Παρασκευή 10 Φλεβάρη 2017
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Για το ζήτημα των στελεχών

Στις Θέσεις θίγεται το ζήτημα των στελεχών, και μάλιστα των σχετικά νεότερων από πλευράς κομματικής και φυσικής ηλικίας. Σε σχέση με το παρελθόν, η διάλυση των εργασιακών σχέσεων, η μη ύπαρξη μαζικών εργατικών αγώνων, αλλά και το ασφυκτικό πλαίσιο που δημιουργεί η παρέμβαση της αστικής τάξης, επιδρούν στη μη γρήγορη απόκτηση κοινωνικής πείρας από τα νεότερα μέλη και στελέχη του Κόμματος. Ταυτόχρονα τα δύσκολα ωράρια, η δημιουργία οικογένειας, η έλλειψη χρημάτων, η ανασφάλεια, είναι παράγοντες που επιδρούν αποφασιστικά σε όλο το Κόμμα, προφανώς και στα στελέχη. Πέρα όμως από τις δυσκολίες της ζωής που μεγαλώνουν, το Κόμμα μας δρα σε συνθήκες σχετικά πρωτότυπες - διαφορετικές από οποιαδήποτε άλλη εποχή στην ιστορική διαδρομή του. Η υποχώρηση του κομμουνιστικού και του εργατικού κινήματος, η απογοήτευση των εργατικών μαζών, η απαξίωση της γνώσης, αλλά και γενικότερα η πρωτοφανής ιδεολογική και πολιτιστική παρακμή, έχουν διαμορφώσει συνθήκες όπου το κομμουνιστικό κίνημα οφείλει να δείξει αντοχή και, πολύ περισσότερο, να διαμορφώσει τις συνθήκες εκείνες που θα κάνουν εφικτή τη νέα επαναστατική άνοδο.

Τα στελέχη του Κόμματος οφείλουν, λοιπόν, να βλέπουν τη δράση τους όχι μόνο από τη σκοπιά του σήμερα, αλλά σφαιρικά, στο πώς η δράση στο παρόν εξυπηρετεί το μη διαμορφωμένο ακόμα μέλλον. Το στέλεχος του Κόμματος απαιτείται να βλέπει τον εαυτό του από τη σκοπιά ενός καθοδηγητή μαζών στο σύστημα εργατική εξουσία - Κόμμα - κράτος του μέλλοντος. Οπως έδειξε η ιστορική πείρα, στην εποχή της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, όπου η επαναστατική πράξη έχει ένα σχετικό προβάδισμα και τροφοδοτεί την ίδια την ανάπτυξη της θεωρίας, από ένα σημείο και μετά, υπήρξε - με εξαιρέσεις - θεωρητική στασιμότητα. Σήμερα, λοιπόν, απαιτείται μεγαλύτερη προσπάθεια στον εμπλουτισμό και τη συνεχή ανάπτυξη της επαναστατικής θεωρίας. Το κομματικό στέλεχος πρέπει στο σήμερα να διαθέτει την ικανότητα να διαμορφώνει πρωτότυπη σκέψη, σε κάθε βήμα και στιγμή της ταξικής πάλης, προκειμένου να αντεπεξέλθει το Κόμμα στα σύνθετα καθήκοντά του.

Φυσικά τίθεται ως προαπαιτούμενο η αντοχή και πρωτοπόρα στάση του στελέχους στην εργασία και τις δυσκολίες που παρουσιάζονται στην προσωπική του ζωή. Βασικό στοιχείο είναι, όμως, και η ικανότητα αφομοίωσης και δημιουργικής εφαρμογής, από μέρους του στελέχους, της θεωρίας μας, του μαρξισμού - λενινισμού. Το Πρόγραμμα είναι ο άξονας της δουλειάς μας και υλοποιείται, όσο καλύτερα κατανοείται. Ωστόσο από μόνο του δεν αρκεί. Αν δεν κάνουμε συνεχή και κοπιώδη προσπάθεια να εμβαθύνουμε στη θεωρία μας, προκειμένου να κρίνουμε κάθε στιγμή τις ανάγκες και τις δυνατότητες που αναδεικνύει η ταξική πάλη, δεν θα πάμε μακριά.

