Παρασκευή 22 Νοέμβρη 2019
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Διαβάστε σήμερα στην ενότητα «Διεθνή & Οικονομία»:
  • ΓΕΡΜΑΝΙΑ: Η «βασική σύνταξη» φέρνει ξανά στο προσκήνιο τους εκατομμύρια φτωχούς συνταξιούχους.
  • ΓΑΛΛΙΑ - ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΜΑΚΡΟΝ: Κλιμακώνεται η επίθεση στα κοινωνικοασφαλιστικά δικαιώματα.
ΓΕΡΜΑΝΙΑ
Η «βασική σύνταξη» φέρνει ξανά στο προσκήνιο τους εκατομμύρια φτωχούς συνταξιούχους

Το 51% παίρνουν κρατική σύνταξη κάτω από το όριο της φτώχειας...

Συνταξιούχοι απευθύνονται στις «τράπεζες τροφίμων» για να εξασφαλίσουν την τροφή τους

Dagmar Schwelle

Συνταξιούχοι απευθύνονται στις «τράπεζες τροφίμων» για να εξασφαλίσουν την τροφή τους
Την προηγούμενη βδομάδα η γερμανική κυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού Χριστιανοδημοκρατών / Χριστιανοκοινωνιστών (CDU/CSU) και Σοσιαλδημοκρατών (SPD) ανακοίνωσε τη θέσπιση της λεγόμενης «βασικής σύνταξης» (Grundrente) από το 2021. Η πραγματική είδηση πίσω από τις εξαγγελίες είναι ότι σήμερα στη Γερμανία εκατομμύρια συνταξιούχοι μετά από 35 και 40 χρόνια ασφαλισμένης εργασίας δεν εξασφαλίζουν ούτε ένα στοιχειώδες βιοτικό επίπεδο, ζουν στην εξαθλίωση ή απειλούνται από τη φτώχεια. Και είναι βέβαιο ότι στο μέλλον ο αριθμός των φτωχών συνταξιούχων θα αυξηθεί.

Η απόφαση για τη «βασική σύνταξη» πάρθηκε υπό την πίεση των ανησυχητικών διαστάσεων που παίρνει η «φτώχεια στα γηρατειά» στην ισχυρή καπιταλιστική χώρα. Σήμερα σχεδόν το 17% των συνταξιούχων στη Γερμανία, δηλαδή περίπου 3,5 εκατ. συνταξιούχοι (με μετριοπαθείς εκτιμήσεις), είναι βυθισμένοι στη φτώχεια ή απειλούνται από αυτήν, και το 2036 το ποσοστό αυτό εκτιμάται ότι θα ανέλθει σε 21,6% (πάνω από 1 στους 5), χωρίς να συνυπολογίζονται οι χαμηλοσυνταξιούχοι λίγο πάνω από το όριο της φτώχειας.

Η «βασική σύνταξη» είναι ένα συμπληρωματικό επίδομα για πολύ φτωχούς συνταξιούχους που έχουν πληρώσει ασφαλιστικές εισφορές για τουλάχιστον 35 χρόνια, αποκλείοντας μεγάλο αριθμό φτωχών συνταξιούχων. Οι προϋποθέσεις, ο γραφειοκρατικός λαβύρινθος, οι πολλές «κατηγορίες» και «υποκατηγορίες» των δικαιούχων, τα πενιχρά ποσά, δείχνουν ότι το μέτρο δεν πρόκειται να ανακουφίσει ουσιαστικά.

Συμπληρωματική «βασική σύνταξη» θα δικαιούται - σε γενικές γραμμές - όποιος έχει μηνιαίο εισόδημα μικρότερο από 1.250 ευρώ το μήνα (μεικτά) και 1.950 ευρώ για ένα ζευγάρι συνταξιούχων. Το μέγιστο ποσό θα είναι γύρω στα 404 ευρώ το μήνα στα δυτικά κρατίδια και στα 390 ευρώ στα ανατολικά.

Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις 1,2 - 1,5 εκατ. ηλικιωμένοι με πολύ χαμηλές συντάξεις θα επωφεληθούν από αυτό το μέτρο, όπως εκτιμούν δε η CDU/CSU και το SPD το κόστος αναμένεται να αγγίξει το 1,5 δισ. ευρώ και θα καταβληθεί από τον κρατικό προϋπολογισμό. Ας σημειωθεί ότι πριν από λίγες μέρες ανακοινώθηκε πως το πλεόνασμα του γερμανικού προϋπολογισμού για το 2019 θα ξεπεράσει τα 40 δισ. ευρώ...

