Σάββατο 22 Απρίλη 2017
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

Διαβάστε σήμερα στο 4σέλιδο «Διεθνή και Οικονομία»:

ΕΥΡΩΖΩΝΗ - ΗΠΑ - ΔΝΤ: Οξυμένοι ανταγωνισμοί με φόντο τα μέτρα «προστατευτισμού».

ΑΓΟΡΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ: Μάχη για τα «φιλέτα» και προώθηση της «απελευθέρωσης».

ΣΟΥΗΔΙΑ: Πιλοτική εφαρμογή του 6ωρου σε ορισμένους εργασιακούς χώρους ως «πειράματα» με στόχο την ένταση της εκμετάλλευσης και τις περικοπές των κοινωνικών δαπανών.

ΗΠΑ: Ενδοαστικές κόντρες και αντιδράσεις σε μέρος των μονοπωλίων προκαλούν οι πολιτικές της κυβέρνησης Τραμπ για περιορισμό της μετανάστευσης.

ΕΥΡΩΖΩΝΗ - ΗΠΑ - ΔΝΤ
Οξυμένοι ανταγωνισμοί με φόντο τα μέτρα «προστατευτισμού»

Από την Εαρινή Σύνοδο του ΔΝΤ. Τα χαμόγελα δεν μπορούν να κρύψουν τις ανησυχίες που γεννάνε οι σφοδροί ανταγωνισμοί

Copyright 2017 The Associated

Από την Εαρινή Σύνοδο του ΔΝΤ. Τα χαμόγελα δεν μπορούν να κρύψουν τις ανησυχίες που γεννάνε οι σφοδροί ανταγωνισμοί
Ενα σύνθετο πλέγμα ανταγωνισμών, αντιθέσεων και όπως διαφαίνεται πρόσκαιρων συμβιβασμών, ανάμεσα στα καπιταλιστικά κέντρα, στα κράτη και τις κυβερνήσεις τους διαπερνά σε αυτήν τη φάση τις εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία, σε συνδυασμό βέβαια με τους οξυμένους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς.

Σε αυτό το φόντο, το ζήτημα των μέτρων κρατικού «προστατευτισμού» για τα μονοπώλια του καθενός από τα καπιταλιστικά κέντρα είναι ουσιαστικά κεντρικό στην Εαρινή Σύνοδο του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, που άρχισε χτες στην Ουάσιγκτον και ολοκληρώνεται αύριο, Κυριακή. Στην ατζέντα βέβαια προβάλλουν ζητήματα, όπως το ύψος των εμπορικών πλεονασμάτων, με έμφαση σε αυτά της Γερμανίας και της Κίνας, η δασμολογική πολιτική που θα ακολουθήσει η κυβέρνηση των ΗΠΑ αναφορικά με τις εισαγωγές από άλλα κέντρα, προκειμένου να τονώσει την ανταγωνιστικότητα των μονοπωλίων της, οι ρυθμίσεις που θα εφαρμοστούν σε ό,τι αφορά το αναγκαίο ύψος της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζικών ομίλων στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα κ.ά. Την ίδια ώρα, οι εκθέσεις του ΔΝΤ που δημοσιοποιήθηκαν στο πλαίσιο της Εαρινής Συνόδου του, χαρακτηρίζονται από ένα σχετικά «ευέλικτο» σχήμα προτάσεων και συστάσεων σε ό,τι αφορά τη διαμόρφωση του «κατάλληλου» μείγματος της δημοσιονομικής πολιτικής, ανάλογα με τη φάση, τα επιμέρους χαρακτηριστικά και τους κινδύνους που εμφανίζονται στα καπιταλιστικά κέντρα και τις εθνικές οικονομίες.

Από την πλευρά του, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντ. Τραμπ, ενεργοποίησε προχτές μία έρευνα εμπορικού χαρακτήρα σε βάρος της Κίνας και άλλων χωρών που εξάγουν «φτηνό» χάλυβα στην αμερικανική αγορά, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο για την επιβολή νέων δασμών. Μάλιστα, όπως μεταδίδουν τα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία, η εξέλιξη αυτή εκτόξευσε τις μετοχές αμερικανικών εταιρειών παραγωγής και επεξεργασίας χάλυβα. «Ο χάλυβας είναι σημαντικός τόσο για την οικονομία μας, όσο και για το στρατό μας. Δεν είναι ένας τομέας όπου θα μπορούσαμε να επιτρέψουμε να είμαστε εξαρτημένοι από ξένες χώρες», τόνισε χαρακτηριστικά ο Ντ. Τραμπ. Μάλιστα, όπως μεταφέρει το ΑΠΕ-ΜΠΕ, η ενεργοποίηση της εμπορικής έρευνας χαρακτηρίζεται ασυνήθιστη ενέργεια στην Ουάσιγκτον, ενώ πραγματοποιείται σε μία χρονική περίοδο κατά την οποία οι ΗΠΑ ασκούν πιέσεις στην Κίνα προκειμένου «να λάβει ουσιαστικά μέτρα για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της πυραυλικής και πυρηνικής απειλής από τη Βόρεια Κορέα».

Τα εμπορικά πλεονάσματα της Γερμανίας

Ειδικό βάρος στο πλαίσιο των ενδοκαπιταλιστικών ανταγωνισμών έχουν τα αστρονομικά εμπορικά πλεονάσματα της Γερμανίας, τα οποία αποτελούν πεδίο διαπάλης και στο εσωτερικό της ΕΕ, με στόχο βέβαια την απόσπαση μεριδίων και κερδών από το παγκόσμιο εμπόριο, το οποίο, έτσι κι αλλιώς, συνεχίζει σε ρότα υποχώρησης, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία.

Το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας έφτασε στο νέο υψηλό ρεκόρ των 297 δισ. δολαρίων το 2016, ξεπερνώντας και πάλι αυτό της Κίνας και αποτελώντας το υψηλότερο στον κόσμο, όπως ανακοίνωσε το οικονομικό ινστιτούτο Ifo, που εκτιμά ότι το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών της Κίνας διαμορφώθηκε πέρυσι στα 245 δισ. δολάρια.

