Κυριακή 5 Μάρτη 2017
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Με τη σημαία της εργατικής τάξης, στοχεύοντας τον πραγματικό αντίπαλο

Συμφωνώ με τις Θέσεις της ΚΕ. Δίνουν τα εφόδια όχι μόνο να κατανοούμε τις εξελίξεις σαν πληροφορίες, σαν γεγονότα, αλλά κυρίως δίνουν τη μέθοδο με βάση τις τάσεις και τη μεγάλη εικόνα της καπιταλιστικής οικονομίας για το ποια είναι η αιτία που τις κινεί και πού μπορεί να οδηγήσουν. Σε αυτή τη βάση χαράσσονται από την ΚΕ τα καθήκοντα στα οποία καλούμαστε να ανταποκριθούμε.

Από το 19ο Συνέδριο μέχρι σήμερα κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Ηρθαμε αντιμέτωποι με νέες εξελίξεις, με βασική την κυβερνητική ανάδειξη ενός πρώην οπορτουνιστικού μορφώματος, το δημοψήφισμα, αλλά και με την όξυνση των αντιθέσεων σε διεθνές επίπεδο που είχαν ως αποτέλεσμα τη συγκέντρωση αντίπαλων στρατιωτικών δυνάμεων στο έδαφος της Συρίας, το πραξικόπημα στην Τουρκία , το BREXIT, την εκλογή Τραμπ. Νομίζω ότι σε ένα βαθμό μπορούμε να πούμε ότι οι σύγχρονες επεξεργασίες μας, οι αποφάσεις του 19ου, δοκιμάστηκαν από τη ζωή, αποτέλεσαν τη βάση για να αντεπεξέλθουμε, να αποκτούμε την ικανότητα ακόμη και σε περίοδο ραγδαίων αλλαγών και ισχυρών πιέσεων να κάνουμε δουλειά που αφήνει μεγάλη παρακαταθήκη. Δεν είναι σωστό να το εξετάζουμε μόνο με την εκλογική συμπεριφορά. Παρ' όλα αυτά είναι χαρακτηριστικό ότι η πίεση που δεχτήκαμε το '12 ήταν πολλαπλάσια και από το '15, που κρινόταν το ΣΥΡΙΖΑ - ΝΔ, και από το δημοψήφισμα, που κρινόταν το ΝΑΙ - ΟΧΙ. Αυτά σε ένα βαθμό δείχνουν ότι οι επεξεργασίες μας, σε συνδυασμό με την αφομοίωσή τους, ήταν ο σημαντικός όρος για να θωρακιστούμε, και φυσικά η επιβεβαίωσή τους από τη ζωή αποτελεί σήμερα όρο για να διεισδύσουμε πλατύτερα.

Θεωρώ ότι ένα από τα βασικότερα καθήκοντα το επόμενο διάστημα έχει να κάνει με το πώς θα προχωρήσει η αφομοίωση του Προγράμματος. Αυτό φυσικά αποτελεί σύνθετη διαδικασία, δεν είναι «μια κι έξω», δεν λύνεται με μια απόφαση. Νομίζω ότι μια πλευρά που χρειάζεται σίγουρα ενίσχυση είναι η μελέτη πορείας της ισχυροποίησης των επαναστατικών αρχών, τόσο μέσα από την πλούσια ιστορία του Κόμματος όσο και του ΔΚΚ, που έτσι κι αλλιώς δεν είναι ξέχωρες. Σε ένα βαθμό σήμερα κατανοούμε μόνο το αποκρυστάλλωμα αυτής της πορείας, που είναι τα συμπεράσματα για τις κυβερνήσεις, τα στάδια, την επαναστατική αλλαγή. Υπάρχει υλικό στα κομματικά έντυπα (π.χ. ΚΟΜΕΠ για τη Χιλή, το βιβλίο του σ. Παπαρήγα για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο), αλλά αφήνεται κυρίως στην ευθύνη κάθε συντρόφου. Ισως χρειάζεται με οργανωμένο τρόπο (εσωκομματικά αλλά και με εκδηλώσεις) να αναδείξουμε την ιστορική πείρα από κυβερνήσεις, λαϊκά - αντιφασιστικά μέτωπα κ.λπ. Μια καλύτερη δουλειά έχει γίνει όσον αφορά τα συμπεράσματα από τη δράση του ΔΣΕ, και φαίνεται ότι έχει βοηθήσει σημαντικά.

Ενα επιπλέον ζήτημα που αφορά την ιδεολογική δουλειά είναι ότι αυτή πρέπει να ενταθεί και μέσα στις γραμμές του κινήματος περισσότερο από πριν. Υπάρχει έντονος προβληματισμός στην αστική τάξη για το μείγμα, τις συμμαχίες, το χρέος, και μάλιστα οι αστοί με τα επιτελεία τους έχουν δείξει ικανότητα ο τσακωμός και ο προβληματισμός τους να γίνεται κτήμα του λαού. Για παράδειγμα το ερώτημα «Να κουρευτεί το χρέος;», που μπορεί να τεθεί σε έναν σύλλογο ή σε ένα σωματείο, δεν μπορεί να απαντηθεί με μια ατάκα, χρειάζεται επίμονη και αυξημένη ιδεολογικοπολιτική δουλειά για να μην στοιχίσει κόσμο. Η δυναμική που έχουν οι εξελίξεις μπορούν να «γεννήσουν» νέα άνοδο σε επίπεδο μαζικότητας, οξυμένες μορφές πάλης, ακόμη και έναν λαϊκό ηρωισμό που όμως θα είναι κάτω από ξένη σημαία. Επομένως είναι πολύ κρίσιμο ζήτημα πώς θα χτίζεις σήμερα μια κρίσιμη μάζα που θα απορρίπτει τα αστικά διλήμματα και θα τραβάει μπροστά με τη σημαία της εργατικής τάξης.

Κάποιες πιο ειδικές πλευρές. Ενα ζήτημα που βάζουν οι Θέσεις είναι πώς θα αντιστοιχηθούμε οργανωτικά και πολιτικά με τη στρατηγική μας, πιο συγκεκριμένα πώς θα γίνουν τα Οργανα επιτελεία μάχης. Το προηγούμενο διάστημα έγιναν και οι συνδιασκέψεις, που δείχνουν θετικά βήματα, αλλά και αδυναμίες. Είναι κρίσιμο ζήτημα να ξεπεράσουμε έναν τρόπο δουλειάς που χάνεται στο καθημερινό τρέξιμο. Χρειάζεται να ανεβάσουμε πολύ τη δουλειά μας, έτσι ώστε να μπορούμε να σχεδιάζουμε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο οικοδόμησης που θα μας ανοίγει δρόμους. Το βασικό δεν είναι η δράση αυτή καθαυτή, φυσικά και αυτή θέλει επεξεργασία, είναι όμως ζήτημα να έχεις καθαρό στο Οργανο πού θες να φτάσεις και τι βήματα θες να μετρήσεις συγκεκριμένα. Αυτό στη συνέχεια να ελέγχεται από το γραφείο της ΟΒ.

Ενα παράδειγμα είναι το πώς δουλεύουμε τις κομματικές εκδηλώσεις, πώς δεν αρκούμαστε στον στόχο να έχουν καλή συμμετοχή και καμιά φορά ακόμα και το δυναμικό μας έρχεται σαν καλεσμένο. Οταν έχει μια συναυλία, αν πεις σε 5 φίλους σου «έλα να πάμε» δεν σε κάνει διοργανωτή. Οι κομματικές εκδηλώσεις, δεν λέω οι κεντρικές, αλλά αυτές που είναι πιο εξειδικευμένες στον χώρο, πρέπει να προετοιμάζονται από την ΟΒ, να καταμερίζεται δουλειά μελέτης, να παίρνονται πρωτοβουλίες, να μπλέκεις σε αυτό και έναν περίγυρο. Να μετράς μετά πώς δώσανε όλοι οι σύντροφοι το μέγιστο, πώς διαπαιδαγωγούνται στελέχη σε αυξημένη δουλειά, πώς αφομοιώνεις πλευρές, πώς ανεβαίνει το αίσθημα υπεροχής. Σύντροφοι, υπάρχει πολύ θετική πείρα από την κομματική εκδήλωση στο Τρίκερι (ΚΟΜΕΠ 2016/5), που είναι αξιοποιήσιμη και οργανωτικά και πολιτικά. Στο συγκεκριμένο άρθρο δίνεται και η διαλεκτική σχέση που συνδέει λογικό και συναίσθημα, έτσι ώστε το δεύτερο να μην υποτιμάται σαν πλευρά κατά τη διοργάνωση παρόμοιων εκδηλώσεων.

Σύντροφοι, βαδίζουμε στα 100 χρόνια από τη μεγάλη Οχτωβριανή Επανάσταση. Νομίζω μπροστά στον γιορτασμό έχει αξία να μπουν τα ερωτήματα: Γιατί κέρδισαν οι μπολσεβίκοι σε μια περίοδο που τα υπόλοιπα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα καταπάτησαν τις αποφάσεις της Βασιλείας και πέρασαν προδοτικά με την πλευρά της ντόπιας αστικής τάξης; Γιατί αυτή η πείρα δεν γενικεύτηκε και δεν υιοθετήθηκε από το ΔΚΚ; Γιατί σε συνθήκες ευνοϊκότερου συσχετισμού δύναμης, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν έγιναν ή δεν κατάφεραν να νικήσουν σοσιαλιστικές επαναστάσεις;

Η απάντηση βρίσκεται στο πρόγραμμα του Κόμματος και στις σύγχρονες επεξεργασίες μας, και χαράζει τα σημερινά καθήκοντα. Βρίσκεται και στο ποίημα του Κ. Βάρναλη.