Το γκρέμισμα της Κοινωνικής Ασφάλισης

Πολύ περισσότερο, το επίδομα της «βασικής σύνταξης» δεν καταπολεμά τα αίτια του φαινομένου των φτωχών συνταξιούχων στη Γερμανία, δηλαδή το σταδιακό γκρέμισμα της δημόσιας υποχρεωτικής Ασφάλισης τις τελευταίες δεκαετίες και την «απελευθέρωση» της αγοράς εργασίας, με στόχο τη δραστική μείωση του μισθολογικού και μη μισθολογικού «κόστους», η οποία μεταξύ άλλων ανέδειξε τη Γερμανία σε «ατμομηχανή της Ευρώπης».

Αυτές οι αντιασφαλιστικές μεταρρυθμίσεις ξεκίνησαν αμέσως μετά την «επανένωση», δηλαδή την κυριαρχία των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής σε όλη τη Γερμανία. Το 1992 - '93 καταργήθηκε από το γερμανικό κράτος «για οικονομικούς λόγους» η λεγόμενη «σύνταξη ανάλογα με το ελάχιστο εισόδημα», ένα αντίστοιχο μέτρο για τους χαμηλοσυνταξιούχους.

Επειτα άρχισαν να ανεβαίνουν τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, αρχικά για τις γυναίκες, και εισήχθησαν εξαιρέσεις στην πρόωρη συνταξιοδότηση. Με τη μεταρρύθμιση «Riester» επιβλήθηκε μερική ιδιωτικοποίηση της συνταξιοδότησης, ενώ τα επόμενα χρόνια το γερμανικό ασφαλιστικό σύστημα στηρίχτηκε στους «τρεις πυλώνες» (κρατική σύνταξη - επαγγελματική - ιδιωτική), με τις γερμανικές κυβερνήσεις να «προτρέπουν» τους ασφαλισμένους για ακόμα περισσότερη «ατομική πρόνοια» και «προσωπική ευθύνη». Σήμερα όποιος συνταξιούχος δεν είχε πολύ υψηλό μισθό, ώστε να κάνει ιδιωτική ασφάλιση, ζει στην εξαθλίωση. Αλλωστε οι κάθε είδους ελαστικές εργασιακές σχέσεις και ο διογκωμένος τομέας των χαμηλόμισθων στέρησαν από εκατομμύρια ανθρώπους τη δυνατότητα να αποκτήσουν επαρκώς υψηλά συνταξιοδοτικά δικαιώματα.

Στο μεταξύ, στο όνομα της «βιωσιμότητας» του ασφαλιστικού συστήματος, το επίπεδο της σύνταξης που καταβάλλεται από το κράτος μειώνεται σταδιακά και σήμερα βρίσκεται στο 48% του μέσου εισοδήματος, από 55,1% το 1990. Σύμφωνα με στοιχεία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, πέρυσι το 51% των συνταξιούχων έλαβαν ως κρατική σύνταξη λιγότερα από 900 ευρώ, δηλαδή κάτω από το όριο της φτώχειας.

Παράλληλα, το κατώτατο όριο ηλικίας συνταξιοδότησης αυξάνεται σταδιακά από το 2012 στα 67 χρόνια, και συζητιέται να πάει στα 70 χρόνια από το 2032.

Σήμερα όσοι συνταξιούχοι ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας δικαιούνται προνοιακές παροχές (Grundsicherung), με την προϋπόθεση να μην έχουν κανένα περιουσιακό στοιχείο και να έχουν ξοδέψει όλες τις οικονομίες τους, ενώ οι έλεγχοι των υπηρεσιών είναι εξευτελιστικοί. Γι' αυτό πάρα πολλοί παραιτούνται από το «δικαίωμα» αυτό.

Η Κατρίν, η Πέτρα, ο Αντρέας και εκατομμύρια άλλοι...

Τα ενδεικτικά και αντιπροσωπευτικά παραδείγματα που παραθέτει το SPD (έχει το υπουργείο Εργασίας) αποδεικνύουν πως οι ωφελούμενοι συνταξιούχοι θα συνεχίσουν να ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας, που σήμερα ορίζεται στα 980 ευρώ, με βάση και το κόστος ζωής.