Χρειάζονται από την άλλη επαγρύπνηση και φροντίδα, ώστε να αποφεύγονται ή, τουλάχιστον, να διορθώνονται σε μια πορεία, ορισμένες αρνητικές πλευρές. Η μονοτονία, το ρουτίνιασμα, είναι τέτοιες πλευρές. Ο διοικητισμός, ένας κάποιος συγκεντρωτισμός είναι μια άλλη πλευρά, που οδηγεί σε ένα πνίξιμο της πρωτοβουλίας των κομματικών μελών. Η ξερολίαση που υπάρχει ορισμένες φορές από μεριάς κάποιων στελεχών, είναι ένα εμπόδιο, όσον αφορά τον εφησυχασμό που δημιουργείται «κάτω», το κατά πόσο ή όχι προκαλείται στον σύντροφο η περιέργεια να ψάξει, να διαβάσει τον «Ριζοσπάστη», το μαρξιστικό βιβλίο. Χρειάζονται ακόμα από μεριάς του στελέχους η υπομονή, η καλή συμπεριφορά, η έγνοια για τον σύντροφό του, για τυχόν προβλήματα που έχει στην οικογένεια, για το τι αντιμετωπίζει στην εργασία του και όχι η απαξίωση τέτοιων ζητημάτων στο όνομα του «να βγει η δουλειά». Ο Βάρναλης συμβούλευε σχετικά: «...εξόν από την ικανότητα του να καταλαβαίνει κανείς την πραγματικότητα, χρειάζεται και χαρακτήρας!»

Αυτό που πρέπει όσο γίνεται να αποφεύγεται, είναι να γίνεται «εύκολη» η σκέψη. Το Κόμμα έκανε μεγάλη, δύσκολη προσπάθεια για να φτάσει σε μια σειρά συμπεράσματα και επεξεργασίες. Η ΚΕ λοιπόν έχει ευθύνη, όσον αφορά τα νεότερα στελέχη, ώστε να διαπαιδαγωγηθούν, όχι μόνο στην εφαρμογή του Προγράμματος, αλλά και στη μεθοδολογία σκέψης της αυτές τις δεκαετίες, το ποιες εμπειρίες υπήρξαν, το πόσο κοπιώδης είναι η προσπάθεια για την επεξεργασία στρατηγικής. Δε χωρά καμία επανάπαυση, από τους νεότερους τουλάχιστον, ώστε, άθελά μας, να ερμηνεύουμε τις επεξεργασίες της ΚΕ σαν «απόλυτη», με μεταφυσικούς όρους, σύλληψη, ότι έτσι είναι και τίποτα άλλο δεν υπάρχει. Αντίθετα πρέπει να σκεφτόμαστε τους όρους και την ιστορική πείρα που έχει διαμορφωθεί, ώστε να καταλήξουμε σε κάποια συμπεράσματα, να επεξεργαστούμε νέα στρατηγική, να δούμε με κριτικό μάτι και την απόσταση του χρόνου επεξεργασίες άλλων εποχών, κάτω από τις οποίες πάλεψαν δεκάδες κομμουνιστών. Και αυτό δεν έχει σχέση ούτε με την απόρριψη περιόδων, ούτε με τη λαθολογία.

