλιότερη Σύνοδο Κίνας - ΕΕ
Από παλιότερη Σύνοδο Κίνας - ΕΕ
Η αντιπαράθεση που κλιμακώνεται ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα, με καταλύτη την πανδημία του κορονοϊού και στο έδαφος της νέας οικονομικής κρίσης, επιδρά και στις σχέσεις τους με την ΕΕ, συνολικά, αλλά και ξεχωριστά με κάθε κράτος - μέλος της, κυρίως με τη Γερμανία και τη Γαλλία.

Κίνα και ΕΕ έχουν διαμορφώσει ειδική Ατζέντα Στρατηγικής Συνεργασίας για το 2020, η οποία όμως αναμένεται να επικαιροποιηθεί, στη σκιά των εξελίξεων που επιτάχυνε ο κορονοϊός. Θυμίζουμε πως η Κίνα αποτελεί τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της ΕΕ σε ό,τι αφορά τις εισαγωγές και τον δεύτερο μεγαλύτερο στις εξαγωγές, με τις μεταξύ τους συναλλαγές να φτάνουν το 1 δισ. ευρώ σε ημερήσια βάση.

Το 2016, σύμφωνα με έρευνα της Σουηδικής Υπηρεσίας Αμυντικών Ερευνών, η Κίνα έγινε ο μεγαλύτερος εξαγοραστής περιουσιακών και εταιρικών στοιχείων παγκοσμίως, ξεπερνώντας τις ΗΠΑ με βάση τη συνολική αξία των εταιρικών εξαγορών. Η Ευρώπη έγινε ένας από τους σημαντικότερους προορισμούς Αμεσων Ξένων Επενδύσεων από την Κίνα, και εκτιμάται ότι από το 2014 - 2015 ήταν ήδη η μεγαλύτερη αγορά κινεζικών εξαγορών.

Η εξέλιξη αυτή, παρά το γεγονός ότι αναζωογονεί με νέα κεφάλαια την ευρωπαϊκή οικονομία, προκαλεί ανησυχίες στο πλαίσιο του διεθνούς ανταγωνισμού για εταιρείες και υποδομές «στρατηγικής σημασίας», που αλλάζουν χέρια και θέτουν σε κίνδυνο μακροπρόθεσμα συμφέροντα της αστικής τάξης στα κράτη - μέλη της ΕΕ.

Ετσι, το Μάρτη του 2019 ψηφίστηκε ο κανονισμός 2019/452, που διαμορφώνει ένα πλαίσιο για τον έλεγχο των Αμεσων Ξένων Επενδύσεων στην ΕΕ, ώστε να προστατευθούν τα στρατηγικά περιουσιακά στοιχεία των ευρωπαϊκών κρατών από την επενδυτική επέλαση της Κίνας, που «στοχοποιεί» από αυτοκινητοβιομηχανίες και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς μέχρι εταιρείες με τεχνολογία αιχμής.

Τέτοιοι μηχανισμοί ελέγχου έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή σε 14 κράτη - μέλη. Μόλις τον περασμένο Μάρτη, η Κομισιόν κάλεσε και τα εναπομείναντα κράτη να διαμορφώσουν έναν πλήρη μηχανισμό ελέγχου των ξένων επενδύσεων και να εξετάσουν όλες τις επιλογές, για την αντιμετώπιση πιθανών περιπτώσεων «όπου η εξαγορά ή ο έλεγχος από έναν ξένο επενδυτή μιας συγκεκριμένης επιχείρησης, υποδομής ή τεχνολογίας μπορεί να δημιουργήσει απειλές στην ασφάλεια ή την κοινή τάξη της ΕΕ».

Δίνοντας τις απαραίτητες διευκρινίσεις, η πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, διαβεβαίωσε ότι η ΕΕ «είναι και θα παραμείνει μια ανοιχτή αγορά για τις ξένες άμεσες επενδύσεις», ωστόσο «η ανοιχτή αυτή στάση δεν είναι άνευ όρων» και κάλεσε σε λήψη προληπτικών μέτρων και πλήρη αξιοποίηση των υφιστάμενων εργαλείων ελέγχου «για την προστασία των βιομηχανικών και εταιρικών περιουσιακών στοιχείων», ώστε η Ευρώπη «να βγει από την κρίση όσο δυνατή ήταν όταν μπήκε».

Ενιαία και επιθετική στάση θέλουν οι ΗΠΑ

Πιο επιθετική ήταν η στάση της αντιπροέδρου της Κομισιόν και μέχρι πρόσφατα επιτρόπου Ανταγωνισμού, Μαργκρέτε Βεστάγκερ, η οποία πρότεινε στα ευρωπαϊκά κράτη να αγοράσουν μετοχές συγκεκριμένων εταιρειών και να μην «υποκύψουν» στις κινεζικές εξαγορές, δηλώνοντας πως «είναι ξεκάθαρο το τι πρέπει να κάνει η ΕΕ σχετικά με την Κίνα. Πρέπει να υπάρξει απώθηση».