Τις φορές που δεμένος πετάχτηκε απάνου, με τα δόντια να κόψει του ξένου τυράννου το λυτάρι, δεμένος βρισκόταν πάλι. Τόνε δένανε τρίδιπλα οι ντόπιοι μεγάλοι.

Τώρα η νύχτα τελειώνει... Παθοί και μαθοί, ξέρουν όταν η μαχ' η μεγάλη δοθεί, για να μη ξαναχάσουνε τη λεφτεριά τους, θ' αφανίσουνε πρώτα τα ντόπια θερία τους.


Βασίλης Πύρρος
Μέλος του Συμβουλίου Σπουδάζουσας Αττικής

Σχετικά με τη δουλειά μας στις γυναίκες

Σχετικά με το ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα, πέρα από τις διαπιστώσεις στη Θέση 59, που συμφωνώ απόλυτα, νομίζω ότι πιθανόν χρειάζεται επαναδιατύπωση το σημείο στη σελ. 71 που λέει: «Με ευθύνη των κομμουνιστριών μπορεί να εξασφαλιστεί κοινή δράση και επικοινωνία της ΟΓΕ με το ταξικά προσανατολισμένο συνδικαλιστικό κίνημα, με τους μαζικούς φορείς των βιοπαλαιστών της υπαίθρου». Νομίζω ότι η ευθύνη πρέπει να είναι αμφίδρομη, δηλαδή όχι μόνο «με ευθύνη των κομμουνιστριών αλλά και των κομμουνιστών να εξασφαλίζεται η κοινή δράση».

Η εμπειρία δείχνει ότι όπου δεν πετυχαίνεται αυτό ή πετυχαίνεται - σχεδόν πάντα - λειψά. Και αν επιτευχθεί, θα είναι σε επίπεδο κορυφής (διοικητικών συμβουλίων ή υπεύθυνων για τον τομέα αυτό στελεχών του μαζικού κινήματος). Δεν θα αφορά αυτό που ονομάζουμε βάση, ούτε καν μέλη των ΔΣ. Το κυριότερο θα είναι ευκαιριακό π.χ. απεργία, κινητοποίηση, 8 Μάρτη. Φυσικά οι ευθύνες είναι επιμερισμένες και στις δύο πλευρές, δηλαδή και τα στελέχη του γυναικείου κινήματος και του συνδικαλιστικού ή λαϊκού κινήματος γενικότερα.

Μεγαλύτερες δυσκολίες υπάρχουν όταν μιλάμε για την ύπαιθρο. Οι σύλλογοι και ομάδες της ΟΓΕ έχουν πολύ μικρή ή σχεδόν ανύπαρκτη σύνδεση, όπως εμείς την εννοούμε και περιγράφεται πολύ σωστά και ολόπλευρα στη Θέση 59, με το αγροτικό κίνημα.

Είναι γνωστό ότι υπάρχουν δυσκολίες στη συγκρότηση και λειτουργία των αγροτικών συλλόγων. Ομως εμείς αναφερόμαστε σε υπαρκτούς αγροτικούς συλλόγους, που υπάρχουν σε πολλά χωριά με δράση και συμμετοχή στο κίνημα. Μιλάμε για το αγροτικό κίνημα στην ολότητά του.

Ακόμα κι αν υπάρχουν αιτήματα στο πλαίσιο πάλης του, που αφορούν γυναίκες (π.χ. όρια συνταξιοδότησης κ.λπ.), είναι προϊόν επεξεργασίας της ηγεσίας του κινήματος και δεν «ζυμώνονται» στη βάση.

Οι δίαυλοι επικοινωνίας με τους αγροτικούς συλλόγους, επιτροπές αγώνα κ.λπ. των συλλόγων ή ομάδων της ΟΓΕ είναι εξαιρετικά δύσκολοι. Αποτέλεσμα, ενώ η ΟΓΕ έχει ικανό αριθμό ομάδων και συλλόγων στην ύπαιθρο και υπάρχει αυξητική τάση δημιουργίας και άλλων, ενώ οι γυναίκες που τις συγκροτούν στην πλειοψηφία τους είναι ικανές, μαζικές, πρόθυμες για δουλειά στο κίνημα, με δεσμούς και επιρροή στα χωριά τους, δεν οργανώνονται στους αγροτικούς συλλόγους (όπου υπάρχουν και δρουν). Η συμμετοχή γυναικών της υπαίθρου στο αγροτικό κίνημα είναι σχεδόν ανύπαρκτη, υπάρχουν φυσικά φωτεινές εξαιρέσεις που δημιουργούν ελπίδες για μεγαλύτερη συμμετοχή.

Το πρόβλημα είναι σύνθετο και έχει αρκετές πλευρές που πρέπει να φωτιστούν για να το ξεπεράσουμε.

Μπλέκονται λόγοι προκαταλήψεων σε άντρες και γυναίκες (ακόμα και κ.μ.), λειτουργίας των φορέων του αγροτικού κινήματος όπως ώρες συνεδριάσεων (συνήθως αργά το βράδυ, τόποι συνεδριάσεων (καφενεία) κ.λπ., με αποτέλεσμα να έχουν καταγραφεί στη συνείδηση των γυναικών και ευρύτερα σαν «ανδρικός» χώρος δράσης.

Σημαντικός λόγος είναι και η συμμετοχή των γυναικών στην αγροτική παραγωγή. Σήμερα είναι γνωστό ότι στην πλειοψηφία τους δεν συμμετέχουν οι γυναίκες στην παραγωγή όπως τα παλιά χρόνια. Είναι κύρια συμβοηθούντα μέλη. Απασχολούνται ευκαιριακά κάποιες εποχές του χρόνου (στη συγκομιδή, στο σκάλισμα κ.λπ.). Τα προβλήματα τα βιώνουν σαν αποτελέσματα στην οικογένεια. Αλλά την καθημερινότητα της παραγωγής και τις ανυπέρβλητες δυσκολίες τις βιώνει ο «άντρας». Το κύριο είναι ότι δεν αποκτούν τη συνείδηση της εργαζόμενης στην παραγωγή, αλλά της «νοικοκυράς» που έχει πολύ «βαριά» καθήκοντα (σπίτι, παιδιά, ηλικιωμένους, κήπους, ζώα κ.λπ., ότι έχει ένα αγροτικό νοικοκυριό). Φυσικά είναι πολλές αυτές που απασχολούνται στην παραγωγή, εφόσον το απαιτεί το είδος που καλλιεργείται, και εδώ το πρόβλημα γίνεται ακόμα πιο σύνθετο.

Τέλος, θα πρέπει να τονιστεί ότι δεν υπάρχει κατεύθυνση στο αγροτικό κίνημα για εγγραφή και συμμετοχή γυναικών, αλλά ούτε και στους συλλόγους - ομάδες της ΟΓΕ συγκεκριμένος σχεδιασμός σ' αυτή την κατεύθυνση.

Φυσικά, αν σταθούμε σε αυτά θα είναι ελλιπής η διερεύνηση των λόγων της μη συμμετοχής των γυναικών.

Υπάρχουν και οι γενικότεροι λόγοι που ωθούν και τις υπόλοιπες γυναίκες να μη συμμετέχουν στο κίνημα.

Το συμπέρασμα είναι ότι το ζήτημα αυτό θέλει μελέτη, συγκεκριμένο σχεδιασμό. Δεν λύνεται με «καθηκοντολογικούς» όρους και χρεώσεις.

Το δεύτερο θέμα που ήθελα να θίξω είναι σχετικά με τις θεωρίες που διακινούνται τόσο τις παλιότερες (πατριαρχικές κοινωνίες κ.λπ.) όσο και τις νεότερες (κοινωνικό φύλο κ.λπ.).

Οι θεωρίες αυτές στην ολότητά τους (παλιές και νέες), φυσικά όχι σε όλη τους την ανάπτυξη, επηρεάζουν και δυνάμεις που είναι στον κύκλο επιρροής μας και είναι κύρια νέες γυναίκες, πτυχιούχες, ανώτερης ή ανώτατης μόρφωσης, αλλά και σε πιο απλοϊκή μορφή («φταίνε οι άντρες για ό,τι τραβάμε, γιατί βολεύονται») γυναίκες λαϊκών στρωμάτων. Οι νέες θεωρίες δεν έχουν ακόμα εξαπλωθεί πλατιά. Ομως ανησυχητικό είναι ότι σχετικά με το ζήτημα του συμφώνου συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια και τη θέση μας, δεν γινόταν κατανοητή, εξαιρουμένης της θέσης σχετικά με την υιοθεσία που ήταν απόλυτα αρνητικές όλες οι γυναίκες.

Η πραγματικότητα είναι ότι ούτε σαν Κόμμα έχουμε ανοίξει τέτοια ζητήματα επαρκώς. Μπροστά στα μεγάλα θέματα ανεργίας, εργασιακές σχέσεις, Ασφαλιστικό, μητρότητα κ.λπ. που παλεύουμε, γιατί είναι και αυτά που απασχολούν τα λαϊκά στρώματα που εμείς απευθυνόμαστε, δεν ανοίγουμε τέτοιου είδους ζητήματα. Και όταν τα συναντούμε ή μας τα θέτουν κάποιες γυναίκες, τα προσπερνάμε.

Νομίζω ότι θα πρέπει να τα εντάξουμε και αυτά στην καθημερινή μας δράση και μελετώντας τα, να τα συνδέσουμε με τα μεγάλα θέματα που μας απασχολούν.