Το πλεόνασμα της Γερμανίας αντιστοιχεί στο 8,3% του γερμανικού ΑΕΠ, το οποίο σημαίνει ότι και πάλι ξεπερνά το ανώτατο όριο του 6% που συνιστά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Στο φόντο της ανισομετρίας, Κομισιόν, ΗΠΑ και ΔΝΤ έχουν καλέσει τη γερμανική κυβέρνηση να αυξήσει την εγχώρια ζήτηση και τις εισαγωγές προκειμένου να βοηθήσει στο να μειωθούν οι παγκόσμιες «οικονομικές ανισορροπίες» και να τροφοδοτηθεί η παγκόσμια καπιταλιστική ανάπτυξη, συμπεριλαμβανομένης και αυτής στην Ευρωζώνη.

Σε ρότα υποχώρησης το παγκόσμιο εμπόριο

Στην ετήσια έκθεση για το 2016 η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επισημαίνει ότι ο ρυθμός αύξησης του παγκόσμιου εμπορίου ήταν αδύναμος, καθώς ο όγκος των παγκόσμιων εισαγωγών αυξήθηκε μόλις κατά 1,7%, έναντι 2,1% το 2015. Σύμφωνα με την ΕΚΤ, «υπάρχουν ενδείξεις ότι ορισμένες διαρθρωτικές εξελίξεις που κατά το παρελθόν είχαν ενισχύσει το εμπόριο - όπως το χαμηλότερο κόστος μεταφοράς, η απελευθέρωση του εμπορίου, η επέκταση των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας και η χρηματοπιστωτική εμβάθυνση - δεν θα στηρίξουν το εμπόριο στον ίδιο βαθμό σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα».

Επίσης, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «το 2016 ο παγκόσμιος πληθωρισμός εξακολούθησε να επηρεάζεται από τις χαμηλές τιμές του πετρελαίου και το αναξιοποίητο παραγωγικό δυναμικό που παραμένει σε αφθονία παγκοσμίως».

Αβεβαιότητες στην παγκόσμια οικονομία

Σε ένα τέτοιο φόντο, αμετάβλητες, σε γενικές γραμμές, παραμένουν και οι προβλέψεις του ΔΝΤ γύρω από τους ρυθμούς μεγέθυνσης του παραγόμενου ΑΕΠ στην παγκόσμια οικονομία, ενώ την ίδια ώρα, ο ιμπεριαλιστικός οργανισμός εντοπίζει σειρά από αβεβαιότητες και κινδύνους με επίκεντρο την «πολιτική προστατευτισμού», τους «γεωπολιτικούς κινδύνους», τις εξελίξεις σε οικονομίες που ταξινομούνται στις «αναδυόμενες αγορές», τις απότομες μεταβολές των συναλλαγματικών ισοτιμιών κ.ά.

Σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο του ΔΝΤ, Μ. Ομπσφελντ, η παγκόσμια οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει αντιξοότητες, δεδομένου ότι «η αύξηση της παραγωγικότητας παραμένει υποτονική, κάτι που φαίνεται πιθανό να συνεχιστεί για κάποιο χρονικό διάστημα».

Ο ίδιος, παρουσιάζοντας την έκθεση για την παγκόσμια οικονομία, μεταξύ άλλων, εστίασε σε μια σειρά από αβεβαιότητες που πηγάζουν από τις μακροοικονομικές πολιτικές σε ΗΠΑ και Κίνα. Οπως είπε, παρά τη νομισματική πολιτική από την πλευρά της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ, η δημοσιονομική τους πολιτική εκτιμάται πως θα παραμείνει επεκτατική για τα επόμενα δύο χρόνια, λέγοντας ότι «το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι πληθωρισμός και ταχύτερη του αναμενομένου αύξηση των επιτοκίων, κάτι που θα πυροδοτήσει απότομη ανατίμηση του δολαρίου και πιθανές δυσκολίες για τις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες».

Για την Κίνα προειδοποίησε πως η ανάπτυξη έχει παραμείνει εξαρτημένη από την εγχώρια πιστωτική επέκταση, η οποία κινείται τόσο γρήγορα που μπορεί να προκαλέσει προβλήματα χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στο μέλλον. «Τα προβλήματα αυτά θα μπορούσαν, με τη σειρά τους, να εξαπλωθούν και σε άλλες χώρες», επισήμανε.

Σε ό,τι αφορά το επίδικο ζήτημα των οξυμένων μονοπωλιακών ανταγωνισμών που εμφανίζονται σήμερα και με τη μορφή της πολιτικής του προστατευτισμού, επισήμανε πως «ο αγώνας του καθενός εναντίον όλων θα οδηγούσε όλες τις χώρες σε χειρότερη θέση», και υπογράμμισε πως απαιτείται μια ανανεωμένη πολυμερής διακρατική δέσμευση για τη στήριξη του διεθνούς εμπορίου, που θα οδηγεί σε μια πιο «δίκαιη ανακατανομή των κερδών».

ΑΓΟΡΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ
Η μάχη για τα «φιλέτα» φέρνει ενεργειακή φτώχεια και «κυνηγητό» στο λαό

Κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση αντιμάχονται γύρω από το ποια εκδοχή «απελευθέρωσης» της αγοράς θα κυριαρχήσει

Eurokinissi

Η πολιτική κόντρα που κλιμακώνεται το τελευταίο διάστημα μεταξύ κυβέρνησης και ΝΔ αναφορικά με τη ΔΕΗ, ως «ηχώ» της οξύτατης επιχειρηματικής κόντρας που μαίνεται στο παρασκήνιο για την απόκτηση των «φιλέτων» της εγχώριας αγοράς ηλεκτρισμού, δεν μπορεί να κρύψει ούτε το γεγονός της μεταξύ τους συμφωνίας στη στρατηγική της «απελευθέρωσης» ούτε το ότι τα «εναλλακτικά» σενάρια που προτείνουν στην κατεύθυνση αυτή σημαίνουν για το λαό ακόμα μεγαλύτερη ενεργειακή φτώχεια.

Αλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι η αντιπαράθεση αυτή γίνεται σε μια φάση όπου το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας συντάσσει τη λίστα των λιγνιτικών μονάδων παραγωγής της ΔΕΗ που θα βγουν στο «σφυρί» το αμέσως επόμενο διάστημα, στο πλαίσιο ολοκλήρωσης της δεύτερης «αξιολόγησης» και ως ένα ακόμα βήμα στην κατεύθυνση της «απελευθέρωσης».