Τα ζητήματα που τίθενται από τις Θέσεις, όσον αφορά τα στελέχη, δημιουργούν και τους στόχους. Η αναγκαία ανάδειξη στελεχών από την εργατική τάξη, όρος απαράβατος για το Κόμμα, όπως και η αξιοποίηση επιστημόνων και καλλιτεχνών - μελών του Κόμματος, προϋποθέτουν ακριβώς την υπέρβαση κάποιων μονομερειών, που θίγονται στις Θέσεις. Θα μπορούσαμε να πούμε, χοντροκομμένα ίσως, ότι πρόκειται για ζητήματα που απορρέουν από τον «εργατισμό» και τον «διανοουμενισμό». Ετσι θα δούμε από στελέχη εργατικής καταγωγής να υπάρχει μια σχετική υποτίμηση κομματικών μελών που ασχολούνται με την Επιστήμη, τον Πολιτισμό ή είναι μικροαστικής καταγωγής. Πρόκειται για ζητήματα που αποκαλύπτουν, ίσως, μια στατική θεώρηση, καταρχάς για τη σημερινή εργατική τάξη (πτυχιούχοι, επιστημονική ειδίκευση κ.λπ.), από την άλλη μια «επιλεκτική» αποσιώπηση ζητημάτων, που η σημασία τους έχει επισημανθεί πολλάκις από το Κόμμα. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Πολιτισμός, όπου ενώ οι Θέσεις υπογραμμίζουν τη θετική συμβολή του Κόμματος κεντρικά, υποτιμάται η σχέση των κομματικών μελών με τον Πολιτισμό σαν ζήτημα καθημερινής ζωής, όχι παρακολούθησης μιας - δυο εκδηλώσεων. Από την άλλη, σύντροφοι μικροαστικής καταγωγής ή που ασχολούνται με την επιστήμη τους, λόγω των όρων ζωής, σπουδών και δουλειάς τους, μπορεί να οδηγηθούν σε μονοπάτια επικίνδυνα, όπως η απόσπαση από τη μαζική δράση ή η απαξίωση της εργατικής τάξης. Αφετέρου, η επισήμανση σωστών πλευρών και αδυναμιών από τη μεριά τους, όπως και μια σχετική αδυναμία να λύνονται αυτά που επισημαίνουν, μπορεί να οδηγήσει σε μία απογοήτευσή τους ή στην υπερεκτίμηση των ικανοτήτων τους, την παραγνώριση των δυσκολιών να λυθούν, σε επίπεδο Κόμματος, αυτές οι αδυναμίες.

Καταθέτοντας αυτές τις σκέψεις, με επίγνωση των δυσκολιών στην επίλυση των αδυναμιών, αλλά με απαίτηση να μη βολευόμαστε, να σκεφτόμαστε συνεχώς, και να προχωράμε στην υλοποίηση των καθηκόντων μας, εύχομαι κάθε επιτυχία στο 20ό Συνέδριο.


Μηνάς Αντύπας
ΚΟΒ Γ΄- Δ΄ Διαμερίσματος Πειραιά

Σκέψεις επί των Θέσεων

Χαιρετίζω με χαρά το 20ό Συνέδριο, ως φίλος του ΚΚΕ που συμμετέχει στις δράσεις του στους εργασιακούς χώρους και στις γειτονιές, έστω κι αν δεν ακολουθώ πάντα στην πρωτοπόρα δράση των κομμουνιστών. Yπό τη συγκεκριμένη οπτική, θα ήθελα να συνεισφέρω κάποιες σκέψεις επί των Θέσεων:

23 & 24 Με στοιχεία τεκμηριώνεται η επιδείνωση της ζωής εργαζομένων, αυτοαπασχολούμενων κι αγροτών που όλοι βιώνουμε. Ωστόσο, ένα ποσοστό πληθυσμού καταφέρνει να επιβιώνει, χωρίς να 'χει ξαναμπεί στην παραγωγή ή και χωρίς να χει μπει πότε σε αυτήν (νέοι), γεγονός που έχει να κάνει με αποταμίευση, ακίνητη περιουσία, οικογενειακή στήριξη, παραοικονομία, αυτοπαραγωγή - παράγοντες που έχουν απαλύνει σχετικά την προσαρμογή στα νέα, πιο σκληρά δεδομένα. Προφανώς, επιδρούν ανάλογα στη συνείδηση, μαζί με το φόβο της σύγκρουσης με τον εργοδότη, την κρατική καταστολή και μακροπρόθεσμα με την αστική τάξη και τους συμμάχους της (κάτι κατανοητό σε περισσότερους από όσο φαίνεται).