Ρούλα Χαλάτση
Μέλος ΤΕ Πόλης Καρδίτσας

Εμπειρία από την παρέμβασή μας σε χώρους δουλειάς και το πρόβλημα της πολιτικοποίησης της πάλης

Από το 19ο Συνέδριο του Κόμματός μας μέχρι σήμερα, σε μία σειρά από χώρους έχουν αναπτυχθεί σημαντικοί αγώνες. Η παρέμβασή μας σε αυτούς, αναγκαστικά μας φέρνει μπροστά σε νέα προβλήματα. Για ακόμα μια φορά ερχόμαστε αντιμέτωποι με το ζήτημα της ικανότητάς μας στην παρέμβασή μας στο κίνημα, στον κάθε χώρο με τις ιδιαιτερότητές του.

Βασικό ζήτημα είναι οι παράγοντες που παίζουν ρόλο στην παρέμβασή μας σε ένα χώρο που κυρίως είναι αντικειμενικοί, παρ' όλα αυτά η δράση μας είναι αυτή που μπορεί να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις.

1) Είναι ο κλάδος γενικά. Αν είναι σε φάση ανάπτυξης ή συρρίκνωσης, πώς προχωράει η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση, η μονοπώλησή του και ο ανταγωνισμός. Είναι ζητήματα που καθορίζουν τις εξελίξεις. Ακόμα είναι οι εργασιακές σχέσεις που κυριαρχούν όπως είναι η ύπαρξη εργαζομένων πολλών ταχυτήτων, η πλήρης κυριαρχία των ελαστικών μορφών εργασίας ή η ύπαρξη υπολειμμάτων εργατικής αριστοκρατίας.

2) Είναι ο εργοδοτικός συνδικαλισμός και η άμεση παρέμβαση της εργοδοσίας. Υπάρχουν εργασιακοί χώροι που για χρόνια καλλιεργείται ένα φιλεργατικό προφίλ απέναντι στους εργαζόμενους. Από την άλλη, σε χώρους δουλειάς υπάρχουν ισχυρά επιχειρησιακά σωματεία που οδηγούν στη λογική των «κοινών συμφερόντων» είτε της συγκεκριμένης εργοδοσίας και των εργαζομένων, είτε της εργοδοσίας γενικότερα. Από αυτό, συμπεραίνουμε ότι η ύπαρξη σε ένα χώρο, ισχυρού σωματείου που μπορεί να ηγείται ακόμα και κινητοποιήσεων με οξυμένη μορφή δεν σημαίνει αυτόματα ότι το εργατικό κίνημα είναι σε ανάταση. Βασικός παράγοντας που βάζουμε εμείς στην έννοια της ανασύνταξης του κινήματος είναι το περιεχόμενο. Π.χ. από τη μια, στα καταστήματα «Μαρινόπουλος» η λογική «να στηρίξουμε το μαγαζί στα δύσκολα» και, από την άλλη, στη βιομηχανία Λιπασμάτων στην Καβάλα «να φύγει το κακό αφεντικό, να έρθει ο υγιής επιχειρηματίας». Δηλαδή, αυτό που αντιμετωπίζουμε ως εμπόδιο είναι η λογική των «κοινών συμφερόντων». Φυσικά, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι έχει και αντικειμενική βάση και μπορούμε με τη δράση μας μόνο να μειώνουμε την επίδρασή του στο εργατικό κίνημα.

3) Είναι οι δυνάμεις μας μέσα στον κάθε χώρο. Σε αυτό, βεβαίως, δεν είναι μόνο οι οργανωμένες μας δυνάμεις, αλλά και ταξικά σωματεία, σωματειακές επιτροπές, ένας περίγυρος που την κρίσιμη στιγμή θα μπορέσει να παίξει τον ρόλο του ταξικού «πόλου». Φυσικά, το πιο κρίσιμο από τα παραπάνω (και πολύ δύσκολα μετρήσιμο) είναι τι σχέσεις έχουμε με τη μάζα των εργαζομένων. Δηλαδή, αν έχουμε εξασφαλίσει το υψηλό κύρος των κομμουνιστών και των ταξικών δυνάμεων, σε ποιο επίπεδο συμφωνίας βρίσκεται ένας περίγυρος με το Πρόγραμμα του Κόμματος, το επίπεδο κατανόησης των νομοτελειών του καπιταλισμού κ.ά.

Η πείρα έχει αποδείξει πως στο βαθμό που εμείς δουλεύουμε αυτούς τους υποκειμενικούς παράγοντες, έχουμε ουσιαστική γνώση των αντικειμενικών και δρούμε έτσι ώστε σε ένα βαθμό να άρουμε την επίδρασή τους, μετράμε βήματα στην υπόθεση της ανασύνταξης του εργατικού κινήματος.

Από τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι στην υπόθεση της ανασύνταξης του εργατικού κινήματος το ουσιαστικό μέτρο είναι ο βαθμός πολιτικοποίησης της πάλης. Φυσικά, όταν μιλάμε για πολιτικοποίηση της πάλης δεν είναι κάτι ενιαίο, υπάρχουν διαφορετικά στάδια, όπως επίσης διαφέρουν σε χώρο και κλάδο. Οφείλουμε, δηλαδή, να έχουμε την ικανότητα έτσι ώστε να ξέρουμε πώς θα κινηθούμε και μέχρι πού. Είναι χαρακτηριστικές οι περιπτώσεις που μπροστά στο αντικειμενικό πρόβλημα της ανωριμότητας μεγάλης μερίδας εργαζομένων, να «φοβόμαστε» την πολιτικοποίηση της πάλης.

Επομένως, με το πρώτο πράγμα που ερχόμαστε αντιμέτωποι είναι η ικανότητα και η πείρα των ΚΟΒ, των κομματικών ομάδων, το πώς θα αντεπεξέλθουν σε αυτό το σύνθετο καθήκον.

Βασική προϋπόθεση σε αυτό είναι η σταθερότητα. Σταθερότητα σημαίνει όλοι οι εργαζόμενοι ενός χώρου να αναγνωρίζουν τα πρώτα συνδικαλιστικά μας στελέχη, ως αυτούς που σταθερά αποκαλύπτουν τις αιτίες, γνωρίζουν τις εξελίξεις. Πολλές φορές εκφράζεται ο θαυμασμός για αυτή μας τη στάση και μας δίνεται η ευκαιρία να αναδείξουμε το ρόλο των κομμουνιστών στο κίνημα και ποιοι είναι οι σκοποί μας. Αρα το κύρος των ταξικών δυνάμεων και των κομμουνιστών μέσα σε ένα χώρο δουλειάς δεν χτίζεται από τη μια μέρα στην άλλη και μπροστά από κινητοποιήσεις.

Αυτό μας δίνει ένα καλύτερο ακροατήριο, έναν περίγυρο που μας προσεγγίζει και επηρεάζει και πλατύτερα τους εργαζόμενους. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι όταν έρθει η ώρα αυτός ο κόσμος θα κινητοποιηθεί, ότι θα παίξει έναν πρωτοπόρο ρόλο. Εκεί μπαίνει πάλι το ζήτημα της ικανότητας και της εμπειρίας μας. Ενας κύκλος κινητοποιήσεων σε ένα χώρο δεν ξεκινά αρχικά για τα μέτρα της κυβέρνησης αλλά για την έκφρασή τους μέσα στο χώρο δουλειάς, με τη μορφή συγκεκριμένων προβλημάτων, φαινομενικά ασύνδετων με τη γενικότερη κατάσταση. Αυτή συνήθως είναι η βάση των όποιων αγώνων ξεσπούν σε ένα χώρο δουλειάς. Δεν μας φοβίζει αυτό και το πρώτο είναι το μέτωπο με την εργοδοσία, όμως το ζήτημα είναι η ικανότητα να αναδεικνύουμε ότι ο κάθε εργοδότης δεν δρα από μόνος του αλλά με βάση το κέρδος και τις νομοτέλειες του καπιταλισμού. Για παράδειγμα, στα καταστήματα «Μαρινόπουλος», σε μια πορεία των κινητοποιήσεων έμπαιναν τα εξής ζητήματα: Ο Μαρινόπουλος είναι κακός διαχειριστής άρα πρέπει να πάμε σε έναν καλό. Επρεπε να εξηγήσουμε γιατί ο όμιλος σε άλλους κλάδους ευημερεί. Τι επιδιώκει ο νέος εργοδότης. Επρεπε να εξηγήσουμε πώς λειτουργεί ο καπιταλισμός (κέρδος, υπεραξία, αναρχία στην παραγωγή, συγκέντρωση - συγκεντροποίηση κ.τ.λ.). Με βάση τα παραπάνω ποιος είναι και ο ρόλος του εργοδοτικού συνδικαλισμού και τι επιδιώκει.

Ολα αυτά είναι ζητήματα που άνοιγαν πλατιά στις κουβέντες και στις συσκέψεις του κλαδικού σωματείου. Χρειάστηκε να πάμε και με αρθρογραφία της ΚΟΜΕΠ για το εμπόριο. Αυτή ήταν μια δουλειά που, άσχετα με την αδυναμία ή την ικανότητα να απαντάμε εύστοχα και απλά, έπαιξε ρόλο στις πολλές ταλαντεύσεις που σε κάθε καμπή εμφανίζονταν, να κάνουμε ένα πρώτο βήμα και να στηθεί ένα νέο σωματείο, στο να έρθει πολύ πιο κοντά στο Κόμμα και την πολιτική του κάποιος κόσμος, να παλεύουμε με καλύτερους όρους το ζήτημα της οικοδόμησης.