Κι αν προσωρινά οι υδροηλεκτρικές και πλέον κερδοφόρες μονάδες απουσιάζουν από το τελικό πωλητήριο που θα συνταχθεί, οι περισσότερες πληροφορίες αναφέρουν ότι θα βρεθούν στο «πακέτο» που θα ιδιωτικοποιηθεί σε δεύτερη φάση, γεγονός που εμμέσως επιβεβαίωσε και ο πρόεδρος της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας κατά την προχτεσινή ομιλία του στη Βουλή.

Τσουχτεροί λογαριασμοί...

Πρόκειται για μια εξέλιξη η οποία θα επιδεινώσει περαιτέρω τους όρους πρόσβασης των εργαζόμενων λαϊκών στρωμάτων στο αγαθό της ηλεκτρικής ενέργειας, τα οποία ήδη βιώνουν τι σημαίνει «απελευθέρωση της αγοράς» καθώς τα τιμολόγια ηλεκτρισμού απορροφούν ολοένα και μεγαλύτερο μέρος των οικογενειακών προϋπολογισμών. Το προηγούμενο διάστημα άλλωστε κατέφθασαν στα νοικοκυριά οι τσουχτεροί εκκαθαριστικοί λογαριασμοί του περασμένου χειμώνα, όλων των παρόχων, με τους οποίους καλούνται να πληρώσουν τεράστιες χρεώσεις κι ενώ ετοιμάζονται και νέες αυξήσεις μέσα στο επόμενο δίμηνο.

Οπως έχει γίνει γνωστό, ήδη το αρμόδιο υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας και η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας βρίσκονται σε αναζήτηση «φόρμουλας» για την ανάκτηση από τη ΔΕΗ των χρεώσεων «Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας» για τα έτη 2012 - 2015, τις οποίες η ίδια η επιχείρηση ανεβάζει στα 700 εκατ. ευρώ. Οι χρεώσεις αυτές αφορούν το κόστος του Κοινωνικού Οικιακού Τιμολογίου, το κόστος ηλεκτροδότησης των μη διασυνδεδεμένων νησιών - στα οποία λειτουργούν μονάδες ντίζελ με πολύ υψηλότερο κόστος - και άλλα κόστη που διαμοιράζονται στα τιμολόγια όλων των καταναλωτών ηλεκτρικού ρεύματος. Οι συγκεκριμένες χρεώσεις και ο κλιμακωτός τρόπος υπολογισμού τους από το ισχύον νομικό πλαίσιο, που έχει οριστεί από το 2012, συντέλεσαν και αυτές στους «φουσκωμένους» λογαριασμούς ρεύματος που έλαβαν πολλοί καταναλωτές το τελευταίο διάστημα.

...και προαναγγελία «επιδρομής»

Ακόμα πιο ενδεικτικά είναι τα όσα επέρχονται αναφορικά με τη διαχείριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Υπενθυμίζουμε ότι το διάστημα 2010 - 2014, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΡΑΕ, υπήρξε συνολική αύξηση των τιμολογίων ηλεκτρικού ρεύματος κατά 48,5%, ενώ οι φόροι που επιβάλλονται στην κατανάλωση ρεύματος για τα νοικοκυριά αυξήθηκαν κατά 147%. Αυτή είναι η βασική αιτία που εκτινάχθηκαν οι οφειλές προς τη ΔΕΗ τα προηγούμενα χρόνια, σε συνδυασμό φυσικά με τη συνολική αντιλαϊκή πολιτική που «βύθισε» τα εισοδήματα των εργαζομένων.

Οι συνολικές οφειλές προς τη ΔΕΗ φτάνουν τα 2,1 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 1,65 δισ. προέρχονται από τη χαμηλή και μέση τάση, ακόμη 340 εκατ. χρωστά η υψηλή τάση και άλλα 100 εκατ. ευρώ είναι τα χρέη του Δημοσίου προς την επιχείρηση. Πρέπει να σημειώσουμε ότι από το σύνολο των οφειλών χαμηλής και μέσης τάσης μόνο τα 700 εκατ. ευρώ έχουν υπαχθεί σε κάποιο πρόγραμμα διακανονισμού, λιγότερα από τα μισά δηλαδή χρέη αποπληρώνονται αυτήν τη στιγμή, με δεδομένο πάντα ότι ένα ποσοστό και αυτών είναι πιθανό να σταματήσει να καταβάλλεται από τους υπόχρεους κάποια στιγμή μέσα στο επόμενο διάστημα εξαιτίας της γενικής οικονομικής ένδειας των λαϊκών στρωμάτων.

Το «κυνηγητό» για την είσπραξη των οφειλών είναι δεδομένο. Το έχει άλλωστε ομολογήσει με κάθε... ειλικρίνεια ο πρόεδρος της επιχείρησης, Μ. Παναγιωτάκης, κατά τη διάρκεια ακρόασής του από τη Διαρκή Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής τον προηγούμενο Μάρτη, όπου υπογράμμισε πως «οι πολιτικές των διευκολύνσεων και το κοινωνικό πρόσωπο» της ΔΕΗ έχουν φτάσει «περίπου στα όριά τους». Εκεί ανακοίνωσε για πρώτη φορά επίσης την έναρξη συνεργασίας με διεθνή εταιρεία για την είσπραξη οφειλών, όπως επίσης τη μεταβίβασή τους σε διεθνή funds και τράπεζες, έχοντας προφανώς τη στήριξη της κυβέρνησης.

Κάτι ανάλογο έχει εξαγγείλει επίσης και η ΝΔ διά στόματος πρόεδρου της, ο οποίος κατά την παρουσίαση των επίσημων θέσεων του κόμματός του για τον τομέα της Ενέργειας, παράλληλα με ένα ευρύ και εκτεταμένο σχέδιο ιδιωτικοποιήσεων, είπε ότι θα υπάρξει «επανεξέταση της εκπτωτικής πολιτικής και αυστηρή διαχείριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών» προς τη ΔΕΗ.

Με λίγα λόγια, το άγριο κυνηγητό προς τους οφειλέτες είναι ένα ακόμη σημείο που συμπίπτουν κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση που, αν τα «χαλάσουν» κάπου, ίσως να είναι για το ποια... funds θα αποκτήσουν δικαιώματα είσπραξης των ληξιπρόθεσμων οφειλών της επιχείρησης...