«Η Κατρίν είναι πολιτικός μηχανικός από τη Λειψία (σ.σ. Ανατολική Γερμανία). Μέχρι την επανένωση είχε καλό εισόδημα. Μετά η εταιρεία έκλεισε και η Κατρίν έμεινε άνεργη για αρκετά χρόνια, μέχρι να ξαναβρεί δουλειά σε διαφορετικούς κλάδους, ωστόσο "κάτω" από τα προσόντα της. Σήμερα η σύνταξή της ανέρχεται σε 746 ευρώ (μεικτά). Επειδή, παρά την ανεργία, έχει πάνω από 35 χρόνια ασφαλιστικών εισφορών, η γυναίκα αυτή θα έχει συνολική σύνταξη ύψους 941 ευρώ».

«Ο Αντρέας δούλευε ως ανειδίκευτος εργάτης. Για 20 χρόνια εργάστηκε με πλήρη απασχόληση (38,5 ώρες τη βδομάδα) και για λόγους υγείας εργάστηκε για 15 χρόνια με ημιαπασχόληση (25 ώρες), με αμοιβή στο επίπεδο του κατώτατου μισθού. Σήμερα λαμβάνει σύνταξη ύψους 463 ευρώ (μεικτά) και τη συμπλήρωνε με τις προνοιακές παροχές γήρατος (Grundsicherung). Με τη "βασική σύνταξη" θα παίρνει 868 ευρώ».

«Μια κομμώτρια που έχει εργαστεί για 40 χρόνια με το 40% του μέσου μισθού, αντί για 528 ευρώ θα παίρνει933 ευρώ».

Πώς ζει σήμερα ένας συνταξιούχος στη Γερμανία με 800 ευρώ σύνταξη, το αφηγείται στην εφημερίδα «Die Zeit» η 74χρονη Πέτρα, που δούλεψε επί 30 χρόνια, επομένως δεν δικαιούται «βασική σύνταξη». Η Πέτρα εργάζεται σήμερα στην «Κουζίνα των απόρων» στο Ντίσελντορφ, η οποία προσφέρει ένα ζεστό γεύμα για 50 σεντς. Μόλις όλοι φύγουν, κάθεται και καθαρίζει προκειμένου να πάρει το γεύμα των 50 σεντς δωρεάν...

«Η Πέτρα γεννήθηκε το 1945. Οπως πολλές γυναίκες αυτής της γενιάς, σήμερα ζει βουτηγμένη στη φτώχεια, ένα θέμα ταμπού που προκαλεί μεγάλη ντροπή. Σύμφωνα με τη Γερμανική Ασφάλιση Σύνταξης, οι γυναίκες στη Δυτική Γερμανία λαμβάνουν μέση σύνταξη μόλις 647 ευρώ και οι άνδρες 1.130 ευρώ», σημειώνει το ρεπορτάζ.

Στα ανατολικά κρατίδια τα επίπεδα της μέσης σύνταξης εξακολουθούν να είναι λίγο υψηλότερα, «επειδή πολλοί ηλικιωμένοι είχαν αρκετά σταθερό εργάσιμο βίο στα χρόνια της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας», σημειώνει ο Γιορκ Μπέσλερ, επικεφαλής της Γερμανικής Ασφάλισης Συντάξεων Κεντρικής Γερμανίας. Ωστόσο τα χειρότερα έπονται, καθώς «οι γεννημένοι τη δεκαετία του '60 άρχισαν τον εργασιακό τους βίο μετά την επανένωση».

Χρεωμένοι και «εργαζόμενοι»

Σύμφωνα με τον «Ατλαντα των χρεωμένων νοικοκυριών» της «Creditreform», που δημοσιεύτηκε πρόσφατα (14/11/2019), φέτος 6,92 εκατ. άνθρωποι στη Γερμανία (1 στους 10 ενήλικες) δεν μπορούν να πληρώσουν ενοίκιο και λογαριασμούς εντός προθεσμίας.

Ιδιαίτερα πλήττονται οι ηλικιωμένοι: 380.000 άνθρωποι άνω των 70 ετών είναι υπερχρεωμένοι, κατά 44,5% ή 118.000 περισσότεροι από πέρυσι! Οι υπερχρεωμένοι ηλικίας 60 - 69 ετών ανήλθαν φέτος στις 640.000 (κατά 85.000 περισσότεροι). Για «ανησυχητική εξέλιξη» κάνει λόγο ο Μίχαελ Μπρετζ, επικεφαλής της έρευνας της «Creditreform», εξηγώντας ότι οι υπερχρεωμένοι άνω των 70 ετών έχουν αυξηθεί μεταξύ 2013 - 2019 κατά 243%!