Κλείνοντας να πω πως δεν υπάρχει κάποια συνταγή στην οργάνωση της δουλειάς μας και ότι δεν μπορούμε να περιμένουμε τα ίδια αποτελέσματα σε όλους τους χώρους, χωρίς πισωγυρίσματα που συνήθως έχουν και αντικειμενικά χαρακτηριστικά. Σαν πολύτιμο συμπέρασμα είναι ότι αν η δουλειά μας δεν έχει τα αποτελέσματα που περιμέναμε δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι δεν πιάνει τόπο, κυρίως αν δουλεύουμε με βάση τους παραπάνω παράγοντες, να διαμορφώνουμε ακούραστα τις παραπάνω προϋποθέσεις.


Βαγγέλης Φρυδάς
Μέλος ΕΠ ΑΜΘ

Τα καθήκοντα που επιβάλλει στους κομμουνιστές η άσκηση της εργατικής - λαϊκής αντιπολίτευσης στο πλαίσιο των Δήμων

Το βασικό περιεχόμενο του Συνεδρίου είναι η ολόπλευρη ισχυροποίηση του Κόμματος. Αυτό το κύριο καθήκον αφορά και τους εκλεγμένους κομμουνιστές στους δήμους, σε κομμάτι δηλαδή του αστικού κράτους.

Μ' αυτό το κριτήριο πρέπει να εξετάζεται η δράση μας, αυτή πρέπει να είναι η έγνοια μας. Η πείρα που συγκεντρώνεται από την ευθύνη που έχουμε στο Δήμο Πατρέων επιβεβαιώνει την ορθότητα των θέσεών μας.

Κατ' αρχάς, να δούμε τον κύριο παράγοντα που συνέβαλε ώστε να έχουμε αυτήν την εξέλιξη σε έναν από τους μεγαλύτερους Δήμους της χώρας.

Ο κύριος παράγοντας αφορούσε τις δυσκολίες της αστικής τάξης να ομονοήσει. Αυτό εκφράστηκε με τον κατακερματισμό της σε 10 συνδυασμούς, οι οποίοι πήραν μέρος στις δημοτικές εκλογές, εκ των οποίων εξέλεξαν δημοτικούς συμβούλους οι εννέα. Βεβαίως, αυτός ο κύριος παράγοντας, από μόνος του, δεν θα μπορούσε να δώσει αυτό το αποτέλεσμα, χωρίς τη σταθερή δουλειά του ΚΚΕ, η οποία ενίσχυε την πίστη στη λαϊκή οικογένεια, ότι μπορεί να μας εμπιστευτεί γιατί γνωρίζει τη δράση μας. Το αποτέλεσμα των δημοτικών εκλογών δεν σημαίνει ότι έχουν αλλάξει οι αρνητικοί συσχετισμοί δύναμης, όπως αποτυπώνονται συνολικά, ή ότι το ΚΚΕ στην Πάτρα τα έκανε καλύτερα από ό,τι σε άλλους δήμους.

Σωστά αναφέρουμε ότι οι Δήμοι, οι Περιφέρειες είναι τμήμα του αστικού κράτους. Η εκλογή των κομμουνιστών σε αυτούς φαίνεται σαν αντίφαση και χρειάζεται προσοχή. Το γεγονός ότι γίνεται προσπάθεια για να παίρνει ανάσες η λαϊκή οικογένεια, εμπεριέχει τον κίνδυνο να ερμηνεύεται σαν δυνατότητα ότι το σύστημα με «αριστερή» πολιτική μπορεί να δώσει λύσεις.

Για να μη δημιουργούνται αυταπάτες στα λαϊκά στρώματα για «λύσεις εντός των τειχών», απαιτείται ταυτόχρονα να κρατιούνται στην πρώτη γραμμή της συνολικής μας δράσης οι σύγχρονες ανάγκες της εργατικής τάξης, να διαμορφώνονται αντίστοιχα αιτήματα, να αποδεικνύουμε, αξιοποιώντας την ίδια τη διοίκηση του Δήμου, το αντιδραστικό - αντιλαϊκό χαρακτήρα του αστικού κράτους. Ενα παράδειγμα για τα όρια που έχει η «διαχείριση» στους Δήμους, είναι η ακύρωση απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου που αφορούσε αυξημένη δημοτική φορολογία σε μεγάλες επιχειρήσεις. Ακυρώθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας, που αξιοποίησε βασιλικό διάταγμα του 1958!!

Καμία παρέμβαση, καμία ελάφρυνση δημοτικών τελών, κανένα έργο στις γειτονιές δεν μπορεί να αντιστρέψει τη συνολική κατάσταση που βιώνει σήμερα ο λαός μας. Τη φτώχεια, την ανεργία, την εξαθλίωση που γεννά το καπιταλιστικό σύστημα.

Παραμένει η ευθύνη για τους κομμουνιστές να δουλεύουν ακάματα, να εκμεταλλεύονται προς όφελος του λαού κάθε χαραμάδα που αφήνει το σημερινό αντιλαϊκό πλαίσιο, ώστε να δίνουν ανάσες στη λαϊκή οικογένεια. Ταυτόχρονα, να είναι καθαρό ότι και αυτό έχει όρια. Οι σχεδιασμοί της άρχουσας τάξης για την τοπική και περιφερειακή διοίκηση δεν έχουν ολοκληρωθεί. Μπροστά είναι νέες αντιλαϊκές ρυθμίσεις που ετοιμάζονται με τον «Καλλικράτη νο 2».

Αποτέλεσμα της άσκησης της γραμμής της εργατικής - λαϊκής αντιπολίτευσης είναι τα σοβαρά έργα όπως η δημιουργία του Νότιου Πάρκου, των παιδικών κατασκηνώσεων στην Πλαζ που είναι ανάσα πράσινου και αναψυχής για τις λαϊκές οικογένειες. Οι περιοχές αυτές ήταν στο σχεδιασμό από επιχειρηματικούς ομίλους, το κεφάλαιο για «αξιοποίηση», όπως είναι συνολικά η δημόσια περιουσία και η περιουσία των Δήμων με το 3ο μνημόνιο. Χώροι οι οποίοι είχαν ανοίξει την όρεξη του κεφαλαίου έχουν σήμερα αποδοθεί στον πατραϊκό λαό για την κάλυψη των αναγκών του στον πολιτισμό, στον αθλητισμό, στην αναψυχή. Δεν ήταν αποτέλεσμα μιας απλής απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου, προϋπέθετε την κινητοποίηση του λαού της Πάτρας, το γκρέμισμα από τους εκλεγμένους κομμουνιστές περιφραγμάτων μαζί με τους εργαζόμενους στο Δήμο και τα σωματεία τους κ.λπ., πρωτοβουλίες εκτός του πνεύματος της αστικής νομιμότητας και αστικής διαχείρισης. Αποδεικνύεται, για άλλη μια φορά, ως καθοριστικός ο λαϊκός παράγοντας.

Κρίσιμο ζήτημα είναι η σχέση μιας κομμουνιστικής Δημοτικής Αρχής με το κίνημα. Η μεγάλη πορεία αγώνα Πάτρα - Αθήνα για την ανεργία, που διοργανώθηκε με ευθύνη του Δήμου, αποτελεί παράδειγμα που μπορεί να γενικευτεί σαν τρόπος δουλειάς. Αυτό αφορά, κυρίως, τη δυνατότητα που έδωσε αυτή η κινητοποίηση στο ίδιο το κίνημα να δουλέψει με τους ανέργους και τις οικογένειές τους. Η ίδια η πρωτοβουλία και το περιεχόμενό της, που αποτυπωνόταν στο κεντρικό σύνθημα «Δουλειά για όλους - Δουλειά με Δικαιώματα», έφερε στο προσκήνιο τα ζητήματα της ανάπτυξης προς όφελος της εργατικής τάξης. Οχι τυχαία, είναι από τις ελάχιστες δραστηριότητες του Δήμου απέναντι στην οποία ενιαιοποιήθηκε ο αντίπαλος και το βασικό δίπολο ΝΔ - ΣΥΡΙΖΑ . Η αστική τάξη αξιοποίησε όλα τα μέσα για να υπερασπιστεί τη στρατηγική της, την επιχειρηματική δράση, την καπιταλιστική ανάπτυξη, που σύμφωνα με αυτήν, είναι η μοναδική λύση για το πρόβλημα της ανεργίας. Σε αυτήν τη δουλειά πρωτοστάτησαν τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, που εγκαλούσαν τη Δημοτική Αρχή, λέγοντας πως «δεν είναι δουλειά του Δήμου να οργανώνει κινητοποιήσεις, αλλά να διεκδικεί ευρωπαϊκά προγράμματα που μπορούν να εξασφαλίσουν θέσεις». Αυτήν τη συμμαχία και θέση την κράτησαν ΝΔ - ΣΥΡΙΖΑ και στις κινητοποιήσεις για την παραχώρηση του παραλιακού μετώπου, όπως και στην κινητοποίηση που διοργάνωσε ο Δήμος μαζί με τους μαζικούς φορείς της πόλης για τα οξυμένα προβλήματα της υποχρηματοδότησής, που αφορούν υποδομές για την κάλυψη των λαϊκών αναγκών.

Συμπερασματικά, το βασικό καθήκον των κομμουνιστών όταν εκλεγούν σε θέσεις στην Τοπική Διοίκηση, είναι να τις αξιοποιούν με γνώμονα το λαϊκό συμφέρον για να δώσουν ανάσες στη λαϊκή οικογένεια. Η δράση τους πρέπει να αναδεικνύει στο λαό τα αδιέξοδα της αστικής πολιτικής, να αποκαλύπτει τα όρια της αστικής διαχείρισης, να έχει συμβολή στην ενίσχυση του εργατικού - λαϊκού κινήματος, στην ανάδειξη της πρότασης διεξόδου του ΚΚΕ. Με λίγα λόγια, να συγκρούονται οι εκλεγμένοι κομμουνιστές με τους αστικούς μηχανισμούς, με το ίδιο το πλαίσιο λειτουργίας της Τοπικής Διοίκησης. Ενας τέτοιος τρόπος δουλειάς υπηρετεί το κύριο καθήκον της ολόπλευρης ισχυροποίησης του Κόμματος.