Ο λαός δεν πρέπει να επιλέξει εκδοχή της «απελευθέρωσης»

Εξάλλου, η συμφωνία των δύο, αλλά και των υπόλοιπων αστικών κομμάτων, σε ό,τι αφορά την υλοποίηση των πολιτικών που απορρέουν από την «Ενιαία Αγορά Ενέργειας» της ΕΕ, είναι δεδομένη κι όταν συγκρούονται αυτό οφείλεται είτε στους τρόπους «διαχείρισης» της «απελευθέρωσης» - με ό,τι αυτό σημαίνει σε επίπεδο επιχειρηματικών ομίλων - είτε σε λόγους συσχετισμών εντός του αστικού πολιτικού συστήματος.

Παρά τις «βαριές» κατηγορίες που εξαπολύονται το τελευταίο διάστημα μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, περί «χρεοκοπίας» και «κατάρρευσης» της επιχείρησης, τις απειλές για «λογοδοσία ενώπιον της Δικαιοσύνης» αλλά και τις καταγγελίες για «στημένους διαγωνισμούς» με σκοπό το «ξεπούλημα» της επιχείρησης, δεν μπορεί να κρυφτεί ότι αυτήν τη στρατηγική υπηρετούν όλες οι αστικές δυνάμεις. Χαρακτηριστική είναι, για παράδειγμα, η ομοιότητα των «δεσμεύσεων» των κατά τ' άλλα «αντίπαλων» στρατοπέδων, με τον Π. Σκουρλέτη να λέει πρόσφατα πως «έχουν συμβεί αλλαγές στην ευρωπαϊκή αγορά Ενέργειας, της οποίας είμαστε αναπόσπαστο μέλος», και την Ντ. Μπακογιάννη να συμπληρώνει πως «είναι ευρωπαϊκή υποχρέωση να γίνει η ιδιωτικοποίηση».

Η διασφάλιση της καπιταλιστικής κερδοφορίας, όπως ακριβώς προβλέπουν και οι κατευθύνσεις της ΕΕ, είναι το κοινό έδαφος που πατά και η κυβέρνηση και η αξιωματική αντιπολίτευση, παραλλαγές του οποίου οδηγούν στην περαιτέρω ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ, είτε μέσα από τις δημοπρασίες ηλεκτρικού ρεύματος είτε μέσω πώλησης λιγνιτικών και υδροηλεκτρικών μονάδων σε ιδιώτες είτε μέσα από την πώληση μεριδίου μετοχών σε «στρατηγικό επενδυτή» και ...πάει λέγοντας.

Σκοπός τους, ανάμεσα στα άλλα, είναι να σύρουν τις λαϊκές μάζες πίσω από τη μια ή την άλλη εκδοχή της «απελευθέρωσης» με τη λογική του «μικρότερου κακού». Πρόκειται για σχέδια που πρέπει να απορριφθούν εξολοκλήρου, αφού το μόνο που θα έχουν ως αποτέλεσμα θα είναι η αύξηση της ενεργειακής φτώχειας για ακόμη μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού, παράλληλα με ένταση της εξάρτησης της χώρας από τις εισαγωγές σε καύσιμα αλλά και ενίσχυση των κινδύνων γύρω από την εγχώρια ενεργειακή ασφάλεια.

Η Ελλάδα διαθέτει πηγές Ενέργειας που μπορούν να εξασφαλίζουν φτηνό και επαρκές ρεύμα για τις λαϊκές ανάγκες. Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν μπορεί να επιτευχθεί στο πλαίσιο του σημερινού συστήματος, υπό συνθήκες κυριαρχίας των μονοπωλιακών ομίλων, όπου οι δυνατότητες αυτές «πνίγονται» για να διασφαλίζεται η καπιταλιστική κερδοφορία. Προϋπόθεση είναι η συγκρότηση ενός ενιαίου κρατικού φορέα Ενέργειας, σε συνθήκες όπου οι εργαζόμενοι θα έχουν στα χέρια τους τα κλειδιά της οικονομίας και τη δική τους εξουσία.


Φ. Κ.

ΣΟΥΗΔΙΑ
Καλό το 6ωρο, αλλά ... κοστίζει για τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις και το κράτος τους

Με αφορμή το «πείραμα» σε ένα δημοτικό γηροκομείο στο Γκέτεμποργκ και σε άλλες περιοχές της χώρας

Από τη μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων στο Γκέτεμποργκ
Από τη μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων στο Γκέτεμποργκ
«Οι Σουηδοί, που ανυπομονούσαν να εφαρμοστεί η 6ωρη εργασία, πρέπει να ακούσουν τα "κακά μαντάτα": Το κόστος υπερβαίνει τα οφέλη». Αυτή η είδηση στο «Bloomberg» αποτυπώνει γλαφυρά την ουσία των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, όπου η εργατική δύναμη ως εμπόρευμα πρέπει διαρκώς να φτηναίνει για χάρη της ανταγωνιστικότητας των επιχειρηματικών ομίλων.

Αυτό αποδεικνύεται και με αφορμή τη συμπλήρωση δυο χρόνων από το «πρωτοποριακό» - όπως είχε χαρακτηριστεί από τις αστικές κυβερνήσεις και τον αστικό Τύπο - πείραμα στη δημοτική μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων «Svartedalens» στην περιοχή Γκέτεμποργκ της Σουηδίας, το οποίο αξιοποιούνταν από τους σοσιαλδημοκράτες και οπορτουνιστές ως παράδειγμα ενός «ανθρώπινου καπιταλισμού». Πιο συγκεκριμένα, για 2 χρόνια (2015 - 2017) ένα τμήμα των εργαζομένων του γηροκομείου - μόνο βοηθοί νοσοκόμοι - εργάζονταν 6ωρο αντί για 8ωρο, δηλαδή 30 ώρες τη βδομάδα, και αμείβονταν κανονικά. Το «πείραμα» αυτό στόχευε να καταδείξει αν τα οφέλη από την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και από την καλύτερη υγεία των εργαζομένων θα ήταν τέτοια, ώστε να θεωρούνται προς το συμφέρον της καπιταλιστικής οικονομίας και ανάπτυξης.