Δηλώσεις όπως αυτή δείχνουν ότι δεν υπάρχει ενιαία στάση της ΕΕ απέναντι στην Κίνα και ότι ισχυρές ευρωπαϊκές οικονομίες επιλέγουν να διαπραγματευθούν «κατά μόνας» προκειμένου να πετύχουν τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα και συνεργασίες για τα δικά τους μονοπώλια, με στόχο να ενισχύσουν τη θέση τους και στους ανταγωνισμούς εντός της ΕΕ.

Οι ΗΠΑ, από την πλευρά τους, επιδιώκουν μια πιο ενιαία στάση απέναντι στην Κίνα, με κριτήριο τα δικά τους συμφέροντα και καλούν σε πιο αποφασιστική αντιμετώπιση της κινεζικής επέλασης, επικαλούμενες και ζητήματα ασφάλειας του ΝΑΤΟ, όπως κάνουν για παράδειγμα με το δίκτυο 5G.

Αξιοποιώντας την πανδημία, η Κίνα έπαιξε το χαρτί της «διπλωματίας του κορονοϊού» για να διεισδύσει βαθύτερα στην ΕΕ και να προκαλέσει πρόβλημα στη συνοχή του ΝΑΤΟ, προσφέροντας υγειονομική και οικονομική βοήθεια σε Ευρωπαίους συμμάχους των ΗΠΑ, αλλά και σε εταίρους των ΗΠΑ - ΕΕ στην ευρωπαϊκή ήπειρο και τα Βαλκάνια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Ιταλία, που βρίσκεται στις προτεραιότητες του κινεζικού «Δρόμου του μεταξιού» (Belt and Road Initiative - BRI). Η Κίνα πρόσφερε βοήθεια στην ιταλική κυβέρνηση για τη διαχείριση της πανδημίας, σε μια περίοδο που στην ΕΕ «έπεφταν κορμιά» μεταξύ των κρατών - μελών για το ποιος θα εξασφαλίσει πρώτος το αναγκαίο υγειονομικό υλικό από την παγκόσμια αγορά.

Ηδη όμως από το 2008, πριν ακόμα διαμορφωθεί ο νέος «Δρόμος του μεταξιού», τα κινεζικά μονοπώλια άρπαξαν την ευκαιρία της οικονομικής κρίσης και επένδυσαν σε κρατικές επιχειρήσεις Ενέργειας της Ιταλίας, συμπεριλαμβανομένων των «Eni», «Enel» και «CDP Reti», οι οποίες αντιμετώπιζαν ζητήματα ρευστότητας.

Ακολούθησαν και άλλες επενδύσεις, όπως η εξαγορά της «Pirelli» το 2016 από την κρατική «Chinachem». Τον Απρίλη του 2019 η κυβέρνηση του Τζουζέπε Κόντε ήταν η πρώτη από τα κράτη του G7 που υπέγραψε μνημόνιο συνεννόησης με την Κίνα για τον BRI, κατά τη διάρκεια επίσημης επίσκεψης του Κινέζου Προέδρου, Σι Τζινπίνγκ, που αφορούσε ιδιαίτερα τα λιμάνια της Ιταλίας, αλλά και τους τομείς της Ενέργειας και του Τουρισμού.

«Αρένα» τα Δυτικά Βαλκάνια

Γερμανία και Γαλλία επιδιώκουν ξεχωριστές διαπραγματεύσεις για οικονομική συνεργασία με την Κίνα, προσπαθώντας να βάλουν φρένο στις εξαγορές επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας, ενώ ενδεικτική είναι η στάση ορισμένων κρατών, όπως η Σουηδία, ή η Ουγγαρία απέναντι στην Κίνα, με αφορμή τον κορονοϊό: Η πρώτη ασκεί οξύτατη κριτική στην κινεζική κυβέρνηση για τη διασπορά του ιού, ενώ η Ουγγαρία υπέγραψε με την Κίνα συμφωνία ύψους 2,5 δισ. δολαρίων για τον εκσυγχρονισμό του σιδηροδρομικού της δικτύου, με όρους που θα παραμείνουν μυστικοί για δέκα χρόνια.

Ενδιαφέρον έχουν οι εξελίξεις και σε μια χώρα που δεν είναι μέλος της ΕΕ, συγκεκριμένα στη Σερβία, που προσελκύει τις περισσότερες κινεζικές επενδύσεις στα Βαλκάνια τα τελευταία χρόνια. Η κυβέρνηση της χώρας υποδέχτηκε την κινεζική υγειονομική συνδρομή για την αντιμετώπιση της πανδημίας χαρακτηρίζοντας «φίλο και αδερφό» της την Κίνα, σε αντίθεση με την ΕΕ, που περιόρισε τις εξαγωγές υγειονομικού υλικού την περίοδο έξαρσης της διασποράς του ιού.

Η στάση της Σερβίας έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αποτελεί μια από τις σημαντικότερες οικονομίες των Δυτικών Βαλκανίων, βρίσκεται στο επίκεντρο της «ευρωατλαντικής ολοκλήρωσης» και παίζει σημαντικό ρόλο στον ανταγωνισμό των ΗΠΑ - ΕΕ με τη Ρωσία. Τα Δυτικά Βαλκάνια έχουν κλειδώσει τα τελευταία χρόνια στο στόχαστρο της Κίνας, που αναβαθμίζει την οικονομική της διείσδυση, μέσα και από την «Πρωτοβουλία 17+1», που αναπτύσσεται συμπληρωματικά στο σχέδιο για το νέο «Δρόμο του μεταξιού».