Κατερίνα Γεροπαναγιώτη
Μέλος της ΕΠ Δυτικής Ελλάδας

Το ζήτημα της αφομοίωσης του Προγράμματος στο σχεδιασμό και τη δράση της ΚΟΒ

Ολα τα προηγούμενα χρόνια μάς απασχόλησε το ζήτημα της αφομοίωσης μιας σειράς πλευρών του Προγράμματος του Κόμματος. Κατ' αρχάς, χρειάζεται συζήτηση γύρω από την ίδια την έννοια της αφομοίωσης. Τα μαθήματα, οι διαλέξεις κ.ά., είναι απαραίτητα, χωρίς να λείπουν και από αυτήν τη δουλειά ελλείψεις, αδυναμίες ή και προχειρότητα πολλές φορές στην υλοποίηση.

Ομως, η αφομοίωση του Προγράμματος δεν μπορεί παρά να εκφράζεται και στην πράξη, στην καθημερινή δουλειά των Οργανώσεων και των καθοδηγητικών οργάνων.

Από το Πρόγραμμα, σαν κύριο καθήκον σήμερα μπαίνει η προετοιμασία του υποκειμενικού παράγοντα, έτσι ώστε να καταφέρει σε επαναστατικές συνθήκες, να δώσει νικηφόρα τη μάχη της επαναστατικής διαδικασίας.

Η ερώτηση, επομένως, στην οποία χρειάζεται να απαντήσουμε είναι κατά πόσον προσανατολίζουμε τη δουλειά μας σε αυτήν την κατεύθυνση. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για αφομοίωση του Προγράμματος του Κόμματος, αν οι ΚΟΒ δεν έχουν προσανατολισμό και συγκεκριμένο σχέδιο που να πατάει στο χώρο ευθύνης τους, με στόχους την οικοδόμηση στέρεων πολιτικών δεσμών με έναν ολοένα και πιο διευρυμένο περίγυρο, όσο το δυνατό με τα κοινωνικοταξικά χαρακτηριστικά που περιγράφουμε και ταυτόχρονα πρωτοπόρα και πολύμορφη δράση που να κατευθύνεται στην ένταξη και συμμετοχή νέων δυνάμεων στους μαζικούς φορείς του κινήματος.

Τα χαρακτηριστικά αυτά στη δουλειά και στις συνεδριάσεις των ΚΟΒ εκφράζονται, σε αρκετές περιπτώσεις, ή αποστεωμένα από το περιεχόμενό τους ή σαν αποσπασματικοί στόχοι μπροστά σε επιμέρους σταθμούς της δράσης. Αποτέλεσμα τέτοιων αδυναμιών είναι αρκετές κομματικές δυνάμεις - κατά κύριο λόγο εδαφικών Οργανώσεων - να αντιλαμβάνονται ότι το κύριο περιεχόμενο της δράσης μας είναι να συζητάμε με έναν κόσμο που μας προσεγγίζει για τις γενικές θέσεις του Κόμματος και να προσπαθούμε να τους πείσουμε ότι είναι σωστές.

Η δουλειά αυτή είναι προφανώς αναγκαία, αλλά θα μένει στενή και περιορισμένη, δύσκολα τροφοδοτούμενη με καινούργιο κόσμο, όσο τα παραπάνω χαρακτηριστικά παραμένουν σε δεύτερη μοίρα. Προκύπτει επομένως το ερώτημα: Τι μέτρα θα πάρουμε για να βελτιώσουμε τέτοιες πλευρές της δράσης μας.

Κατά τη γνώμη μου, η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα δεν είναι εύκολη.

Σχηματικά και με τον κίνδυνο να κρυφτεί η αλληλοσυσχέτιση των διάφορων παραγόντων, χρειάζεται να πάρουμε υπόψη μας, ανάμεσα σε άλλα και τα εξής:

-- Τις αντικειμενικές δυσκολίες που έχουν οξυνθεί την περίοδο της οικονομικής κρίσης (όπως περιγράφονται στις Θέσεις και σε διάφορα ντοκουμέντα του Κόμματος). Δεν μπορεί παρά ο σχεδιασμός μας να παίρνει υπόψη του αυτές τις δυσκολίες, όχι για να υποτάσσεται σε αυτές, αλλά για να τις αντιμετωπίζει όσο αυτό είναι δυνατό. Π.χ.: Η αύξηση και διατήρηση σε υψηλά ποσοστά της ανεργίας έχει εντείνει σε μεγάλο βαθμό το φόβο μπροστά στην απεργία, τη συνδικαλιστική δράση, την ίδια την εγγραφή στο σωματείο. Αυτό δεν μπορούμε να το προσπερνάμε είτε λέγοντας ένα σύνθημα, είτε από την άλλη λέγοντας «δεν πειράζει, τα πράγματα είναι δύσκολα, αφού συμφωνείς ότι το ΚΚΕ τα λέει καλά, αυτό φτάνει».

Χρειάζεται ιδιαίτερη επεξεργασία, με βάση τις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί, για να μπορούμε να κάνουμε βήματα στην κατεύθυνση που θέλουμε. Δεν είναι σωστό, να χρησιμοποιούμε τα αντικειμενικά εμπόδια σαν άλλοθι για περιορισμένα αποτελέσματα της δράσης μας, αλλά ούτε από την άλλη να θεωρούμε ότι περνάνε τα πάντα από το χέρι μας.

-- Η συνολική δραστηριότητα του Κόμματος και η επίδρασή της στη συνείδηση των εργαζόμενων και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Η δραστηριότητα κάθε ΚΟΒ είναι αναπόσπαστο κομμάτι της συνολικής παρέμβασης του Κόμματος. Συμβάλλει και ταυτόχρονα επηρεάζεται από το σύνολο της δράσης του Κόμματος. Η εύστοχη προπαγάνδα, οι στοχευμένες κεντρικές πρωτοβουλίες, τα συνθήματα κ.ά., βοηθούν την κάθε ΚΟΒ να ανοίξει πιο εύκολα την παρέμβασή της, να αναπτύξει επιμέρους πρωτοβουλίες πάνω σε πιο ευνοϊκό έδαφος, να πολλαπλασιάσει τα αποτελέσματα της δράσης της. Επίσης, ο έγκαιρος προσανατολισμός της δράσης μιας Οργάνωσης με βάση τις κεντρικές κατευθύνσεις, προσφέρει την αναγκαία εξειδίκευση άρα και μεγαλύτερη διείσδυση σε εργατικές - λαϊκές μάζες.

-- Η πορεία ανασύνταξης του εργατικού κινήματος και η έκφρασή της στη λειτουργία των σωματείων και των άλλων μαζικών φορέων του κινήματος. Διαφορετικός θα πρέπει να είναι ο σχεδιασμός αν σε μια γειτονιά υπάρχουν συγκεντρωμένοι εργασιακοί χώροι με οργανωμένη παρέμβαση από τα σωματεία ή αν υπάρχει σύλλογος γυναικών και διαφορετικός αν οι μαζικοί φορείς δεν υπάρχουν σε μια γειτονιά. Διαφορετική θα πρέπει να είναι η δουλειά για μια εγγραφή σε ένα σωματείο με τυπική λειτουργία και διαφορετική για ένα σωματείο με πολύμορφη δραστηριότητα.

-- Η προετοιμασία των ΚΟΒ. Περιγράφεται στις Θέσεις η αναγκαιότητα της μελέτης των χαρακτηριστικών του κάθε χώρου ευθύνης. Είναι ευθύνη των καθοδηγητικών οργάνων, με βάση τη γνώση του χώρου που καθοδηγούν να καταλήγουν και ανάλογο σχέδιο, το οποίο να φτάνει ολοκληρωμένο στις ΚΟΒ, να δίνεται βάρος στο ουσιαστικό περιεχόμενο του κάθε σχεδίου, να γίνονται βήματα στα ενιαία χαρακτηριστικά της δράσης μας. Π.χ.: το κύριο ζήτημα στη συζήτηση μιας ΚΟΒ που βλέπει το σχεδιασμό της Λαϊκής Επιτροπής, δεν πρέπει να είναι το πού θα μαζευτεί και πότε, αλλά πώς τα βήματα του σχεδιασμού συμβάλλουν στο να αποκτάει η Λαϊκή Επιτροπή τα χαρακτηριστικά που θέλουμε. Η προετοιμασία αυτή προφανώς είναι άρρηκτα δεμένη με τη συστηματική ιδεολογική δουλειά, την ουσιαστική πολιτική ενημέρωση, την αξιοποίηση του κομματικού Τύπου κ.ά.

-- Οι Κομματικές δυνάμεις, η σύνθεση και οι δυνατότητές τους. Είναι σαφές ότι όταν μπαίνει ένα σχέδιο, χρειάζεται να βασίζεται στο ποιος θα το υλοποιήσει. Και εδώ υπάρχει κίνδυνος να κάνουμε λάθος εκτίμηση και από τις δυο πλευρές: ή να υποτιμήσουμε τις δυνατότητες μιας ΚΟΒ και να περιορίζουμε το σχεδιασμό μας ή να βάζουμε σχέδιο που θεωρητικά να είναι σωστό, αλλά να μην υπάρχουν δυνατότητες να εφαρμοστεί στο σύνολό του. Με βάση τέτοιου είδους λάθος εκτιμήσεις είναι δυνατό να βγάζουμε και λάθος συμπεράσματα για τη δράση μας.