Επομένως, τονίζει η έρευνα, όσοι δεν μπορούν να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους και να εξασφαλίσουν τα προς το ζην, συνεχίζουν να εργάζονται και μετά τη σύνταξη, κυρίως στο πλαίσιο της λεγόμενης «άτυπης» ή «οριακής απασχόλησης», δηλαδή με απαράδεκτες εργασιακές σχέσεις και εξευτελιστικούς μισθούς. 1 εκατ. συνταξιούχοι άνω των 65 ετών εργάζονται, από τους οποίους περισσότεροι από 760.000 στα εξευτελιστικά «mini jobs», με 400 ευρώ μισθό.

«Υπάρχουν αρκετοί λόγοι για την έντονη τάση αύξησης της φτώχειας και της υπερχρέωσης των ηλικιωμένων, όπως η επέκταση του τομέα των χαμηλόμισθων και οι αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις. Ο κύριος λόγος όμως εντοπίζεται - από την "Creditreform" - στις συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις των τελευταίων 20 ετών», αναφέρει ρεπορτάζ της «Die Welt».


E. M.

Προτεραιότητα η διάδοση του κεφαλαιοποιητικού συστήματος

Τις ανατροπές για την περαιτέρω επιδείνωση των όρων συνταξιοδότησης των εργαζομένων (νέα μείωση συντάξεων, νέα αύξηση στα όρια ηλικίας κ.λπ.) συνοδεύει ως βασικό ζητούμενο η ακόμα πιο αποφασιστική προετοιμασία για τη διάδοση του κεφαλαιοποιητικού συστήματος συνταξιοδότησης.

Στόχος, όπως και σε όλη την ΕΕ, είναι να αναβαθμιστούν και να κυριαρχήσουν τα λεγόμενα «επαγγελματικά ταμεία», αλλά και να ενισχυθεί η απευθείας ιδιωτική ασφάλιση.

Καθόλου αθώα λοιπόν, στην εισαγωγή των προτάσεών του, ο Ζαν Πολ Ντελεβουά έκρινε σκόπιμο να σημειώσει: «Αν κοιτάξουμε την ιστορία των συντάξεων, διαπιστώνουμε ότι τα συστήματα της Κοινωνικής μας Ασφάλισης αποτελούν τους καρπούς της κρίσης της δεκαετίας του 1930 και του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ο υψηλός πληθωρισμός που ακολούθησε την κρίση των αγορών κεφαλαίου κατέστρεψε την εμπιστοσύνη στην εξατομικευμένη αποταμίευση».

Η έκθεση επιχειρηματολογεί υπέρ του χτυπήματος του καθολικού και ενιαίου χαρακτήρα των ασφαλιστικών - συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, ο οποίος σε έναν σημαντικό βαθμό διατηρείται σε πολλά κράτη της ΕΕ, ζητώντας επιτάχυνση μέτρων που θα μετατρέψουν τη σύνταξη και συνολικά την Κοινωνική Ασφάλιση σε καθαρά ατομική υπόθεση.«Οι συλλογικοί μηχανισμοί πρόβλεψης, με το σύστημα αναδιανομής, φάνηκαν τότε πιο αποτελεσματικοί για να αντιμετωπιστεί η φτώχεια των ηλικιωμένων», αλλά - θα ήθελε να συνεχίσει ο συντάκτης - αυτό πρέπει να σταματήσει.

Αξίζει δε να σημειωθεί ότι τον τελευταίο καιρό πυκνώνουν και αναλύσεις στα αστικά ΜΜΕ που εκτιμούν ότι ένας βασικός λόγος για την αδύναμη «αποταμιευτική κουλτούρα» που έχουν οι Γάλλοι εργαζόμενοι είναι ο χαρακτήρας του συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης. Ενα τέτοιο άρθρο στις 19/11, με τίτλο «Γιατί οι Γάλλοι δεν επενδύουν στο χρηματιστήριο και πώς θα διορθωθεί αυτή η κατάσταση», σημείωνε: «Σε αντίθεση με τις αγγλοσαξονικές χώρες, η Γαλλία υιοθέτησε ένα σύστημα συνταξιοδότησης με αναδιανεμητικό χαρακτήρα, το οποίο δεν καθιστά απαραίτητη την επένδυση στο χρηματιστήριο για να περιμένει κανείς να πάρει σύνταξη όταν τελειώσει ο εργάσιμος βίος του».