Οι πρωτοβουλίες αυτές της Κίνας και κυρίως το γεγονός ότι διαθέτει μεγάλα κεφάλαια για επενδύσεις σε υποδομές και εξαγορές επιχειρήσεων, ιδιαίτερα θελκτικές για τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, έχουν προκαλέσει μεγάλη ανησυχία στην ΕΕ, που θεωρεί τα Βαλκάνια «πίσω αυλή» και ζωτικό της χώρο. Γι' αυτό στο ζήτημα της κινεζικής διείσδυσης σ' αυτήν την περιοχή η ΕΕ φαίνεται να διατηρεί μια πιο ενιαία στάση, όπως έδειξε και η ανακοίνωση της Κομισιόν για την πρόσφατη Σύνοδο ΕΕ - Δυτικών Βαλκανίων.

Οπως σημειωνόταν χαρακτηριστικά στην ανακοίνωση, «τα Δυτικά Βαλκάνια αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της Ευρώπης και γεωστρατηγική προτεραιότητα της ΕΕ (...) Αυτή η συνεργασία και υποστήριξη υπερβαίνει κατά πολύ αυτό που παρείχε οποιοσδήποτε άλλος εταίρος στην περιοχή, αντικατοπτρίζοντας τη στρατηγική εδραίωση της περιοχής (...) Ολα αυτά τα μέτρα στήριξης έχουν τους ίδιους στόχους: Να μετατρέψουν τα Δυτικά Βαλκάνια σε λειτουργικές οικονομίες της αγοράς, ικανές να ενταχθούν πλήρως στην ενιαία αγορά της ΕΕ».

Οι αιχμές αφορούν πρωτίστως την Κίνα και την προσπάθειά της να ενισχύσει τη θέση της στην περιοχή με αφορμή την πανδημία. Ως άμεση απάντηση, η Σύνοδος απάντησε με τη χρηματοδοτική στήριξη των χωρών αυτών με ποσά άνω των 3,3 δισ. ευρώ, όχι βέβαια για να θωρακίσουν τους λαούς από τους κινδύνους της πανδημίας, αλλά για να αντισταθμίσουν το «μπάσιμο» των ανταγωνιστών τους...


Δ. Μ.

ΦΑΡΜΑΚΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΕΣ - «ΜΑΧΗ» ΓΙΑ ΤΟ ΕΜΒΟΛΙΟ
Εκβιάζουν ανοιχτά για τεράστιες επιδοτήσεις και εγγυημένα κέρδη

Οι ΗΠΑ θα πάρουν πρώτες ένα πιθανό εμβόλιο επειδή έχουν προπληρώσει, δήλωσε κυνικά ο διευθύνων σύμβουλος της «Sanofi»

Ο στυγνός εκβιασμός του γαλλικού φαρμακευτικού κολοσσού «Sanofi», ότι όποιος πληρώσει πρώτος (και περισσότερα) θα πάρει και πρώτος ένα πιθανό εμβόλιο κατά του νέου κορονοϊού, έφερε στην επιφάνεια τον ανελέητο ανταγωνισμό φαρμακοβιομηχανιών και κρατών για κέρδη. Ανταγωνισμός που όχι μόνο δεν τραβάει μπροστά την επιστημονική εξέλιξη, αλλά κρατάει ομήρους ολόκληρους λαούς. Στην παγκόσμια κούρσα για την ανακάλυψη και παραγωγή του εμβολίου οι φαρμακοβιομηχανίες εκβιάζουν για όσο το δυνατόν μεγαλύτερα κέρδη (και μάλιστα εξασφαλισμένα από πριν), τεράστιες επιδοτήσεις από κρατικό χρήμα, υψηλές τιμές πώλησης.

Η «Sanofi» είναι μία από τις περίπου 100 εταιρείες και ερευνητικές ομάδες παγκοσμίως που ανταγωνίζονται για ένα εμβόλιο κατά του Covid-19, και μαζί με τις «GlaxoSmithKline», «Merck» και «Pfizer» είναι από τους μεγαλύτερους παρασκευαστές εμβολίων στον κόσμο.

Σε συνέντευξή του στο πρακτορείο ειδήσεων «Bloomberg», ο διευθύνων σύμβουλος της «Sanofi», Πολ Χάντσον, είπε πως οι ΗΠΑ θα πρέπει να είναι η πρώτη χώρα που θα λάβει ένα πιθανό εμβόλιο: «Η κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει το δικαίωμα να προπαραγγείλει επειδή έχει επενδύσει για να αναλάβει τον κίνδυνο». Δηλαδή, έχει πληρώσει τη φαρμακευτική εταιρεία για την περίπτωση που η επένδυσή της στο εμβόλιο δεν αποφέρει τα αναμενόμενα κέρδη.