Οπως προέκυψε, η παραγωγικότητα της εργασίας τους αυξήθηκε αξιοσημείωτα, οι εργαζόμενοι αυτοί εμφάνισαν λιγότερα προβλήματα υγείας, έπαιρναν λιγότερες αναρρωτικές άδειες, είχαν περισσότερη ενέργεια όταν επέστρεφαν στο σπίτι και περισσότερο ελεύθερο χρόνο για άλλες δραστηριότητες, ενώ βελτιώθηκαν και οι παρεχόμενες υπηρεσίες προς τους ηλικιωμένους της μονάδας.

«Ημουν συνεχώς εξαντλημένη, γύριζα σπίτι και έπεφτα στον καναπέ. Αλλά τώρα έχω περισσότερη ενέργεια για τη δουλειά μου και για την οικογένεια», δήλωνε στην εφημερίδα «Γκάρντιαν» η Λίζε - Λότε Πέτερσον, 41χρονη βοηθός νοσοκόμα στην αρχή του «πειράματος» το Σεπτέμβρη του 2015. Επίσης, η Α. Σ. Ντάλμπομ Λάρσον, επικεφαλής της φροντίδας των ηλικιωμένων, τόνιζε: «Από τις αρχές της δεκαετίας του '90, είχαμε περισσότερη δουλειά και λιγότερο προσωπικό - δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό. Στον τομέα της Περίθαλψης κυριαρχούν οι ασθένειες και η κατάθλιψη στους εργαζόμενους εξαιτίας της εξουθένωσης», ενώ αυτό μεταφέρεται και στους ηλικιωμένους που φιλοξενούνται στη μονάδα, «πολλοί από τους οποίους αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας, έχουν άνοια κ.λπ.».

Παρά τα θετικά αποτελέσματα για τους εργαζόμενους και τους φιλοξενούμενους, από τον περασμένο Φλεβάρη οι εργαζόμενοι άρχισαν να δουλεύουν ξανά το καθιερωμένο 8ωρο, καθώς το κόστος για το κράτος για την πρόσληψη επιπλέον προσωπικού θεωρήθηκε «μεγάλο» και «μη βιώσιμο».

Στόχος οι περικοπές, η ανταγωνιστικότητα, η κερδοφορία

Στη Σουηδία έχουν γίνει ή βρίσκονται σε εξέλιξη κι άλλα αντίστοιχα πειράματα, σε περίπου 10 εργασιακούς χώρους και για περιορισμένο αριθμό εργαζομένων. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, τα κίνητρα τέτοιων πειραμάτων είναι η μείωση των δαπανών Υγείας, η μείωση των αδειών των εργαζομένων, αλλά και να μπει φρένο σε διεκδικήσεις για αύξηση στους μισθούς. Οπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Ντάνιελ Μπέρνμαν, επικεφαλής του σοσιαλδημοκρατικού «Αριστερού Κόμματος» στο τοπικό συμβούλιο του Γκέτεμποργκ, ήταν αντιμέτωποι με μια κοινωνία «με μεγαλύτερη νοσηρότητα και πρόωρες συνταξιοδοτήσεις». Από την άλλη, οικονομολόγοι υποστήριζαν πως μια θεωρητική μείωση των ωρών εργασίας σε όλη την πόλη του Γκέτεμποργκ θα έκανε την οικονομία να υποφέρει από μειωμένη ανταγωνιστικότητα και άσχημα οικονομικά αποτελέσματα. «Δεν μπορούμε να πληρώνουμε ανθρώπους για να μη δουλεύουν», τονίζουν.

Αλλο κίνητρο είναι η αύξηση της παραγωγικότητας, που ενδεχομένως να κάνει πιο ικανοποιημένους τους πελάτες μιας επιχείρησης, να εμποδίσει την πρόσληψη επιπλέον προσωπικού ή να μειώσει το ήδη υπάρχον. Εξάλλου, στον καπιταλισμό άνοδος της παραγωγικότητας και της αποδοτικότητας σημαίνει άνοιγμα της ψαλίδας ανάμεσα στα όσα παράγει η εργατική τάξη και στους μισθούς. Στην εταιρεία βελτιστοποίησης αναζήτησης στο ίντερνετ «Brath», στην κωμόπολη της βόρειας Σουηδίας Οrnskοldsvik, εφαρμόστηκε πριν χρόνια το 6ωρο για τους 20 υπαλλήλους της και, όπως δήλωνε η ιδιοκτήτρια, «δεν χρειάστηκε να προσλάβουμε επιπλέον προσωπικό αφού ανέβηκε η εντατικοποίηση της δουλειάς», ενώ «τα κέρδη της εταιρείας αυξάνουν χρόνο με το χρόνο». Επιπλέον, τονίζει ότι «οι εργαζόμενοι παραμένουν στην εταιρεία λόγω του μειωμένου ωραρίου, ακόμη κι αν βρουν μια πιο καλοπληρωμένη δουλειά». Συνεπώς, για διεκδίκηση υψηλότερων μισθών ούτε λόγος...

Το τσάκισμα της τιμής της εργατικής δύναμης και η αύξηση του απλήρωτου χρόνου εργασίας είναι νομοτέλεια στον καπιταλισμό, αφού ο καπιταλιστής που δεν θα επιδιώξει να αυξήσει το ποσοστό κέρδους του, θα πεταχτεί έξω από το παιχνίδι λόγω του ανταγωνισμού. Αυτός είναι και ο λόγος που ενώ σήμερα η αλματώδης ανάπτυξη της τεχνολογίας και της επιστήμης προσφέρει τεράστιες δυνατότητες για μείωση του εργάσιμου χρόνου με ταυτόχρονη αύξηση των αποδοχών και για εξάλειψη της ανεργίας, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Αντίθετα, απέναντι στη σημερινή υπερώριμη δυνατότητα των παραγωγικών δυνάμεων για μια γενική μείωση του εργάσιμου χρόνου και ουσιαστική κάλυψη των αναγκών των εργαζομένων, ο καπιταλισμός απαντά με την πραγματικότητα των ελαστικών εργασιακών σχέσεων, της ανεργίας, των μειωμένων μισθών, της σχετικής και απόλυτης εξαθλίωσης, των κρίσεων και των πολέμων.