24 «Η αγοραστική δύναμη του μέσου ακαθάριστου μισθού στην Ελλάδα κατά το 2014 φτάνει μόλις το 66% ... των 15 πιο προηγμένων χωρών της ΕΕ, από 82% το 2009». Αυτή η σχετική επιδείνωση της θέσης των εργαζομένων στην Ελλάδα ενισχύει τα ιδεολογήματα περί υπανάπτυκτου ελληνικού καπιταλισμού και την αναζήτηση λύσης στον «εξευρωπαϊσμό» του. Πρέπει να τεκμηριώσουμε την κακή κατάσταση των λαϊκών στρωμάτων στις προηγμένες χώρες, αλλά και το ότι η Ελλάδα παραμένει 39η σε 195 χώρες ως προς το κατά κεφαλήν εισόδημα - ο καπιταλισμός μπορεί και πολύ χειρότερα!

34 «Σε αυτή τη συζήτηση το ΚΚΕ παρεμβαίνει ασκώντας συστατική πάλη κατά του ανορθολογισμού και της μεταφυσικής σκέψης....». Πολύ σημαντικό μέτωπο, καθότι ο ανορθολογισμός και η συνωμοσιολογία πάει σύννεφο ακόμη και σε μεσαία & μορφωμένα στρώματα. Από την άλλη, θεωρώ ζωτικής σημασίας το να προβάλλουμε το δικό μας, υλιστικό, περιεχόμενο σε έννοιες όπως ελευθερία, δημοκρατία , πατρίδα απέναντι στο περιεχόμενο που τους δίνει η αστική τάξη για να ελέγχει το λαό.

47 «Σήμερα χρειάζεται ... να ενταθεί η διαπάλη για την αποκάλυψη της αστικής δημοκρατίας ως μορφής άσκησης της αστικής εξουσίας». Η όλη κριτική περί αναποτελεσματικού και διεφθαρμένου κράτους πρέπει να επιστραφεί επιθετικά στα μούτρα της αστικής τάξης και των κομμάτων της.

49 «Βασικό κριτήριο της καθοδηγητικής μας δουλειάς πρέπει να είναι η διατήρηση αγωνιστικών δεσμών με όσους και όσες θέλουν να αντισταθούν...». Σύνθετο καθήκον, την στιγμή που ως γραμμή συσπείρωσης προβάλλεται η αντιμονοπωλιακή - ειδικά με το σημερινό, χαμηλό επίπεδο ταξικής συνείδησης. Χρειάζονται κατάλληλα κι εύληπτα συνθήματα όπως «με τις ανάγκες των πολλών ή με την χλιδή των λίγων» που υπήρξε σε κάποια πανό.

50 «Γι' αυτό έχει σημασία να εξηγούμε με επάρκεια πού οδήγησαν οι αγώνες και οι συσχετισμοί που διαμορφώθηκαν από το 2009 μέχρι σήμερα και γιατί πρέπει να αλλάξει κατεύθυνση το κίνημα». Σε επίπεδο κινήματος, το ΚΚΕ έπαιξε σημαντικότατο ρόλο και ειδικά σήμερα αποτελεί σχεδόν «απόλυτη» πλειοψηφία (στον κόσμο που κινητοποιείται). Πρέπει να τονισθεί ότι πολύ μικρό μέρος των εργαζομένων κινητοποιήθηκε, ώστε να έρθουμε όλοι προ των ευθυνών μας. Διότι, όση αυτοθυσία και να δείχνουν οι κομμουνιστές στο εργατικό κίνημα, καμία μορφή πάλης - ειδικά προχωρημένη δεν θα πετύχει χωρίς τη συμμετοχή σημαντικού ποσοστού εργαζομένων.

Είναι, επίσης, θέμα αν μια απεργία που προκηρύσσεται και γίνεται π.χ. μόνο από τους κομμουνιστές συντελεί στην ανασύνταξη του κινήματος ή έρχεται να επισφραγίσει την απόσταση της πλατιάς μάζας εργαζομένων από αυτό. Το παράδειγμα με τις συνεχείς, συχνά χωρίς κατάλληλες προϋποθέσεις (π.χ. αύξηση συνδικαλισμένων) πανεργατικές απεργίες είναι ενδεικτικό: για την συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων η μέρα γενικής απεργίας έγινε βαθμιαία απλά άλλη μια μέρα. Ακόμη και σωματεία που εμφανίζονται σε γενικές απεργίες ενόσω είναι σε κινητοποίηση, μετά χάνονται.