Ο διευθύνων σύμβουλος παραπέμπει σε συμφωνία με την Αρχή Βιοϊατρικής Ερευνας και Ανάπτυξης των ΗΠΑ (BARDA) τον περασμένο Φλεβάρη, για επιδότηση 28 εκατ. ευρώ, με την προϋπόθεση ότι θα λάβουν τις πρώτες δόσεις του ενδεχόμενου εμβολίου. Την ίδια περίοδο η BARDA επένδυσε μεγάλα ποσά σε διάφορα προγράμματα εμβολίων παγκοσμίως (όπως στην αμερικανική εταιρεία βιοτεχνολογίας «Moderna») με αντάλλαγμα τμήματα της ανάπτυξης, παρασκευής και πώλησης ενός εμβολίου να πραγματοποιούνται στις ΗΠΑ.

Η προκλητική δήλωση του ομίλου «Sanofi» απευθύνεται σε άλλα κράτη, κυρίως στην ΕΕ, παζαρεύοντας «στα ίσα» μεγαλύτερες επιδοτήσεις για να κερδίσουν προβάδισμα. Μάλιστα, ειδικοί αναφέρουν σε ΜΜΕ ότι η «Sanofi» μιλά πιο δυνατά από τους άλλους φαρμακευτικούς ομίλους, αλλά όλες οι εταιρείες θα επωφεληθούν. Εξάλλου, η «Sanofi» είναι μεταξύ των ομίλων που εδώ και καιρό καλούν τις κυβερνήσεις στην Ευρώπη να δημιουργήσουν έναν εξίσου ισχυρό - και κυρίως πρόθυμο να χρηματοδοτήσει - θεσμό όπως η BARDA, για να εξασφαλίσουν στην ήπειρο την καλύτερη δυνατή θέση στη μελλοντική παροχή εμβολίων.

Οπως ανέφερε η γαλλική φαρμακοβιομηχανία μετά τη συνέντευξη Χάντσον, «η εταιρεία διεξάγει επί του παρόντος πολύ εποικοδομητικές συνομιλίες με την ΕΕ και με τη γαλλική και γερμανική κυβέρνηση για την προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης εμβολίων», ενώ χαιρέτισε την πρωτοβουλία της Κομισιόν να συγκεντρώσει από δωρητές 7,4 δισ. ευρώ για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης εμβολίων, φαρμάκων και διαγνωστικών τεστ.

Πού θα πάνε τα 7,4 δισ. ευρώ;

Οι διαπραγματεύσεις για το πώς, πού ακριβώς και με τι όρους θα διατεθεί αυτό το ποσό είναι σκληρές, το βέβαιο ωστόσο είναι ότι μεγάλο μέρος τους θα διοχετευτεί σε κάθε τύπου εγγυήσεις πως οι επενδύσεις των φαρμακευτικών ομίλων θα είναι συμφέρουσες. Στη σημερινή συγκυρία, με απώλειες δισ. ευρώ από την κερδοφορία των καπιταλιστικών επιχειρήσεων, η ανακάλυψη ενός εμβολίου είναι πιεστική και τα κράτη προχωρούν σε τεράστιες επιδοτήσεις εταιρειών που διεξάγουν έρευνες, ακόμη και με το ρίσκο μόνο ένα ή δύο εμβόλια να καταλήξουν στην αγορά και οι εγκαταστάσεις παραγωγής που δημιουργήθηκαν γι' αυτόν το σκοπό να παραμείνουν τελικά αχρησιμοποίητες.

«Η συζήτηση για εμβόλια χωρίς πατέντα ή για υποχρεωτικές άδειες δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να είναι το οικονομικό μειονέκτημα των εταιρειών», δηλώνει στη γερμανική εφημερίδα «Die Zeit» εκπρόσωπος της εταιρείας βιοτεχνολογίας «Curevac», προσθέτοντας πως «οι εταιρείες διατρέχουν μεγάλο οικονομικό κίνδυνο, επειδή δεν υπάρχει εγγύηση ότι ένα εμβόλιο θα είναι τελικά οικονομικά επιτυχημένο».

Η «Curevac» - μία από τις δύο γερμανικές εταιρείες βιοτεχνολογίας που θεωρείται ότι βρίσκονται στο δρόμο για ένα πολλά υποσχόμενο εμβόλιο - ανακοίνωσε θετικά αποτελέσματα από τις δοκιμές σε ζώα και οι πρώτες κλινικές μελέτες με υγιείς εθελοντές έχουν προγραμματιστεί για τον Ιούνη. Ενδεικτικά, στην κούρσα του ανταγωνισμού με άλλους ομίλους, η «Curevac» έχει ήδη παραγάγει μεγάλες ποσότητες δραστικών συστατικών για το υποψήφιο εμβόλιο, πριν είναι ακόμη σαφές εάν οι περαιτέρω δοκιμές θα επιβεβαιώσουν τις ελπίδες και αν το εμβόλιο θα λάβει ποτέ έγκριση.

Η επίσης γερμανική «Biontech» ήδη επεκτείνει τις εγκαταστάσεις παραγωγής της και αγοράζει πρώτες ύλες και εξοπλισμό δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, ενώ έχει εξασφαλίσει την υποστήριξη του αμερικανικού φαρμακευτικού ομίλου «Pfizer» και του κινεζικού «Fosun Pharma». Εάν πετύχουν οι δοκιμές και οι δύο εταιρείες θα μπορούν να πουλήσουν το εμβόλιο στις χώρες τους.