Δηλαδή, μπορεί να ισχύει το «μότο» ότι «ένας ευτυχισμένος εργαζόμενος είναι καλύτερος εργαζόμενος», όμως αυτό στον καπιταλισμό έχει ένα - και μάλιστα χαμηλό - ταβάνι. Αφού η όλο και μεγαλύτερη εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, το κέρδος, η ανταγωνιστικότητα, οι περικοπές του κράτους για κοινωνικές δαπάνες είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη της καπιταλιστικής οικονομίας.

Ενδεικτικά, στη Γαλλία, όταν το 2000 εφαρμόστηκε πιλοτικά το 35ωρο (από 40ωρο) τη βδομάδα, οι επιχειρήσεις αντέδρασαν, καθώς αυτό μείωσε την ανταγωνιστικότητα και δημιούργησε δισεκατομμύρια επιπλέον κόστη για προσλήψεις και κοινωνικές επιβαρύνσεις. Τώρα σχεδόν όλοι εργάζονται πάλι 40ωρο.

Η «πρόοδος» φέρνει στρατιές ανέργων

Πολύς λόγος γίνεται από τις αστικές κυβερνήσεις (και από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ) για το λεγόμενο «προβάδισμα» των καπιταλιστικών οικονομιών σε «παραγωγικότητα, αποδοτικότητα και καινοτομία». Από αυτό, όμως, δεν κερδίζουν οι εργαζόμενοι κι οι άνεργοι, αφού με την καπιταλιστική ιδιοποίηση η αύξηση της παραγωγικότητας όχι μόνο δεν οδηγεί στη μείωση του εργάσιμου χρόνου και την αύξηση των μισθών των εργαζομένων, αλλά, αντίθετα, κάνει χιλιάδες εργαζόμενους «περιττούς» για τους καπιταλιστές.

Θυμίζουμε την εφιαλτική έρευνα του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ που ανακοινώθηκε στο Νταβός, το Γενάρη του 2016, σύμφωνα με την οποία θα χαθούν περισσότερες από 7 εκατομμύρια θέσεις εργασίας και θα δημιουργηθούν 2 εκατομμύρια νέες, ως αποτέλεσμα των τεχνολογικών αλλαγών που συντελούνται σε 15 αναπτυγμένες και «αναδυόμενες» οικονομίες, μέχρι το 2020. Αυτό θα προκύψει λόγω μεγάλων αλλαγών στην αγορά εργασίας, επειδή θα αυξηθεί η χρήση ρομπότ και τεχνητής νοημοσύνης στην παραγωγή. Η εφαρμογή των «νέων τεχνολογιών», που αυτοματοποιούν την παραγωγική διαδικασία, κάνει περιττές πολλές ανθρώπινες εργασίες, αντί να βελτιώνει τη ζωή των ανθρώπων, να αυξάνει τον ελεύθερο χρόνο και τις απολαβές.

Η έρευνα είχε τον τίτλο «Το Μέλλον των Θέσεων Εργασίας» και έγινε σε 15 οικονομίες που απασχολούν 1,9 δισεκατομμύρια εργαζόμενους ή περίπου το 65% του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού. Ανάμεσά τους και σε ΗΠΑ, Κίνα, Μεγάλη Βρετανία, Βραζιλία, Γαλλία, Γερμανία, Αυστραλία, Ινδία, Ιταλία, Τουρκία.

Η κατάργηση της εκμετάλλευσης είναι ο δρόμος

Στον αντίποδα του σάπιου καπιταλισμού, όπου η πρόοδος των τεχνολογιών και της επιστήμης είναι «κατάρα» για τους εργαζόμενους, στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή, στο σοσιαλισμό, όπου καταργείται η εκμετάλλευση, οι εργαζόμενοι ιδιοποιούνται όλο τον πλούτο που παράγουν.

Τι είναι αυτό που έχει υπερωριμάσει στον καπιταλισμό; Η κοινωνική εργασία που χρειάζεται και κοινωνική ιδιοκτησία για να επιφέρει γενική μείωση του εργάσιμου χρόνου, με μισθούς ικανούς να εξασφαλίσουν ζωή αντίστοιχη με αυτά που ήδη παράγει η κοινωνία, με κοινωνικές υπηρεσίες που εξασφαλίζουν τις ανάγκες όλων στην Εκπαίδευση, στον Πολιτισμό - Αθλητισμό, στην ανάπαυση, σε κατοικία με όλες τις σύγχρονες λειτουργίες της (ύδρευση, φωτισμό, κλιματισμό χειμώνα - καλοκαίρι).

Οι αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας, που σήμερα υπονομεύονται γιατί δεν αποδίδουν κέρδος στους καπιταλιστές, στο πλαίσιο της λαϊκής εξουσίας και οικονομίας αναπτύσσονται πλήρως προς όφελος των λαϊκών αναγκών. Αξιοποιούνται τα νέα επιτεύγματα των τεχνολογιών και της επιστήμης, με στόχο τη μείωση του εργάσιμου χρόνου, τη διεύρυνση του ελεύθερου χρόνου, ώστε να επιτυγχάνεται η ανύψωση του πολιτιστικού - μορφωτικού επιπέδου, να κατακτάται η ικανότητα ουσιαστικής συμμετοχής στον έλεγχο της διοίκησης, στους θεσμούς της εξουσίας. Ενας τέτοιος δρόμος ανάπτυξης, όπου η παραγωγή τίθεται στην υπηρεσία των κοινωνικών αναγκών κι όπου εξαλείφονται φαινόμενα σύμφυτα του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης όπως είναι η ανεργία, η φτώχεια κ.λπ., είναι ο μόνος δρόμος που δίνει ελπίδα στους λαούς.


Ε. Μ.