53 «Εχει σημασία να κατανοείται ότι η συγκυρία στην καπιταλιστική ανάπτυξη που επέτρεψε ορισμένες "παροχές"...κάτω από διαφορετικούς όρους καπιταλιστικής ανάπτυξης, διαφορετικό συσχετισμό δυνάμεων... την πάλη του εργατικού κινήματος... έχει περάσει». Είναι κρίσιμο να τεκμηριώσουμε ότι ο καπιταλισμός δεν θα ξαναδώσει ευημερία (διότι οι άλλοι δύο παράγοντες μπορεί να ξαναρθούν) και η μόνη δυνατή εξέλιξη προς όφελος των εργαζομένων είναι ο σοσιαλισμός.

55. Το ΠΑΜΕ, πέρα από σημαντικούς αγώνες σε επιχειρήσεις και κλάδους, σήκωσε μεγάλες πρωτοβουλίες όπως το πανελλαδικό συλλαλητήριο (11/11/14) και το συλλαλητήριο για τι συλλογικές συμβάσεις (17/10/16). Το ερώτημα είναι αν υπήρξε κάποιου είδους συνέχεια σε κάθε μια από αυτές τις πρωτοβουλίες ή κατέληξαν σε ένα συλλαλητήριο και μια βεβιασμένη απεργία.

56. Φάνηκε η δυναμική που έχει η Κοινωνική Συμμαχία (κοινό συλλαλητήριο εργατών - αγροτών στο Σύνταγμα) και σίγουρα μπορεί να έχει σύντομα ακόμη μεγαλύτερη (π.χ. ταυτόχρονοι αγώνες αγροτών - ναυτεργατών). Παρ' όλ' αυτά θεωρώ πως καταλαμβάνει δυσανάλογα μεγάλο μέρος των Θέσεων, ενώ αυτό που κυρίως λείπει και είναι κρίσιμο (θέση 46) είναι να οργανωθεί η εργατική τάξη στους μεγάλους χώρους δουλειάς σε αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση. Μόνο αυτή μπορεί να σπάσει τον φόβο, να εμπνεύσει και σαν ατμομηχανή να τραβήξει εργαζόμενους σε μικρότερους χώρους, αυτοαπασχολούμενους, αγρότες.

Κάποια πράγματα που χρειάζονται:

Α. Θαρραλέα κριτική για επιλογές που δεν συνάδουν με την επαναστατική φυσιογνωμία του Κόμματος, όπως η «Τυποεκδοτική», το δάνειο, το αίτημα για εκλογές το 2012 εν μέσω κινητοποιήσεων, που είτε επέδρασαν αρνητικά στο λαϊκό κίνημα είτε δίνουν αφορμή σε διάφορους να τσουβαλιάζουν το ΚΚΕ με τα αστικά κόμματα.

Β. Πιο γρήγορα αντανακλαστικά σε αλλαγές στον τρόπο ζωής των λαϊκών στρωμάτων. Στη θέση 82 προτείνεται συζήτηση της ΚΕ για «αναβάθμιση της παρέμβασής μας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης», ενώ στην 54 αναφέρεται «Ενίσχυση της αλληλεγγύης, της αλληλοβοήθειας ... του κάθε εργάτη». Και στις δύο περιπτώσεις η παρέμβαση του Κόμματος έρχεται καθυστερημένα, αφήνοντας μέχρι πρόσφατα άλλες δυνάμεις (κυρίως την ΧΑ) να κάνουν παιχνίδι και ερχόμενη τώρα σε κόντρα με θεωρητικοποιημένες στάσεις.

Γ. Μεγαλύτερη αναφορά στους μετανάστες που ζουν κι εργάζονται στην Ελλάδα και αποτελούν σημαντικό κομμάτι της εργατικής τάξης. Οσον αφορά τους πρόσφυγες έχει επιτευχθεί ικανοποιητική σύνδεση των διεκδικήσεων για/με τους πρόσφυγες με το κίνημα ειρήνης;

Δ. Να τεκμηριωθεί ότι ο όρος «αντικαπιταλιστικός» που χρησιμοποιείται στις Θέσεις είναι δόκιμος.