Επίσης, όπως ανακοινώθηκε την Πέμπτη, η BARDA έχει υποσχεθεί περίπου 1,2 δισ. δολάρια και στη βρετανική φαρμακευτική εταιρεία «AstraZeneca» για την ανάπτυξη, παραγωγή και παράδοση ενός πιθανού εμβολίου, το οποίο ενδέχεται να προέλθει από την έρευνα του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και του Ινστιτούτου Jenner. Ετσι, ο φαρμακευτικός κολοσσός, που είναι υπεύθυνος για το μάρκετινγκ και τη μαζική παραγωγή εμβολιαστικών δόσεων, εξασφάλισε ακόμη έναν σημαντικό πελάτη, τις ΗΠΑ.

Η αμερικανική κυβέρνηση έχει προπαραγγείλει 300 εκατομμύρια δόσεις του ...ενδεχόμενου εμβολίου, δήλωσε την Πέμπτη ο υπουργός Υγείας, Αλεξ Αζάρ, ελπίζοντας ότι οι πρώτες δόσεις θα είναι διαθέσιμες έως τον Οκτώβρη και οι υπόλοιπες θα παραδοθούν μέχρι τις αρχές του 2021. Πάντως η «AstraZeneca» τόνισε πως δεν είναι ακόμα βέβαιο αν το εμβόλιο όντως θα πετύχει και πως περιμένει τα αποτελέσματα των δοκιμών πρώιμου σταδίου στη νότια Αγγλία.

Η τροχοπέδη του ανταγωνισμού

Ο ανταγωνισμός μεταξύ κρατών και ομίλων για κέρδη - η κινητήρια δύναμη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής - δεν μπορεί να εξασφαλίσει ότι η παραγωγή ενός πιθανού εμβολίου θα γίνει ταυτόχρονα σε όλο τον κόσμο, ώστε να καλύψει σε μικρό χρονικό διάστημα όλο τον παγκόσμιο πληθυσμό. Οι επιστημονικές ομάδες, φαρμακοβιομηχανίες και κράτη ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Επιπλέον, οι πατέντες (πνευματικά δικαιώματα), που εξασφαλίζουν υψηλότατη κερδοφορία στις φαρμακοβιομηχανίες, ανεβάζουν ακόμη περισσότερο τις τιμές πώλησης. Σε κάθε περίπτωση, από τη στιγμή που τα φάρμακα και οι θεραπείες είναι εμπόρευμα στα χέρια επιχειρηματιών, που αυτοί κάνουν «κουμάντο», πάντα θα πωλούν όπου, για όσο και σε όποιες τιμές τους συμφέρει. Τα παραδείγματα αντιμετώπισης άλλων κορονοϊών και επιδημιών (SARS 1, MERS, Ebola κ.λπ.) αποδεικνύουν ότι η έρευνα και οι θεραπείες, τα εμβόλια, δεν προχώρησαν όσο θα μπορούσε - γνώση που θα βοηθούσε παρά πολύ και στη σημερινή κατάσταση - γιατί ακριβώς από τους φαρμακευτικούς κολοσσούς κρίθηκε ότι δεν θα είχαν μεγάλα κέρδη επειδή οι επιδημίες αφορούσαν μικρότερο αριθμό ανθρώπων και σε παραμελημένες περιοχές, όπως η Νοτιοανατολική Ασία και η Αφρική.

Σήμερα είναι ζητούμενο ποιες θα είναι οι ποσότητες που θα παραχθούν. Πέρα από αυτό, είναι και οι τιμές πώλησης που βασικά θα καθοριστούν από τους ομίλους ή θα πληρωθούν από τις κυβερνήσεις - με χρήματα των λαών - για να κρατήσουν σχετικά προσιτές τιμές. Επομένως, τίθεται το ερώτημα: Οι φαρμακοβιομηχανίες που θα κατέχουν την πατέντα ενός εμβολίου θα διαθέσουν δωρεάν ή φθηνά τους «τύπους» για την παραγωγή αντιγράφων εμβολίων; Πολύ αμφίβολο.

Με δεδομένο ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) υπολογίζει πως από την πανδημία η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία θα χάσει περίπου 9 τρισ. δολάρια μέσα σε δύο χρόνια, πρέπει να αναμένεται όξυνση του ανταγωνισμού.

Το σίγουρο είναι πως καταρρέει το ιδεολόγημα ότι ο ανταγωνισμός φέρνει πρόοδο και προάγει την επιστήμη. Το κυνήγι του κέρδους μπαίνει τροχοπέδη στις τεράστιες δυνατότητες που θα επέτρεπε η επιστημονική συνεργασία ανάμεσα σε ερευνητικά κέντρα και κράτη, αν αυτά ήταν πραγματικά στην υπηρεσία των λαϊκών αναγκών. Από εδώ προκύπτει και η ζωτική ανάγκη για την ανθρωπότητα να απαλλαγεί από το βάρβαρο σύστημα της εξουσίας του κεφαλαίου, με εργατική - λαϊκή εξουσία, που θα προάγει τη διεθνή συνεργασία και την πραγματική αλληλεγγύη και στην αντιμετώπιση πανδημιών.