Προφανώς και μπορούμε και είναι ανάγκη να παίρνουμε άμεσα και πρακτικά μέτρα για να βελτιώσουμε πλευρές της δουλειάς μας. Για να έχουμε όμως σταθερά βήματα στη λειτουργία των Οργανώσεων, χρειάζεται να συνυπολογίσουμε μια σειρά παράγοντες που επηρεάζουν τη δουλειά μας, να μελετάμε και να υλοποιούμε ένα συνολικό σχεδιασμό με ενδιάμεσους στόχους που όμως να κατευθύνεται από τα κύρια καθήκοντα του Κόμματος.


Ευθυμία Κουκούλα
ΚΟΒ Ροτόντας - ΤΕ Κεντροανατολικής Θεσσαλονίκης

Για τη σχέση Κόμματος - κινήματος

Από το σύνολο των Θέσεων γίνεται αισθητή η εξέλιξη και ωρίμανση στη σκέψη του Κόμματος. Συμφωνώ με τις Θέσεις της ΚΕ για το 20ό Συνέδριο και πιστεύω πως χρειάζεται να γίνει συγκροτημένη και μη βιαστική κουβέντα, να μην αφήσουμε περιθώριο στην τυπική συμφωνία και τελικά να μην εκφράζεται στην πράξη.

Θέλω να αναφερθώ κυρίως στη σχέση Κόμματος - κινήματος, κατά κάποιο τρόπο με αφορμή τις Οργανώσεις και τους χώρους των ΑΕΙ, παίρνοντας υπόψη ότι στη συνολική κατανόηση του ζητήματος επιδρά ακόμα και στις δικές μας δυνάμεις η αρνητική κατάσταση του φοιτητικού κινήματος, όπως για παράδειγμα οι γενικές συνελεύσεις με απαρτία τα μπλοκ των παρατάξεων, οι επιτροπές αγώνα που ενώ στήθηκαν με πολύ κόπο, δύσκολα συμμετέχει ένας νέος άνθρωπος κ.λπ.

Πρώτα θέλω να σημειώσω την αντίφαση που γράφουν οι Θέσεις, ότι δηλαδή ενώ είμαστε επαναστατικό κόμμα, με επαναστατική στρατηγική και τακτική, δρούμε σε μη επαναστατικές συνθήκες, που δεν ευνοούν την επαναστατική ανατροπή. Σε συνθήκες δηλαδή που ο συσχετισμός δύναμης είναι αρνητικός, δεν ανατρέπεται. Νομίζω πως πρέπει να αποτελέσει κομμάτι της κουβέντας, από την άποψη του αν υπάρχει ανάγκη πάλης και δράσης στο σήμερα και πώς την αντιλαμβανόμαστε, ή εάν αναμένουμε κατά κάποιο τρόπο την επαναστατική κατάσταση, αφού δεν μπορούμε να την καθορίσουμε κιόλας.

Επιπλέον, έχει ουσιαστική σημασία το πού μας οδηγεί στην πράξη ο αρνητικός συσχετισμός δύναμης: (α) στο να βάζουμε μόνοι μας όρια στην αποτελεσματικότητα, στο όνομα του ότι σήμερα δεν πείθουμε; `Η για παράδειγμα εύκολα να αποδίδουμε τις δικές μας αδυναμίες σε αντικειμενική κατάσταση; (β) στο να υποτιμάμε τα αντικειμενικά όρια που μπαίνουν στο πόσοι μπορούν να πειστούν εντέλει σήμερα, που πολλές φορές καταλήγει στην απλή συνθηματολογία ως ικανή για να πείσουμε ή στην απογοήτευση και την υποχώρηση. Στο δεύτερο μπορεί να συμβάλει το γεγονός ότι στην καθημερινότητα μερικές φορές, κάτω από το άγχος, αποτελεί κριτήριο μέτρησης της δουλειάς μας κατά κύριο λόγο το ποσοτικό. Ακόμα, πώς ανοίγουμε το ζήτημα στον κόσμο που μας λέει «δεν πείθει το Κόμμα έτσι, χρειάζεται κάτι πιο άμεσο», αλλά και τι πίεση ασκεί αυτή η λογική της αναζήτησης τρόπου για εύκολη και γρήγορη συσπείρωση κόσμου στις δυνάμεις μας.

Αυτό που μας απασχολεί είναι να είμαστε συνεπείς ως προς το στρατηγικό μας στόχο, το σοσιαλισμό - κομμουνισμό, λαμβάνοντας όμως υπόψιν τον παράγοντα μη επαναστατικές συνθήκες, συσχετισμός δύναμης, όχι για να διαμορφώσει το Κόμμα διαφορετική στρατηγική, αλλά για να τον αλλάξουμε μέχρι ένα σημείο, για να επιδράσουμε στη συνείδηση. Δηλαδή με ποιο τρόπο δουλεύουμε ώστε να κατακτάμε και στην πράξη τον καθοδηγητικό ρόλο μας στην κίνηση των λαϊκών μαζών. Αρα κατά βάση πώς θέτουμε το ζήτημα της εργατικής εξουσίας με βάση το επίπεδο συνείδησης; Η δική μας προσπάθεια έχει στόχο να κερδίζουμε σε αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή γραμμή πάλης ώστε την κρίσιμη στιγμή κάποιους να τους κερδίσουμε και όσο το δυνατόν περισσότερους από τους υπόλοιπους να τους ουδετεροποιήσουμε. Ξέρουμε ότι ο συσχετισμός δεν είναι στατικός, αλλάζει και σε αυτές τις συνθήκες μέχρι ένα σημείο και είμαστε εξοπλισμένοι με συγκεκριμένα κριτήρια για να τον εκτιμάμε σε κάθε φάση.

Εχουμε στο νου μας ότι το αυθόρμητο, που σήμερα είναι ακόμα κι αυτό δύσκολο να κινητοποιήσει, δηλαδή το να παλέψει κάποιος για την καλυτέρευση των όρων της ζωής του, δεν οδηγεί στην επαναστατική πολιτική πάλη από μόνο του. Ο τρόπος με τον οποίο εμείς θέτουμε τα οικονομικά αιτήματα πολιτικοποιεί την πάλη. Δηλαδή αξιοποιούμε αιτήματα που φωτίζουν τα όρια του καπιταλισμού, το ότι δεν μπορεί να τα ικανοποιήσει. Για παράδειγμα, το αίτημα για αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης στο ύψος των αναγκών μας/καμία επιχειρηματική λειτουργία στις σχολές, δεν προδίδει ότι δεν μας καλύπτουν τα ψίχουλα ή το πτυχίο μοναδική προϋπόθεση για πλήρη και σταθερή εργασία με δικαιώματα δεν εκθέτει το καπιταλιστικό σύστημα ή η αξιοποίηση της επιστημονικής έρευνας προς όφελος του λαού δεν δείχνει το δρόμο για άλλη εξουσία; Βέβαια, όλα αυτά χρειάζονται επεξεργασία, δούλεμα, παραδείγματα, επιχειρηματολογία, συστηματική δουλειά. Για παράδειγμα, πώς συνολικά αξιοποιούμε παραδείγματα σχολών που οι επιχειρήσεις είναι ήδη μέσα και παράλληλα άθελά μας να μην ενισχύουμε το ότι «τουλάχιστον εκεί έχουν κάτι παραπάνω, ακόμα και με ιδιώτες», αλλά να ξεμπροστιάζουμε αυτή τη λύση, να συγκρουόμαστε με τη λογική του μικρότερου κακού και παράλληλα μέσα από τη δική μας πρόταση να αντιπαρατιθόμαστε με τις άλλες δυνάμεις. Ακόμα, είναι ζήτημα στους χώρους μας να λύσουμε το ότι ο κομμουνιστής δεν φοράει άλλη μάσκα όταν απευθύνεται για μία κινητοποίηση και άλλη όταν απευθύνεται για μία εκδήλωση του Κόμματος.

Στοίχημα σε όλη αυτή τη δουλειά είναι ο κομμουνιστής, με σταθερότητα στη θεωρία, να διαμορφώνει αιτήματα που συσπειρώνουν κόσμο, τον ριζοσπαστικοποιούν και παράλληλα δεν τον αφήνουν αβοήθητο στις πιέσεις και στα αντίπαλα ιδεολογήματα. Σε αυτή την κατεύθυνση άλλους τους κερδίζουμε και άλλους τους χάνουμε, δεν είναι ευθύγραμμη πορεία επειδή εμείς θα γινόμαστε καλύτεροι.

Αλλο ζήτημα είναι η θολούρα γύρω από τα συνδικαλιστικά όργανα, τα όργανα των φοιτητικών συλλόγων, όπως γιατί συμμετέχουμε, τι περιμένει ένας οπαδός ή ευρύτερα κόσμος εάν βγούμε 1η δύναμη ή πάρουμε την αυτοδυναμία σε ένα σύλλογο, αλλά και τι καλλιεργούμε εμείς άθελά μας γύρω από αυτό. Γιατί για παράδειγμα κι εκεί που είμαστε αυτοδύναμοι υπάρχει η παρέμβαση της αστικής ιδεολογίας, επηρεάζει η συνολικότερη υποχώρηση του εργατικού - λαϊκού και του φοιτητικού κινήματος, υπάρχει επεξεργασμένη επίδραση του αστικού πανεπιστημίου (διοίκησης, καθηγητών, επιχειρήσεων που αλωνίζουν), αντιμετωπίζουμε ρεφορμιστικά, οπορτουνιστικά ιδεολογήματα με ή χωρίς οργανωμένη παρέμβαση του αντιπάλου και βέβαια δεν σημαίνει η αυτοδυναμία υιοθέτηση από τους φοιτητές του Προγράμματος του Κόμματος. Αυτά που λέμε όμως παλεύουμε να γίνουν κτήμα μαζών και από αυτή την άποψη παρεμβαίνουμε στα όργανα του κινήματος.