Ε. Αποτίμηση Δημαρχίας Κομμουνιστών - τι περιθώρια παρέμβασης υπάρχουν πλέον κι αν αξίζει να συμμετέχει το ΚΚΕ στην ΤΑ.

ΣΤ. Πειστική και εύληπτη απάντηση στην προπαγάνδα υπέρ του καπιταλισμού με δραχμή, ασκεί ιδιαίτερη γοητεία στα λαϊκά στρώματα.

Καλή επιτυχία στο 20ό Συνέδριο του ηρωικού ΚΚΕ, τιμή στους παλιούς και νέους κομμουνιστές που μάχονται για το «απλό που είναι δύσκολο να γίνει»!


Πάσουλας Μανώλης
Μισθωτός Τεχνικός - Αρχιτέκτονας

Για τον διαχωρισμό κράτους - Εκκλησίας

Πέρα από τα σωστά ζητήματα που τίθενται από τη Θέση 34 σχετικά με τον διαχωρισμό κράτους-Εκκλησίας και την εκκοσμίκευση του κράτους, στην τελευταία παράγραφο της Θέσης θίγονται κάποια περαιτέρω ζητήματα.

Η ντε φάκτο τοποθέτηση του Κόμματος ενάντια στη θρησκευτική πίστη και η «σκληρή» ιδεολογική στάση σε ένα λεπτό φιλοσοφικό ζήτημα σαν κι αυτό, που αποτυπώνεται στην τελευταία πρόταση της παραγράφου, φαίνεται σαν να είναι σε αντιδιαστολή με την ώριμη διατύπωση που βρίσκεται λίγο πιο πριν και υπερασπίζει το δικαίωμα της ανεξιθρησκίας, της μη δίωξης της θρησκευτικής πίστης ή της αθεΐας, και της ισότιμης μεταχείρισης ανεξαρτήτως θρησκεύματος.

Η στάση του κινήματος απέναντι στη θρησκεία καθορίζεται από τις ιστορικές συνθήκες. Το Κόμμα έχει σαφείς ιδεολογικές καταβολές, όμως ως πρωτοπορία της εργατικής τάξης και κινητήρια δύναμη της Λαϊκής Συμμαχίας δεν θα πρέπει να δημιουργεί προσκόμματα και προβλήματα στη συνείδηση του εργάτη, του αγρότη και του παπά ακόμα, που παίρνει στα χέρια του τις Θέσεις του Κόμματος και, μπουχτισμένος από το σύστημα της εκμετάλλευσης, αρχίζει να βλέπει την πραγματική ελπίδα που βρίσκεται στην προοπτική του σοσιαλισμού και της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής.

Το ΚΚΕ αγωνίζεται διαχρονικά για την ενότητα της εργατικής τάξης, και οι θέσεις για το 20ό Συνέδριο είναι αναγκαίο να δείξουν τη σταθερή προσήλωση του Κόμματος σε αυτήν την κατεύθυνση.


Στυλιανόπουλος Αθανάσιος
Καλλιθέα

Για την κοινωνική συμμαχία. Πλευρές οικοδόμησης και δράσης στο χώρο των επιστημόνων

Στις Θέσεις του ΚΚΕ για το 20ό Συνέδριο, είναι σαφής η ωριμότητα που κατάκτησε το Κόμμα μας μέσα στην 100χρονη πορεία του. Χωρίς αμφιβολία το βάρος της οργάνωσης πέφτει στην οικοδόμηση γερών Κομματικών Οργανώσεων στους χώρους στρατηγικής σημασίας, όπου βρίσκεται συγκεντρωμένη η πρωτοπορία του κινήματος, η εργατική τάξη. Ομως δεν έχει μικρότερη σημασία η δουλειά των κομμουνιστών στα σύμμαχα στρώματα, όπως οι αυτοαπασχολούμενοι και οι επιστήμονες που έχουν τα δικά τους ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: Eντονος μικροαστισμός που εκφράζεται με την αίσθηση του «αφεντικού», ελιτίστικη αντίληψη που προκύπτει από την κατάκτηση επιστημονικών ή επαγγελματικών τίτλων και απομονωτισμός του ενός από τον άλλο εργαζόμενο, που έχει να κάνει με τα διαφορετικά επαγγελματικά αντικείμενα ακόμη και στον ίδιο κλάδο και τις αποστάσεις στους χώρους δουλειάς, διότι μεγάλο κομμάτι είναι αυτοαπασχολούμενοι.