Ε. Μ.

Ιδιοκτήτης αερογραμμών χρηματοδότης επιστημονικής έρευνας στο Στάνφορντ

Ερευνα χρηματοδοτούμενη από ιδιοκτήτη αεροπορικής εταιρείας στις ΗΠΑ έχει γίνει αντικείμενο επικρίσεων από επιστήμονες. Η έρευνα ομάδας του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, που δημοσιεύτηκε στα μέσα Απρίλη, κατέληγε στο συμπέρασμα ότι το μέτρο του κλεισίματος της οικονομίας (lockdown) λόγω της πανδημίας του κορονοϊού ήταν υπερβολικό, γιατί ο βαθμός θνησιμότητάς του ήταν πολύ μικρότερος απ' ό,τι θεωρείτο. Μάλιστα ο ιδρυτής της εταιρείας «JetBlue Airways», Ντέιβιντ Νίλμαν, που από την αρχή είχε ταχθεί κατά του lockdown, σύμφωνα με αποκαλυπτικό ρεπορτάζ της Στέφανι Λι, δημοσιογράφου του ιστότοπου «Buzzfeed News», είχε συχνές επαφές με τους ερευνητές (ανάμεσά τους και με τον ελληνικής καταγωγής Τζον Ιωαννίδη) για να ελέγχει την πορεία των ερευνών. Η έρευνα που δημοσιεύτηκε ισχυριζόταν ότι ο ιός ενδεχομένως είχε μολύνει 50 - 85 φορές περισσότερους ανθρώπους και άρα η θνησιμότητα ήταν πολύ χαμηλή, αντίστοιχη της εποχικής γρίπης.

Είναι χαρακτηριστικό ότι επιστήμονες οι οποίοι κλήθηκαν να ελέγξουν την έρευνα, που έγινε με τη χρησιμοποίηση τεστ αντισωμάτων σε δείγμα 3.000 ανθρώπων, διαπίστωσαν ότι τα τεστ αυτά είχαν πολύ χαμηλή αξιοπιστία, αμφισβήτησαν τα συμπεράσματά της και δεν δέχτηκαν να συμπεριληφθούν στην ομάδα των συγγραφέων της έρευνας. Παρ' όλα αυτά, η έρευνα αξιοποιήθηκε στις ΗΠΑ και διεθνώς από διάφορα ΜΜΕ καθώς και από επιχειρηματικά συμφέροντα που πιέζουν για τη γρήγορη επανεκκίνηση της καπιταλιστικής οικονομίας. Το όλο θέμα δείχνει ότι φουντώνει σε διάφορα επίπεδα ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε μονοπωλιακούς ομίλους, κάτι που φαίνεται ανάγλυφα και στην «κούρσα» αναζήτησης θεραπευτικών σχημάτων ή εμβολίου κατά του κορονοϊού από φαρμακευτικές, οι οποίες θέλουν να πάρουν την πρωτιά στην κερδοφόρα «μπίζνα» της Υγείας, όπως μετατρέπεται στο βάρβαρο σύστημα της εξουσίας του κεφαλαίου.

ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ
Ενας ακόμα κρίκος στην αλυσίδα σκληρών ανταγωνισμών

Ο πρόσκαιρος συμβιβασμός στον ΟΠΕΚ+ δεν αναιρεί τις αντιθέσεις ανάμεσα στις μεγαλύτερες πετρελαιοπαραγωγούς χώρες, στο έδαφος και της οικονομικής κρίσης

Παρά τη σχετική νηνεμία μετά την «καταιγίδα» ανάμεσα στις μεγαλύτερες πετρελαιοπαραγωγούς χώρες του κόσμου, ο μεταξύ τους ανταγωνισμός κάθε άλλο παρά κοπάζει.

Θυμίζουμε ότι τον περασμένο Απρίλη σημειώθηκε θεαματική μείωση των διεθνών τιμών πετρελαίου, με το αμερικάνικο αργό (West Texas Intermeidiate, WTI) να πέφτει για πρώτη φορά στην Ιστορία κάτω από το ένα δολάριο το βαρέλι.

Είχε προηγηθεί η άρνηση της Ρωσίας να δεχτεί πρόταση του ΟΠΕΚ για μείωση της παγκόσμιας παραγωγής, προκειμένου να μην καταρρεύσουν οι τιμές του πετρελαίου. Λόγω της μεγάλης παραγωγής και της μικρής ζήτησης, οι αδιάθετες ποσότητες οδηγούνταν σε χώρους αποθήκευσης που σχεδόν εξαντλήθηκαν, σε στεριά και θάλασσα, ενώ άλλαξαν μέχρι και τα δρομολόγια μεταφοράς από τη μια άκρη της Γης στην άλλη, για να μεγαλώσει ο χρόνος παράδοσης, με την προσδοκία να αυξηθεί στο ενδιάμεσο η τιμή του φορτίου.