Και εκφράζοντας τη μεγάλη δυσαρέσκεια του αστικού κράτους και του κεφαλαίου επειδή δεν αναγκάζονται οι εργαζόμενοι να τζογάρουν αποταμιεύσεις τους προσδοκώντας να πάρουν σύνταξη, συνέχιζε: «Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η συνταξιοδότηση μέσα από την κεφαλαιοποίηση μετατρέπει το σύνολο των πολιτών σε επενδυτές, με πλήρη επίγνωση των δεικτών των χρηματιστηρίων»...


Α. Μ.

ΓΑΛΛΙΑ - ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΜΑΚΡΟΝ
Κλιμακώνεται η επίθεση στα κοινωνικοασφαλιστικά δικαιώματα

Από παλιότερη κινητοποίηση ενάντια στο χτύπημα της Κοινωνικής Ασφάλισης στη Γαλλία

Associated Press

Από παλιότερη κινητοποίηση ενάντια στο χτύπημα της Κοινωνικής Ασφάλισης στη Γαλλία
Καθώς η κυβέρνηση Μητσοτάκη, παίρνοντας επάξια τη σκυτάλη από τον «αριστερό» της προκάτοχο, ετοιμάζει νέο γύρο επίθεσης στην Κοινωνική Ασφάλιση και στις συντάξεις, το «δρόμο δείχνουν» και πάλι άλλα ευρωπαϊκά κράτη που λανσάρονται ως ...πρότυπα ανάπτυξης, στην πραγματικότητα πρωτοστατούν στην υλοποίηση αντιλαϊκών κατευθύνσεων που συνδιαμορφώνονται στις Βρυξέλλες προς όφελος του μεγάλου κεφαλαίου.

Για άλλη μια φορά, η Γαλλία του «μεταρρυθμιστή» Μακρόν αποτελεί παράδειγμα στο περαιτέρω ξήλωμα της Κοινωνικής Ασφάλισης. Το περασμένο καλοκαίρι δόθηκε στη δημοσιότητα η έκθεση του Υπατου Αρμοστή για τις συντάξεις, Ζαν - Πολ Ντελεβουά, στον οποίο ο Γάλλος Πρόεδρος είχε αναθέσει τη συμπύκνωση των βασικών αξόνων για την κλιμάκωση της αντιασφαλιστικής επίθεσης. Στόχος είναι η νέα «μεταρρύθμιση» να ψηφιστεί έως το καλοκαίρι του 2020. Ωστόσο, ήδη υπάρχουν σημαντικές αντιδράσεις. Μια σειρά κλάδοι εργαζομένων ξεκίνησαν κινητοποιήσεις ζητώντας την απόσυρσή της, μάλιστα στις 5 Δεκέμβρη έχει προγραμματιστεί 24ωρη απεργία.

Ηδη από την περασμένη άνοιξη, όταν ο ίδιος ο Μακρόν είχε κηρύξει την έναρξη «κοινωνικού διαλόγου» για τη νέα «μεταρρύθμιση» του συνταξιοδοτικού συστήματος, που ξεχώριζε ως στόχο πριν ακόμα εκλεγεί, το Μάη του 2017, εξέφραζε ανησυχία για τη «βιωσιμότητα των συντάξεων» και των ασφαλιστικών ταμείων, τονίζοντας ότι «για να τη χρηματοδοτήσουμε πρέπει να δουλεύουμε περισσότερο». Εκ των υστέρων φάνηκε ότι αυτό το «περισσότερο» δεν αφορά απλά την προετοιμασία νέας αύξησης των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, αλλά συνολικά την ακόμα μεγαλύτερη μετακύλιση της ευθύνης στους ίδιους τους εργαζόμενους, σε τελική ανάλυση στο περαιτέρω χτύπημα του ίδιου του κοινωνικού χαρακτήρα της Ασφάλισης.