Τέλος, θέλω να πω μία σκέψη όσον αφορά στη γνώση σε αντίθεση με την πληροφορία. Πιστεύω πως έως ένα βαθμό, εκτός από τη μελέτη του «Ριζοσπάστη», ενισχύεται από το πώς καθοδηγούμε ή καθοδηγούμαστε. Για παράδειγμα, όταν προκύψει ένα ζήτημα είναι πιο εύκολο να παραπέμψουμε τον σύντροφο στο πόρταλ, υποτιμώντας την ουσιαστική συζήτηση, δίνοντας κατά κάποιο τρόπο πρώτα από τη μεριά μας πληροφορίες/ενημέρωση και παραλείπουμε έως ένα βαθμό το πώς διαμορφώνουμε ουσιαστικά συντρόφους με έγνοια για μελέτη και κριτική αφομοίωση.


Μυρτώ Κανάκη
Μέλος του ΠΣ ΑΕΙ Αττικής της ΚΝΕ

Αντιστοίχιση της ιδεολογικής-πολιτικής μας δουλειάς με τη δράση

Το Κόμμα μας, σε όλη την ιστορία του, πορεύθηκε αταλάντευτα με τη θέση ότι διανύουμε την εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο Σοσιαλισμό. Ομως, καθοριστικό για το σήμερα είναι ότι αποκαταστήσαμε μια άλλη αλήθεια: ότι η εποχή μας καθορίζει τον χαρακτήρα της επανάστασης και όχι ο συσχετισμός δυνάμεων.

Τώρα, η ταξική πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού, για την εγκαθίδρυση της εργατικής εξουσίας, το Σοσιαλισμό διεξάγεται μέσα από ένα Κομμουνιστικό Κόμμα με ξεκάθαρη Στρατηγική και τακτική. Το χρωστάμε στους συντρόφους μας που έδωσαν τη νικηφόρα μάχη ενάντια στους οπορτουνιστές στο 13ο Συνέδριο, σ' εκείνους που άντεξαν και επανατοποθέτησαν όλα τα συστατικά στοιχεία της ταξικής πάλης στην πολιτικής μας δράση.

Ανοίξαμε συζητήσεις μέσα κι έξω από το Κόμμα (θεωρία των σταδίων, το Σοσιαλισμό που γνωρίσαμε, τη μη συμμετοχή μας σε αστικές κυβερνήσεις, το ρόλο του οπορτουνισμού και του ρεφορμισμού ως φορείς της αστικής ιδεολογίας στην εργατική τάξη, την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος, τη στάση που πρέπει να κρατήσει η εργατική τάξη στον πόλεμο κα.). Τα αραχνιασμένα αμπαζούρ (ηλεκτρονικός φραξιονισμός, Εργατικός Αγώνας, Νέα Σπορά κα.) ηττηθήκαν κατά κράτος ως προς το στόχο τους να ενσωματώσουν το ΚΚΕ στο σύστημα -έγιναν μέρος του ντεκόρ στα μουχλιασμένα αστικά σαλόνια, παρέα με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τη ΛΑΕ και άλλες δυνάμεις του «νέου ΕΑΜ»(!). Με το Πρόγραμμά μας έχουμε έρθει σε θέση ισχύος στην αντιπαράθεση με τον οπορτουνισμό, τον ρεφορμισμό και την αστική τάξη. Το ζήτημα είναι, αυτή η ισχύς να αντιστοιχηθεί με την δράση μας.

Για να γίνει αυτό, οι Τομεακές Οργανώσεις χρειάζεται να αξιοποιήσουν τον τρόπο δουλειάς των παραπάνω Οργάνων, να βοηθήσουν τις ΚΟΒ να εξειδικεύσουν την παρέμβασή τους στους χώρους ευθύνης τους, αξιοποιώντας το ιδεολογικό-πολιτικό οπλοστάσιό μας. Κάποιες προϋποθέσεις:

  • Το προηγούμενο διάστημα μετρήσαμε θετικά βήματα αφομοίωσης. Θα πρέπει να συνεχιστούν, ώστε το Πρόγραμμά μας να γίνει κτήμα των Κομματικών και Κνίτικων μελών, των συνοδοιπόρων μας.
  • Ιεράρχηση των χώρων παρέμβασης με βάση τα κριτήρια για την οικοδόμηση του Κόμματος. Χρειάζεται συνδυαστική δουλειά κι επεξεργασία για κάθε χώρο, ακόμα και για κάθε λαϊκή γειτονιά. Θα πρέπει να ξεπεράσουμε (σε ένα βαθμό το έχουμε καταφέρει) τον περιορισμό της δράσης μας σε μια εξόρμηση με μια Κομματική ανακοίνωση, την επανάπαυση στην εμβέλεια που έχει το Κόμμα, πέρα από εκείνη που φτάνουν οι δυνάμεις μας. Ο σχεδιασμός των εδαφικών ΚΟΒ δεν μπορεί να προσεγγίζει την κομματική οικοδόμηση σαν μια γενική στόχευση στην οποία παίζει απλά επικουρικό ρόλο.
  • Οπου πάμε σχεδιασμένα και προετοιμασμένα αποδείχτηκε ότι μετράμε βήματα, κι ας είναι βασανιστικά. Πχ. στα super markets στο χώρο ευθύνης μας, δεν αρκούσε να παρεμβαίνεις με τη γενική γραμμή αντιπαράθεσης. Εργοδοσία και εργοδοτικός συνδικαλισμός έχουν κοινή στόχευση: την προσαρμογή των αναγκών των εργαζομένων στο πλαίσιο των απαιτήσεων του κεφαλαίου. Διαφορετικά όμως είναι τα ιδεολογήματα που χρησιμοποιούν στο «Σκλαβενίτης», διαφορετικά στο «Μαρινόπουλος». Οι εδαφικές ΚΟΒ της Καλλιθέας βοηθήθηκαν από τη γενικευμένη εμπειρία που ήρθε μέσα από τον «Ριζοσπάστη», την ΚΟΜΕΠ και τον κοινό σχεδιασμό με τις κλαδικές. Οι σύντροφοι απέκτησαν περισσότερη σιγουριά, δημιουργήθηκαν βάσεις για να αναπτυχθούν δεσμοί με τους εργαζόμενους. Παράλληλα, οι συσκέψεις των ΚΟΒ με εργαζόμενους σε παραγωγική ηλικία βοήθησε αμφότερους. Πίσω έχουμε μείνει στη δουλειά μας με τους ανέργους. Χρειάζεται καλύτερη επεξεργασία των ιδιαιτεροτήτων που έχει αυτή η ομάδα, αξιοποίηση εκείνων που συμμετέχουν στα προγράμματα του ΟΑΕΔ (οκτάμηνα, voucher κα.). Σίγουρα έχουμε δρόμο ακόμα μέχρι να καταφέρουμε να διαπεράσει αυτός ο τρόπος δουλειάς όλες τις Κομματικές δυνάμεις, μαζί και των συνοδοιπόρων μας.
  • Με δεδομένο την κατάσταση που επικρατεί στο εργατικό-λαϊκό κίνημα, μετρήσαμε κάποια βήματα, αλλά πίσω από τις δυνατότητές μας. Οι Λαϊκές Επιτροπές μπορεί να μας αφήνουν ικανοποιημένους στο επίπεδο της ταξικής αλληλεγγύης όχι όμως στο βαθμό συσπείρωσης και έκφρασης της Κοινωνικής Συμμαχίας. Χρειάζεται να βαθύνει η συζήτηση για τη στρατηγική σημασία που έχει, για το πώς θα αναπτύξουμε αντικαπιταλιστικούς-αντιμονοπωλιακούς δεσμούς μεταξύ των τμημάτων της.
  • Να οξύνουμε την ιδεολογική διαπάλη. Τόσο με τον οπορτουνισμό και το ρεφορμισμό όσο και με την αστική ιδεολογία, το φασισμό, την Εκκλησία κα. Η αστική τάξη, μετά την πρώτη της ιστορική ήττα το 1917 και ειδικά μετά τον 2ο ΠΠ με τη διεύρυνση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, δεν είναι ίδια. Εβγαλε συμπεράσματα, τα επεξεργάστηκε, έγινε πιο ευέλικτη απέναντι στην εργατική τάξη. Γνωρίζει ότι η προσωρινή νίκη της αντεπανάστασης είναι προσωρινή, προετοιμάζεται κι αυτή για την κρίσιμη σύγκρουση, κατασταλτικά, ιδεολογικά, πολιτικά. Η κυριαρχία της εκφράζεται και με τον ιδεαλισμό που τσακίζει κόκκαλα, από τα σχολεία μέχρι το επιστημονικό προσωπικό κάθε δομής, όμως η αντίθεση κεφάλαιο-εργασία είναι ο βρόχος της. Επομένως η ιδεολογική θωράκιση είναι καθοριστική και για την αντοχή μας και για την απόσπαση δυνάμεων από τον αντίπαλο. Οι ΚΟΒ, όπως κουβεντιάζουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός χώρου, το ίδιο πρέπει να κάνουν και με τον τρόπο που παρεμβαίνει η αστική τάξη μέσα από μεγάλης κλίμακας δομές (πχ. ίδρυμα Νιάρχος, ίδρυμα Αγγελικούση κα.), να ασχοληθούν εκτενέστερα, να μελετήσουν, εκτός από τις οικονομικές, και τις ιδεολογικές πτυχές παρέμβασης στην εργατική τάξη.
  • Η μάχη δεν μπορεί να κερδηθεί χωρίς τα όπλα μας: το «Ριζοσπάστη», την ΚΟΜΕΠ, το Μ-Λ βιβλίο. Υπάρχουν αντικειμενικοί παράγοντες που δυσκολεύουν την αποκατάσταση της σχέσης ενός μεγάλου μέρους του Κομματικού δυναμικού με τα παραπάνω, αλλά υπάρχουν αρκετοί υποκειμενικοί όροι που δεν τους έχουμε εξαντλήσει, (διαχείριση του χρόνου, των οικονομικών μας κα.). Η συζήτηση έχει ανοίξει και θα συνεχισθεί δίνοντας βάρος στις νεότερες ηλικίες που πρέπει να αποκαταστήσουν τη σχέση τους με το διάβασμα. Ειδικά για την ΚΝΕ, οι Κομματικές Οργανώσεις έχουν καθήκον να την αγκαλιάσουν ακόμα περισσότερο, να στηρίξουν τους νέους κομμουνιστές στην ιδεολογική-πολιτική μάχη που δίνουν απέναντι στις δυνάμεις του οπορτουνισμού και της κυρίαρχης ιδεολογίας. Η πείρα δείχνει ότι έτσι ριζώνουν καλύτερα τα κομμουνιστικά χαρακτηριστικά στη νέα γενιά Κομματικών μελών. Νομίζω ότι στις προϋποθέσεις στρατολογίας (Θ.68, σ.84), θα έπρεπε να συμπεριληφθεί το διάβασμα του «Ριζοσπάστη».