Αμερικανικές εταιρείες έκλεισαν, καθώς δεν μπορούσαν να αντεπεξέλθουν στα κόστη εξόρυξης του σχιστολιθικού πετρελαίου, ενώ ακόμα και παραδοσιακά ισχυρά μονοπώλια («ExxonMobil», «Εni») άρχισαν να καταστρώνουν σχέδια «αναδιάρθρωσης», είτε με απολύσεις είτε με ακύρωση επενδύσεων σε νέα κοιτάσματα (π.χ. «Shell» σε Βόρεια Θάλασσα και Κόλπο του Μεξικού).

Ορισμένες από τις μεγαλύτερες χώρες εισαγωγής πετρελαίου (π.χ. Ιαπωνία και Κίνα) επωφελήθηκαν της συγκυρίας, αγοράζοντας μεγάλες ποσότητες, την ώρα που καταγράφονταν δραματική μείωση εσόδων στους κρατικούς προϋπολογισμούς χωρών που εξαρτώνται από τις εξαγωγές πετρελαίου, ακόμα και στην πλούσια Σαουδική Αραβία.

Η συμφωνία του ΟΠΕΚ+

Η σχετική ανάκαμψη στις τιμές επήλθε μετά το συμβιβασμό ανάμεσα στα κράτη που συμμετέχουν στο διευρυμένο σχήμα ΟΠΕΚ+ (συμμετέχει και η Ρωσία) και συμφώνησαν σε μείωση της παραγωγής κατά 10%, δηλαδή κατά 9,7 εκατομμύρια βαρέλια τη μέρα, από 1η Μάη. Σε συνδυασμό με τη μειωμένη ζήτηση, η ημερήσια παραγωγή πετρελαίου προβλέπεται να μειωθεί κατά 17 εκατ. βαρέλια μέχρι τον Ιούνη.

Την απόφαση αυτή χαιρέτισαν και οι ΗΠΑ, που δέχτηκαν μεγάλη πίεση από την κατακόρυφη πτώση των τιμών του πετρελαίου, λόγω του μεγάλου κόστους εξόρυξης του σχιστολιθικού, που βρέθηκε εκτός συναγωνισμού. Για να είναι κερδοφόρες οι εταιρείες σχιστολιθικού πετρελαίου, θα πρέπει να πουλούν το πετρέλαιο πάνω από 65 δολάρια το βαρέλι.

Από τους πρώτους που επικρότησαν τη συμφωνία που επιτεύχθηκε ήταν ο Ντ. Τραμπ, διαχέοντας στο εσωτερικό των ΗΠΑ ότι θα σωθούν «χιλιάδες θέσεις εργασίας για τους Αμερικανούς».

Μετά τη συμφωνία, το Μπρεντ έφτασε χτες να πωλείται 36 δολάρια το βαρέλι, από 20, το δε πετρέλαιο Τέξας (WTI) 34 δολάρια το βαρέλι. Οι αναλυτές των αγορών όμως δεν βλέπουν θεαματική παραπέρα αύξηση, ενώ οι «Financial Times» εκτιμούν ότι οι μεγαλύτερες αμερικανικές και ευρωπαϊκές πετρελαϊκές εταιρείες θα αναγκαστούν «να κάψουν σε ρευστό 175 δισ. δολάρια» εάν το Μπρεντ έχει μέση τιμή πώλησης τα 38 δολάρια την επόμενη διετία.

Αλλη ανάλυση, της εταιρείας «WoodMac», θεωρεί πως δεν θα υπάρξει πλήρης ανάκαμψη της ζήτησης πετρελαίου - και συνεπώς των τιμών - πριν από το 2026, δείχνοντας και το βάθος της κρίσης στην οποία βουλιάζει η παγκόσμια οικονομία.

Οι περιπτώσεις του Ιράκ και της Σαουδικής Αραβίας

Η πτώση των διεθνών τιμών, σε συνδυασμό με τη μείωση της παγκόσμιας ζήτησης, προκαλεί ισχυρό πονοκέφαλο στις κυβερνήσεις χωρών που εξαρτούν το μεγαλύτερο μέρος των κρατικών εσόδων από τις εξαγωγές «μαύρου χρυσού». Χαρακτηριστικές, αν και ασύμμετρες, είναι οι περιπτώσεις του Ιράκ και της Σαουδικής Αραβίας.

Στο Ιράκ, η νέα κυβέρνηση του πρωθυπουργού Μουστάφα αλ Καντχίμι προϊδεάζει ήδη για το λογαριασμό που έρχεται για το λαό. Το Γενάρη το ιρακινό πετρέλαιο πωλούνταν περίπου 61 δολάρια το βαρέλι, τον Απρίλη όμως η τιμή είχε πέσει κάτω από τα 20 δολάρια. Ετσι, προβλέπεται σημαντική συρρίκνωση των κρατικών εσόδων και από τα 90 δισ. δολάρια που μετρήθηκαν το 2019, θα περιοριστούν σε 35 έως 50 δισ. δολάρια μέχρι το τέλος του 2020.