ΗΠΑ
Αντιπαραθέσεις σε μερίδες του κεφαλαίου για τα μέτρα περιορισμού της μετανάστευσης

Χαρακτηριστικό στιγμιότυπο από τη «φιέστα» του Τραμπ σε εργοστάσιο εργαλείων στο Ουισκόνσιν, ενώ επιδεικνύει το διάταγμα για την αυστηροποίηση της βίζας εργασίας Η-1Β

Copyright 2017 The Associated

Χαρακτηριστικό στιγμιότυπο από τη «φιέστα» του Τραμπ σε εργοστάσιο εργαλείων στο Ουισκόνσιν, ενώ επιδεικνύει το διάταγμα για την αυστηροποίηση της βίζας εργασίας Η-1Β
Σε μία πολλαπλώς συμβολική κίνηση, ο Αμερικανός Πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, μετέβη το απόγευμα της περασμένης Τρίτης (19/4) στο εργοστάσιο κατασκευής εργαλείων «Snap-on» στην Κενόσα του Ουισκόνσιν, υπογράφοντας προεδρικό διάταγμα για την αυστηροποίηση του καθεστώτος χορήγησης βίζας εργασίας τύπου Η-1Β, που δινόταν έως σήμερα σε πολλές δεκάδες χιλιάδες ξένους μετανάστες (κυρίως από την Ινδία και την Κίνα) με το σύστημα της λοταρίας. Ο Πρόεδρος Τραμπ μίλησε για «ιστορική εξέλιξη», που θα τερματίσει, όπως ισχυρίστηκε, τη «ληστεία της αμερικανικής ευημερίας» από χιλιάδες χαμηλόμισθους ξένους μετανάστες. Υποστήριξε ότι έτσι θα ωφεληθούν χιλιάδες Αμερικανοί νέοι εργαζόμενοι και μεταπτυχιακοί φοιτητές, ώστε να επιτευχθεί αύξηση μισθών και θέσεων εργασίας «πρώτα για τους Αμερικανούς». Παράλληλα, υπογράφοντας το νέο διάταγμα, κάλεσε τα υπουργεία Εργασίας, Δικαιοσύνης και Εσωτερικής Ασφάλειας, αλλά και τις αρμόδιες υπηρεσίες μετανάστευσης, να προτείνουν σειρά μεταρρυθμίσεων που θα εξασφαλίσουν πως οι βίζες τύπου Η-1Β θα δίνονται πλέον μόνο σε υψηλά καταρτισμένους ξένους εργαζόμενους που θα παίρνουν υψηλότερες, από το μέσο όρο, αμοιβές, ώστε να μην ευνοούνται εκείνοι σε βάρος Αμερικανών συναδέλφων τους με τα ίδια προσόντα...

Οι υποσχέσεις του Τραμπ στο εργοστάσιο εργαλείων της εταιρείας «Snap-on» έγιναν δεκτές με επευφημίες από πλήθος εκατοντάδων κυρίως νεαρών Αμερικανών, που πίστεψαν αφελώς πως ο δισεκατομμυριούχος Πρόεδρος, που έχει αποφασίσει να δημιουργήσει «κίνημα» και να διεκδικήσει την εξουσία για δεύτερη φορά το 2020, προνοεί τάχα για το καλό τους.

Ωστόσο, τα κηρύγματα αστικού εθνικισμού και λαϊκισμού από τη μεριά του Τραμπ δεν φαίνεται να έχουν πέραση σε όλους και ιδιαίτερα στις εταιρείες υψηλής τεχνολογίας και διαδικτύου όπως οι εταιρείες της «Σίλικον Βάλεϊ», «Apple», «Facebook», «Google», «Amazon», που αντλούν σημαντικό μέρος του εργατικού, υπαλληλικού και επιστημονικού τους προσωπικού από μετανάστες αναδυόμενων οικονομικών δυνάμεων όπως η Κίνα και η Ινδία. Οι εταιρείες αυτές, από την πρώτη στιγμή εκλογής του Τραμπ, εξέφρασαν έντονες ανησυχίες για το ενδεχόμενο σκλήρυνσης της μεταναστευτικής πολιτικής, προειδοποιώντας ότι σε τέτοια περίπτωση είναι έτοιμες να μεταφέρουν μέρος των επιχειρήσεών τους στο εξωτερικό.

Οταν «μεταναστεύουν» και οι θέσεις εργασίας...

Πριν δύο βδομάδες, εκτενές ρεπορτάζ του περιοδικού «Τάιμ» σημείωνε πως η σκλήρυνση της μεταναστευτικής πολιτικής του Προέδρου Τραμπ ευνοεί στην πραγματικότητα τον Καναδά και τις εταιρείες υψηλής τεχνολογίας που αποθαρρύνονται από τη νέα κυβέρνηση στις ΗΠΑ. «Είναι τραγική ειρωνεία το γεγονός ότι ενώ ο Τραμπ ευαγγελίζεται περισσότερες θέσεις εργασίας για Αμερικανούς, στην πραγματικότητα οι πολιτικές που προωθεί κατά της μετανάστευσης διώχνουν θέσεις εργασίας προς τη μεριά χωρών όπως ο Καναδάς», αναφέρεται χαρακτηριστικά στο ρεπορτάζ του «Τάιμ», που περιέγραφε πως ήδη έχουν μεταφερθεί στο Βανκούβερ του Καναδά πάνω από 75.000 υπάλληλοι μονοπωλίων όπως «Facebook», «Google», «Amazon», «Microsoft».

Την κατάσταση αυτή εκμεταλλεύεται επιδέξια η αστική κυβέρνηση του Καναδού πρωθυπουργού Τζάστιν Τριντό, που λανσάρει μία «φιλική» και «φιλόξενη» πολιτική υπέρ προσφύγων και μεταναστών, ώστε να τροφοδοτήσει με φθηνό και επιδέξιο εργατικό δυναμικό τα μονοπώλια που δραστηριοποιούνται στο καναδικό έδαφος οξύνοντας τον ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ. Αυτά, βεβαίως, γίνονται σε μία περίοδο κατά την οποία η νέα κυβέρνηση στις ΗΠΑ επιδιώκει την επαναδιαπραγμάτευση ή αντικατάσταση εμπορικών συμφωνιών όπως εκείνη του «Ελεύθερου Εμπορίου Βόρειας Αμερικής» (NAFTA).