«Μόρια» για μικρότερες, εξατομικευμένες και άγνωστες συντάξεις

Από παλιότερη διαδήλωση στη Μασσαλία ενάντια στις ανατροπές στην Κοινωνική Ασφάλιση
Από παλιότερη διαδήλωση στη Μασσαλία ενάντια στις ανατροπές στην Κοινωνική Ασφάλιση
Η έκθεση Ντελεβουά εμφάνιζε τις προτεινόμενες ανατροπές ως μέσο για «ένα καθολικό σύστημα συντάξεων» και περιέγραφε ένα σχέδιο «αντικατάστασης» των άνω των 40 διαφορετικών συστημάτων συνταξιοδότησης που υπάρχουν σήμερα στη Γαλλία. Αν και γίνεται προσπάθεια να εμφανιστεί ως σχέδιο αντιμετώπισης «υπαρκτών ανισοτήτων» και «αδικιών», η αλήθεια είναι ότι καθορίζονται οι άξονες για μια καθολική επίθεση, από την οποία δεν εξαιρείται καμία γενιά συνταξιούχων.

Μεταξύ άλλων προτείνεται η καθιέρωση ενός συστήματος «συγκέντρωσης μορίων», με βάση το οποίο θα υπολογίζεται η σύνταξη που θα παίρνει κάποιος όταν σταματά να δουλεύει. Οι πόντοι - μόρια θα συγκεντρώνονται «καθ' όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής του καριέρας», είτε κάποιος δουλεύει σε θέση πλήρους απασχόλησης είτε μερικής, είτε δουλεύει είτε είναι άνεργος, είτε βρίσκεται σε άδεια λοχείας, αναρρωτική κ.ο.κ. Φυσικά, από τις παραπάνω συνθήκες θα εξαρτάται και το ποσό των πόντων που κάποιος συγκεντρώνει. Είναι σαφές ότι για τα αυξανόμενα ποσοστά των υποαπασχολούμενων και των - έστω βραχύχρονα - ανέργων, οι συντάξεις θα είναι πολύ μικρότερες, αφού η πρώτη και κύρια προϋπόθεση για μια αξιοπρεπή σύνταξη είναι μια πλήρης και με μισθολογικά, ασφαλιστικά κ.ά. δικαιώματα εργασία.

Ακόμα και αστικά ΜΜΕ σχολιάζουν ανοιχτά ότι βασικός στόχος της νέας «μεταρρύθμισης» είναι «η σταθεροποίηση του ποσοστού των συντάξεων που αναλογούν στο ΑΕΠ, δηλαδή η μείωσή τους, το πέρασμα από το σημερινό σύστημα, που προσφέρει ορισμένες εγγυήσεις στους μισθωτούς όσον αφορά τα ποσοστά αναπλήρωσης (σ.σ. υπολογισμού των συντάξεών τους) και της ηλικίας συνταξιοδότησης, σε ένα ευέλικτο σύστημα, που θα επιτρέπει να χρησιμοποιούνται οι συντάξεις ως μεταβλητή δημοσιονομικής προσαρμογής».

Εξίσου χαρακτηριστική είναι και η πρόβλεψη του διαρκούς ελέγχου και επανακαθορισμού της αξίας των μορίων, εμποδίζοντας ουσιαστικά κάθε οικογενειακό ή προσωπικό προγραμματισμό στους συνταξιούχους, αφού ουσιαστικά δεν θα έχουν ιδέα για το ύψος της σύνταξης που θα πάρουν όταν σταματήσουν να δουλεύουν. Κι αυτό γιατί ναι μεν στην έκθεση περιγράφονται διάφοροι αλγόριθμοι για τον υπολογισμό της αξίας ενός πόντου ανά περίπτωση, ωστόσο η έκθεση ξεκαθαρίζει ότι η αξία των πόντων που θα συγκεντρώνει κανείς στη διάρκεια του εργάσιμου βίου του θα βρίσκεται υπό συνεχή αναπροσαρμογή. Δηλαδή, όσο δουλεύει ένας εργαζόμενος θα μαζεύει πόντους, αλλά δεν θα ξέρει ποτέ με σιγουριά σε τι θα αντιστοιχούν αυτοί όταν θα βγει στη σύνταξη.