Ο Καντχίμι, αναλαμβάνοντας καθήκοντα πριν από λίγες βδομάδες, προειδοποίησε πως τα ελλείμματα του προϋπολογισμού θα αυξηθούν σε περίπου 140 δισ. δολάρια, από 111,8 δισ. που ήταν πέρυσι. Προετοίμασε το έδαφος για πιθανές μειώσεις μισθών ή απολύσεις, ανακοινώνοντας ότι τα κρατικά έσοδα αρκούν μόνο για την καταβολή του 50% των περίπου 4 εκατ. συνολικά δημοσίων υπαλλήλων, των 3 εκατ. συνταξιούχων και του 1 εκατ. άλλων που ζουν κυρίως βάσει προνοιακών επιδομάτων.

Στη Σαουδική Αραβία, η κυβέρνηση μείωσε σημαντικά έργα υποδομών, που είχαν συνολικό κόστος περίπου 26 δισ. δολάρια, και τριπλασίασε τον ΦΠΑ, που ήταν στο 5%. Τα μέτρα αυτά ανακοινώθηκαν στο πλαίσιο της αντιμετώπισης των αυξημένων δημοσιονομικών ελλειμμάτων εξαιτίας των χαμηλών τιμών του πετρελαίου και συνολικά των δυσμενών οικονομικών επιπτώσεων από την καθήλωση της οικονομίας, λόγω και της αναστολής του τουρισμού, με επίκεντρο τα προσκυνήματα των Μουσουλμάνων στη Μέκκα.

Δεν αποκλείονται και άλλα μέτρα το επόμενο διάστημα, καθώς ανακοινώθηκε δημοσιονομικό έλλειμμα 9 δισ. δολαρίων το πρώτο τρίμηνο του 2020, ενώ οι αναλυτές της εταιρείας αξιολόγησης «Moody's» εκτιμούν πως τα συναλλαγματικά αποθέματα θα μειωθούν σε 375 δισ. δολάρια μέχρι το τέλος του 2021, από 488 δισ. δολάρια τον περασμένο Δεκέμβρη.

Κανένα όφελος για τους λαούς

Η παγκόσμια αντιπαράθεση για την ημερήσια παραγωγή και τις τιμές του πετρελαίου είναι ζήτημα που δεν μπορεί να αποσπαστεί από την οικονομική κρίση που είναι σε εξέλιξη και τους ανταγωνισμούς που οξύνονται στο έδαφός της. Το ποιος πληρώνει κάθε φορά το μάρμαρο δεν είναι δύσκολο να το διαπιστώσει κανείς.

Χιλιάδες εργαζόμενοι στην πετρελαιοβιομηχανία έχασαν τη δουλειά τους ή υποχρεώθηκαν με μεγάλες απώλειες μισθών και δικαιωμάτων, ενώ θα ακολουθήσουν κι άλλοι, αν υπολογίσει κανείς τη συρρίκνωση της δραστηριότητας διεθνώς και την ακύρωση προγραμματισμένων ερευνών και εξορύξεων, όσο η ζήτηση παραμένει χαμηλή και οι τιμές πώλησης ασύμφορες για τα μονοπώλια.

Ούτε όμως στην τσέπη τους είδαν καμιά σπουδαία διαφορά οι εργαζόμενοι και ο λαός από την κατρακύλα των τιμών του πετρελαίου, αφού μέχρι την κατανάλωση μεσολαβούν τα υπερκέρδη των εταιρειών διύλισης και η κρατική φορολογία, που κάνει ανεπαίσθητη την όποια σχετική μείωση στην τελική τιμή διάθεσης των καυσίμων στο λαό.

Αντίθετα, ειδικά σε χώρες που η οικονομία τους βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο πετρέλαιο, ο λαός θα πληρώσει τις απώλειες στα κρατικά έξοδα με ακόμα μεγαλύτερη επίθεση σε μισθούς, δικαιώματα, κοινωνικές παροχές.

Και αυτές οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν ότι όσο η Ενέργεια - σε όλες τις μορφές της - βρίσκεται στον έλεγχο μονοπωλιακών ομίλων, οι λαοί θα την πληρώνουν ακριβά, ανεξάρτητα από σκαμπανεβάσματα στις τιμές.

Ούτε ενεργειακή επάρκεια μπορεί να υπάρξει για την εξυπηρέτηση των λαϊκών αναγκών, ούτε προστασία του περιβάλλοντος, όσο κριτήριο της παραγωγής είναι το κέρδος.

Πολύ περισσότερο, και οι εξελίξεις με το πετρέλαιο αλλά και η διαπάλη ανάμεσα σε κράτη και ομίλους σε πολλές περιοχές του πλανήτη για πόρους, αγωγούς μεταφοράς της Ενέργειας, για έλεγχο δικτύων, νέων τεχνολογιών κ.λπ., δημιουργούν νέα πεδία ανταγωνισμού και νέους κινδύνους γενίκευσης της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης, που θα πληρώσουν οι λαοί.

Μόνο ένας επιστημονικός σχεδιασμός, με την εργατική τάξη στο τιμόνι της οικονομίας και της εξουσίας σε κάθε χώρα, μπορεί να εξασφαλίσει και την αξιοποίηση όλων των ενεργειακών πόρων, με σεβασμό στο περιβάλλον, για την πραγματική κοινωνική ευημερία και την αμοιβαία επωφελή διεθνή συνεργασία.


Δ. ΟΡΦ.




Τετρασέλιδα του «Ρ»
Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org