Με τις Θέσεις του 20ου Συνεδρίου, το Πρόγραμμά μας και τις επεξεργασίες που έχουμε κάνει και θα κάνουμε, τα πατήματά μας έχουν γίνει σίγουρα, μπορούμε να γίνουμε ικανοί και για άλματα.


Αλέξης Ματής
Μέλος του Γραφείου της Τ.Ε. Νότιου Τομέα

Για το φοιτητικό - σπουδαστικό κίνημα

Στην παράγραφο 49 των Θέσεων «Η πάλη για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος» δίνεται η ουσία της αναγκαιότητας πιο πολύ από ποτέ να ισχυροποιηθεί ο αγώνας σε όλα τα επίπεδα διεκδικήσεων ούτως ώστε να μη βρίσκεται διαρκώς σε άμυνα.

Θεωρώ ότι οι Θέσεις αναλύουν σε μεγάλο βαθμό το κομμάτι της ανασύνταξης του εργατικού κινήματος και των συμμάχων στρωμάτων του.

Συγκεκριμένα, όταν μιλάμε για το νεολαιίστικο κίνημα κατά τη γνώμη μου πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη και τις συνολικότερες εξελίξεις που επιδρούν σήμερα στη συνείδηση του κόσμου αλλά και μια σειρά ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που επιδρούν ιδιαίτερα στη νεολαία, την απαξίωση των συλλογικών διαδικασιών.

Με βάση το παραπάνω αλλά και μια σειρά αντικειμενικών εξελίξεων που θα έρθουν το επόμενο διάστημα δημιουργούνται προϋποθέσεις για την ανάπτυξη αγώνων. Εμείς θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι ώστε να δώσουμε τη ριζοσπαστική κατεύθυνση που χρειάζεται το φοιτητικό και σπουδαστικό κίνημα ώστε ο αγώνας του να φέρνει αποτελέσματα.

Εχουμε και θετική και αρνητική πείρα που πρέπει να αξιοποιήσουμε ώστε να πούμε ότι το επόμενο διάστημα θα βρεθούμε στο ύψος των απαιτήσεων της καθοδήγησης του φοιτητικού και σπουδαστικού κινήματος.

Δεν έχουμε κατακτήσει ακόμα το να δουλεύουμε με διαφορετικές γνώμες, να ανοίγουμε δηλαδή την πρότασή μας πλατιά σε μάζες νεολαίας για τη θέση μας για την ανασύνταξη του κινήματος. Τα τρία συστατικά στοιχεία της δουλειάς μας που πιστεύω ότι πρέπει να αναπτύξουμε το επόμενο διάστημα ώστε να μετρήσουμε βήματα είναι:

Να οξύνουμε το βαθμό της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης, αντιπαράθεσης όχι μόνο με τις άλλες δυνάμεις αλλά συνολικά με την κυρίαρχη αντίληψη που υπάρχει στα μυαλά ενός κόσμου, τη λογική της μοιρολατρίας, της ανάθεσης, του συμβιβασμού. Καθετί που κάνουμε να αφήνει αποκρυσταλλώματα στη συνείδηση των φοιτητών και σπουδαστών σήμερα, αν σκεφτούμε ότι αυτά τα παιδιά θα είναι η νέα βάρδια της εργατικής τάξης.

Ταυτόχρονα με αυτήν τη δουλειά πρέπει να αναδεικνύουμε τις σύγχρονες ανάγκες στη μόρφωση, στην επαγγελματική Εκπαίδευση και στη δουλειά με δικαιώματα που σήμερα καταπατούνται (σε κάθε χώρο ξεχωριστά), αλλά και τα εμπόδια που μπαίνουν σήμερα για να καλυφθούν αυτές μας οι ανάγκες. Η δουλειά δηλαδή της εξειδίκευσης ανά χώρο να συνδέεται με το αντιμονοπωλιακό - αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο που πρέπει να πάρει αυτός ο αγώνας. Εχουμε πολλή δουλειά να κάνουμε στη σύνδεση του περιεχομένου με τις μορφές που θέλουμε να αξιοποιήσουμε κάθε φορά. Πώς δηλαδή ένας κόσμος που δεν έχει καμία σχέση με τις θέσεις του Κόμματός μας με διάφορους τρόπους θα έρχεται σε επαφή μαζί τους. Χαρακτηριστικές είναι, ως μορφή που μας έχει βοηθήσει πάνω στη σύνδεση των σπουδαστών με το εργασιακό τους μέλλον, οι πετυχημένες ημερίδες που πραγματοποιήθηκαν την περασμένη χρονιά σε μια σειρά συλλόγους με εκλεγμένα μέλη σωματείων. Οι φοιτητές και σπουδαστές είχαν την ευκαιρία να μάθουν, σε αντίθεση με αυτά που μαθαίνονται στα αμφιθέατρα, ποιο είναι το εργασιακό καθεστώς σήμερα, που στην τελική πρέπει να στρέψει σήμερα τα βέλη της η νεολαία για να διεκδικήσει αυτά που της αξίζουν.

Ανάπτυξη αγώνων και αντιστάσεων με σκοπό να πολλαπλασιάζονται οι μορφές συλλογικότητας και οργάνωσης, να ανεβεί το επίπεδο λειτουργίας των συλλόγων, συνολικά στο να γίνονται βήματα για την ανασύνταξη του φοιτητικού κινήματος, στην αλλαγή συσχετισμών, στην άνοδο συσπείρωσης γύρω από το ΜΑΣ. Εχουμε μετρήσει πολλά βήματα στη δημιουργία δομών, που βοηθάνε σε ένα βαθμό σε αυτήν την κατεύθυνση. Αυτές οι δομές θα παίξουν το ρόλο των κυττάρων της ανασύνταξης και συσπείρωσης, θα αυξάνουν το βαθμό οργάνωσης και αντίστασης μέσα σε κάθε έτος, κάθε τμήμα, κάθε εργαστήριο. Μιλώντας με τους όρους στο τι ρόλο θέλουμε να παίζει το ΜΑΣ στην κοινωνική συμμαχία είναι επιτακτική ανάγκη να προχωρήσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα και ο βαθμός συσπείρωσης αλλά κυρίως η διάρκεια που θα έχουν αυτές οι δομές. Δε θα είναι ένα όργανο - φάντασμα δηλαδή που θα δημιουργείται κάθε αρχή της χρονιάς και δε θα παίζει κανένα ρόλο στις μαζικές διαδικασίες. Αντίθετα, θα είναι ένα όργανο που θα συνεδριάζει σταθερά, πάνω σε ζητήματα του έτους, θα έχει και δικό της πλαίσιο πάλης και πρόγραμμα δράσης, θα εξειδικεύει τα πλαίσια των Γενικών Συνελεύσεων, θα συνεισφέρει με τη μεταφορά πείρας σε ΓΣ. Ιδιαίτερα ως Κόμμα πρέπει να βοηθήσουμε στην καλύτερη κατανόηση και ανάδειξη του ΜΑΣ ως αυτού που είναι. Ως πόλου αντικαπιταλιστικής - αντιμονοπωλιακής συσπείρωσης συλλόγων, δομών και επιτροπών αγώνα.

Σύμφωνα με τη θέση 61, «βασική προϋπόθεση είναι η ισχυροποίηση της ΚΝΕ και του ΚΚΕ μέσα στα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ, η ενίσχυση της ιδεολογικής - πολιτικής και οργανωτικής δουλειάς της ΚΝΕ, η συνεργασία, ο σχεδιασμός και ο συντονισμός με τις αντίστοιχες Κομματικές Οργανώσεις». Στόχος μας θα πρέπει να είναι το πώς θα διαμορφώνονται νεολαίοι που σήμερα θα λένε όχι στην ακόμα μεγαλύτερη είσοδο επιχειρήσεων στις σχολές, στο πετσόκομμα της γνώσης. Σε αυτό που θα πρέπει να γίνει καθοριστικό βήμα όμως είναι να διαμορφώνουμε νεολαίους που δε θα μένουν μόνο σε αυτό αλλά θα αποκτούν συνολικό κριτήριο για τη στάση τους απέναντι στον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης.


Σταύρος Καράμπαλης
Μέλος του ΣΠ Δυτικής Ελλάδας της ΚΝΕ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org