Από εδώ προκύπτουν οι ανάλογες δυσκολίες στην ιδεολογική παρέμβαση και στα πρακτικά ζητήματα οργάνωσης διεκδικήσεων. Δεν είναι εύκολο να αναπτυχθούν στους χώρους μας μορφές πάλης (απεργία, στάση εργασίας) όπως σε μαζικούς χώρους ή ένα εργοστάσιο, όπου η εργατική τάξη είναι συγκεντρωμένη και πιο ομοιόμορφη μισθολογικά και ο αντίκτυπος αμεσότερος. Μήπως όμως όλο αυτό είναι ένας υπερβολικός «μύθος», που πολλές φορές κρύβει την έλλειψη αναζήτησης πολύμορφων τρόπων παρέμβασης και την απογοήτευση των ίδιων των κομμουνιστών από τις δυσκολίες; `Η ακόμα και υποτίμηση της σημασίας και των διαστάσεων που πρέπει να έχει αυτή η παρέμβαση; Πόσο πιο εύκολο είναι να ξεσηκώσεις έναν εργάτη κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της εργοδοσίας και με την άμεση απειλή της απόλυσης, από ένα αυτοαπασχολούμενο «χωρίς μπάρμπα στην Κορώνη» και άμεση απειλή; Αν και το ερώτημα από πρώτη ματιά μοιάζει αφελές, είναι ωστόσο ένα μέτρο σύγκρισης και δείκτης της αφετηρίας για την ερμηνεία των δυσκολιών και των ιδιαιτεροτήτων. Η καπιταλιστική κρίση και η «συμπεριφορά» των αστικών κυβερνήσεων, απέναντι στο εισόδημα και τη θέση των επιστημόνων, αποκαλύπτει τα καπιταλιστικά όρια και δίνει στους κομμουνιστές μοναδικές ευκαιρίες που δεν πρέπει να αφήνουν ανεκμετάλλευτες. Το επιστημονικό στρώμα διαφοροποιείται και προσομοιάζει περισσότερο προς την εργατική τάξη, οι οικονομικές ανισότητες ανάμεσά τους βαθαίνουν. Γίνεται πιο ορατό το στρώμα της «ελίτ», που παίρνει σε μεγαλύτερο βαθμό επιχειρηματικά χαρακτηριστικά, πρόσθετα στην επιστημονική ιδιότητα.