Παράλληλα, αντίθετοι με τη σκλήρυνση της μεταναστευτικής πολιτικής στις ΗΠΑ είναι διευθύνοντες σύμβουλοι και άλλων εταιρειών. Χαρακτηριστική των αντιδράσεων που προκαλούν τα σχέδια της νέας κυβέρνησης για μέτρα προστατευτισμού η ομαδική επιστολή που έστειλαν πριν μερικές μέρες 1.500 οικονομολόγοι και Αμερικανοί πρώην υπουργοί και κυβερνητικοί αξιωματούχοι, με πρωτοβουλία των συντηρητικών ινστιτούτων «American Action Forum», «New American Economy Groups». Στην επιστολή τους καλούσαν την κυβέρνηση να αναθεωρήσει τα σχέδιά της για περιορισμό της μετανάστευσης στις ΗΠΑ, επισημαίνοντας ότι «η μετανάστευση είναι από τα πιο σημαντικά, ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της Αμερικής στην παγκόσμια οικονομία». Αν και παραδέχονται ότι «η μετανάστευση έχει αναμφίβολα οικονομικό κόστος ειδικά για τους Αμερικανούς εργάτες και υπαλλήλους με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης», εντούτοις τονίζουν ότι «τα κέρδη υπερτερούν κατά πολύ του κόστους».

Οι αντιδράσεις αυτές δεν αποκλείεται να αυξηθούν μέσα στο επόμενο διάστημα, κατά το οποίο η νέα κυβέρνηση θα επιδιώξει να φέρει στο Κογκρέσο νομοσχέδια για «μεταρρυθμίσεις» υπό το πνεύμα του προεκλογικού συνθήματος του Προέδρου Τραμπ «Πρώτα η Αμερική». Σε αυτή την κόντρα δεν θα πρέπει να εγκλωβιστούν οι εργαζόμενοι, είτε είναι Αμερικανοί, είτε μετανάστες, αφού όλοι τους παράγουν πλούτο που καρπώνονται τα μονοπώλια και οι καπιταλιστές που έχουν τα μέσα παραγωγής.

Τα κροκοδείλια δάκρυα του Τραμπ για τους χαμηλόμισθους ή άνεργους Αμερικανούς είναι μόνο για το θεαθήναι. Ο ίδιος, άλλωστε, ακόμη και προεκλογικά (οπότε οι υποψήφιοι συνηθίζεται να είναι πιο «γενναιόδωροι» σε υποσχέσεις) είχε αντιταχθεί στην αύξηση του κατώτατου ωρομίσθιου, που έχει, σε πραγματικούς όρους, να γίνει εδώ και αρκετές δεκαετίες. Τα 15 δολάρια για σκληρή δουλειά μίας ώρας, που διεκδικούν τα τελευταία χρόνια εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι, ιδιαίτερα αυτοί που δουλεύουν στις αλυσίδες λιανικής και μαζικής εστίασης, είναι για πλουτοκράτες όπως ο Τραμπ «πολλά» και «επιζήμια» για την «οικονομία»...

Μείωση του αριθμού των μεταναστών χωρίς χαρτιά

Οι απελάσεις παράτυπων μεταναστών στις ΗΠΑ «χωρίζουν» οικογένειες και φουντώνουν τις διαμαρτυρίες

Copyright 2017 The Associated

Οι απελάσεις παράτυπων μεταναστών στις ΗΠΑ «χωρίζουν» οικογένειες και φουντώνουν τις διαμαρτυρίες
Ο Αμερικανός Πρόεδρος, Ντ. Τραμπ, αμφισβητεί επίμονα τα επίσημα στοιχεία για την παράτυπη μετανάστευση στη χώρα του. Σύμφωνα με το ερευνητικό ινστιτούτο Pew Research Center, οι παράτυποι μετανάστες (δηλαδή χωρίς νόμιμα χαρτιά, άδεια εργασίας) σήμερα στις ΗΠΑ είναι 11 - 12 εκατομμύρια. Ο Πρόεδρος Τραμπ, αντίθετα, θεωρεί πως ο «πραγματικός» αριθμός είναι πάνω από 30.000.000, κυρίως Λατίνοι. Οπως και να έχει, όμως, από την καπιταλιστική κρίση του 2008 και έπειτα, παρατηρείται μία σταθερή μείωση στον αριθμό των νέων παράτυπων μεταναστών στις ΗΠΑ όχι μόνο γιατί η κρίση «έριξε» πολύ τα μεροκάματα (κάνοντας ασύμφορο τον κίνδυνο και την περιπέτεια της ζωής στις ΗΠΑ) αλλά και γιατί στο Μεξικό και σε χώρες της Λατινικής Αμερικής παρατηρούνται ενδιαφέρουσες δημογραφικές αλλαγές που δείχνουν μία σταθερή πορεία μείωσης των γεννήσεων (σε σύγκριση με δεδομένα προηγούμενων δεκαετιών, όπως αυτές του '60 και του '70).

Σύμφωνα με το Pew Research Center, το 2007 οι παράτυποι μετανάστες στις ΗΠΑ ήταν περίπου 12.200.000. Το 2012 μειώθηκαν κατά τουλάχιστον 1 εκατομμύριο, φτάνοντας τους 11.200.000. Από αυτούς, περίπου 8.200.000 είναι από το Μεξικό, τη Γουατεμάλα, το Ελ Σαλβαδόρ και την Ονδούρα. Περίπου 230.000 είναι από την Κίνα, η οποία, προς το παρόν, δεν συνεργάζεται με τις ΗΠΑ στο θέμα της απέλασης.

Τις τάσεις μείωσης του αριθμού νέων παράτυπων μεταναστών επιβεβαιώνει έρευνα των οικονομολόγων Γκόρντον Χάνσον, Τσεν Λίου και Γκρεγκ Μάικντος από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, που δημοσιεύτηκε στις 18 Απρίλη από το βρετανικό περιοδικό «The Economist». Οι ερευνητές προβλέπουν, επικαλούμενοι σειρά δημογραφικών, στατιστικών και άλλων δεδομένων, πως οι παράτυποι μετανάστες θα μειωθούν κι άλλο μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες εξαιτίας ενός συνδυασμού οικονομικών και δημογραφικών τάσεων. Οι ερευνητές αυτοί επισημαίνουν ακόμη πως το κύριο πρόβλημα όσον αφορά τους παράτυπους μετανάστες στις ΗΠΑ «δεν είναι πώς θα αποτραπούν νέες αφίξεις αλλά μάλλον τι θα γίνει με τους περίπου 11.000.000 που παραμένουν στη χώρα». Το ζήτημα, όπως ισχυρίζονται, είναι η «αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος», που θεωρούν πως θα είναι πιο δύσκολη από την ανέγερση ενός τείχους στα σύνορα των ΗΠΑ με το Μεξικό.


Δ.Ο




Τετρασέλιδα του «Ρ»
Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org