«Στο "καθολικό σύστημα" προτείνεται η βελτίωση της αναπροσαρμογής των (σ.σ. συνταξιοδοτικών) δικαιωμάτων στη διάρκεια της καριέρας, ευνοώντας έναν κανόνα εξέλιξης της αξίας των πόντων που θα συνυπολογίζει το μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα», αναφέρεται, και ρητά υπογραμμίζεται ότι βασική επιδίωξη είναι «η σταθεροποίηση του ποσοστού των συνταξιοδοτικών δαπανών επί του συνολικού ΑΕΠ».

Τολμούν δε να εμφανίζουν τις νέες ανατροπές ως «τρόπο υπολογισμού πιο πλεονεκτικό» για «άτομα που έχουν επαγγελματική καριέρα σύντομη ή διακεκομμένη», εννοώντας τους δεκάδες χιλιάδες που εγκλωβίζονται διαρκώς στις άθλιες νέες σχέσεις εργασίας. Αυτούς δηλαδή που δεν κατοχυρώνουν το ελάχιστο ουσιαστικό δικαίωμα όχι για το συνταξιοδοτικό μέλλον τους, αλλά ούτε καν για το παρόν τους.

Πρέπει να σημειωθεί ότι μέχρι σήμερα, στον μεν ιδιωτικό τομέα η σύνταξη υπολογιζόταν με βάση τα 25 καλύτερα χρόνια του εργάσιμου βίου ενός εργαζόμενου (πριν υπολογιζόταν με βάση τα 10 καλύτερα), στο δε Δημόσιο με βάση το τελευταίο 6μηνο.

Και περισσότερα χρόνια δουλειάς

Οσον αφορά την ηλικία συνταξιοδότησης, η έκθεση αναφέρει: «Οι ασφαλισμένοι θα έχουν την ελευθερία αποχώρησης στα 62 χρόνια», όπως ισχύει και σήμερα, ωστόσο καθιερώνεται η λεγόμενη «βασική ηλικία» («age pivot») συνταξιοδότησης με «πλήρες ποσοστό».

Και ενώ αναγνωρίζεται η - υποτιθέμενη - ελευθερία αποχώρησης στα 62, πλήρη σύνταξη θα μπορεί να παίρνει κάποιος από τα 64 χρόνια του και μετά. Μάλιστα, καθιερώνεται μια «έκπτωση» και μια «επιδότηση», της τάξης περίπου του 5%, που αντίστοιχα θα μειώνει ή θα αυξάνει τις συντάξιμες αποδοχές για κάθε χρόνο περισσότερης ή λιγότερης δουλειάς. Δηλαδή θα «τιμωρεί» την «πρόωρη» αποχώρηση και θα ευνοεί την παραμονή στη δουλειά, ακόμα κι αν η ηλικία επιβάλλει τη διακοπή της. Στην πραγματικότητα, καθιερώνεται ένα σύστημα εκβιασμού των εργαζομένων να «παρατείνουν τον εργάσιμο βίο τους» - όπως εκλεπτυσμένα περιγράφεται σε όλες αυτές τις εκθέσεις η παραμονή σε ένα εργασιακό περιβάλλον όλο και πιο επικίνδυνο για την υγεία των εργαζομένων, με όλο και πιο πετσοκομμένα δικαιώματα.

Αλλά και η «βασική ηλικία» προβλέπεται ότι «θα εξελίσσεται σε συνάρτηση με το προσδόκιμο ζωής της γενιάς του κάθε ασφαλισμένου. Επομένως, θα πρέπει να "μεταφέρεται" για να γίνονται σεβαστοί οι δημοσιονομικοί περιορισμοί του καθεστώτος συνταξιοδότησης».

Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμα και στα αστικά ΜΜΕ έχουν εμφανιστεί προβληματισμοί για τους εκατοντάδες χιλιάδες ηλικιωμένους οι οποίοι με βάση το νέο καθεστώς θα εξαναγκαστούν να δουλεύουν ακόμα περισσότερο, ενώ το λεγόμενο «προσδόκιμο ζωής με καλή υγεία» είναι αισθητά πιο χαμηλό από το προσδόκιμο ζωής συνολικά. Συγκεκριμένα, ενώ με βάση τα επίσημα στοιχεία του 2017 το προσδόκιμο ζωής στη Γαλλία ήταν για τις γυναίκες τα 85 χρόνια και για τους άνδρες τα 79, το «προσδόκιμο ζωής με καλή υγεία» ήταν πολύ μικρότερο, στα 64 και 62 χρόνια αντίστοιχα.




Τετρασέλιδα του «Ρ»
Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org