Αφετηρία της παρέμβασής μας είναι η ανάδειξη του ταξικού συμφέροντος της μεγαλύτερης μάζας των επιστημόνων στη συμμαχία με την εργατική τάξη για το σοσιαλισμό, που μόνο εκεί θα μπορέσουν να αξιοποιηθούν ολόπλευρα οι επιστημονικές δυνατότητες και να βελτιωθεί η οικονομική τους θέση. Ζητήματα οργάνωσης: Οι επιστημονικοί κλάδοι μπορούν να εξοπλίσουν το κίνημα με σημαντικές πληροφορίες που προκύπτουν από το αντικείμενο των σπουδών και της δουλειάς τους. Στον κτηνιατρικό χώρο: Ξεκινώντας από την αγροτική πολιτική και την εφαρμογή της ΚΑΠ, οι κυβερνητικές παρεμβάσεις αρχίζουν από το στάβλο με τη διαχείριση του ζωικού κεφαλαίου και φτάνουν στις επιλογές των προγραμμάτων σπουδών και τη χρηματοδότηση της οποιασδήποτε έρευνας, για να καθορίσουν εντέλει την επαγγελματική θέση του κτηνιάτρου, με κύριο χαρακτηριστικό τη συγκέντρωση στα αστικά κέντρα και τη στροφή στην ιατρική ζώων συντροφιάς, σαν την πιο προφανή επαγγελματική διέξοδο. Εδώ η κυβερνητική πολιτική εκτός από τις άμεσες επιπτώσεις (ανεργία, άμισθη εργασία, φόροι που δυσκολεύουν την επιβίωση του αυτοαπασχολούμενου με μικρά εισοδήματα, απελευθέρωση του επαγγέλματος) αφορά τη διαχείριση των αδέσποτων ζώων συντροφιάς και την ανάθεσή της στους δήμους, τις κοινωνικές δαπάνες και το ρόλο του εθελοντισμού και των ΜΚΟ, το ρόλο του δημόσιου τομέα, τη δημόσια υγεία και το ρόλο των Τοπικών Διοικήσεων, που τις θέλει μακρύ χέρι και το άλλοθί της και επιδρά και στη θέση του αυτοαπασχολούμενου. Τα συντεχνιακά προβλήματα, επόμενα, αφορούν ευρύτερα τους εργαζόμενους, άλλους επιστημονικούς κλάδους, την αγροτιά και τη γειτονιά και πρέπει να παλεύονται συντονισμένα. Ετσι παίρνουν την πραγματική τους πολιτική διάσταση και δυναμώνει η ιδεολογική παρέμβαση των κομμουνιστών, γίνονται βήματα στην κοινωνική συμμαχία. Το κίνημα των επιστημόνων «δανείζεται» τη λάμψη της πρωτοπορίας. Η επίθεση της κυβέρνησης με το νόμο - λαιμητόμο και τα φορολογικά, αποκάλυψε ακόμη τη σύνδεση που πρέπει να αναπτυχθεί ανάμεσα στις παρατάξεις μας στους επιστημονικούς κλάδους, με αιχμή κοινά αιτήματα. Είναι ένας συντονισμός που οι εκφραστές του κυβερνητικού - εργοδοτικού συνδικαλισμού έχουν δεδομένο σε μεγάλο βαθμό, σαν απόρροια της συμμετοχής τους σε όργανα του κράτους π.χ. ασφαλιστικά ταμεία και επιμελητήρια και της κατεύθυνσης της ρουσφετολογίας, της απραξίας και συμμετοχής στην κυβερνητική πολιτική, και τον μεταφέρουν στο κίνημα. Οι κομμουνιστές επιβάλλεται να αντιτάξουν την ταξική ενότητα και συμμαχία των επιστημονικών κλάδων, που θα στηρίξει τους αδύναμους, θα μαζέψει τις σκόρπιες δυνάμεις και θα δυναμώσει τον πολιτικό λόγο. Ο οπορτουνισμός δυσκολεύει την πολιτική των συμμαχιών σε κάθε χώρο. Η πρόσφατη αποκαλυπτικά διασπαστική δράση του στο εργατικό κίνημα, τη ΓΣΕΕ και το ΕΚΑ, π.χ. θα αποτελούσε αξιοποιήσιμο επιχείρημα, αν οι δεσμοί με το λαϊκό κίνημα ήταν δυνατότεροι. Oι οπορτουνιστές εκμεταλλεύονται τον «κενό» χώρο, στη δράση και την ιδεολογία, που αφήνουμε εμείς.

Το λεγόμενο «κίνημα της γραβάτας» είναι μια ένδειξη για τις διαθέσεις του κόσμου και μήνυμα για τις δυνατότητες και τα συντονισμένα και αποφασιστικά βήματα που μπορεί να εντείνει το Κόμμα. Επιβάλλεται ο στόχος για ανώτερο πολιτικό λόγο και οργάνωση. Οι «δράκοι» των ιδιαιτεροτήτων και των δυσκολιών να αντιμετωπιστούν θαρραλέα, με φάρο την αναγκαιότητα του κομμουνιστικού κόμματος, της οργανωμένης πρωτοπορίας της ταξικής πάλης.


Ελένη Μπράχου
Κτηνίατρος αυτοαπασχολούμενη

Για την εξειδίκευση και τη γενίκευση

Συμφωνώ με τις Θέσεις της ΚΕ για το 20ό Συνέδριο. Στη Θέση 40 χαρακτηρίζεται - σωστά - σαν κρίσιμο ζήτημα η αντιστοίχιση της καθοδηγητικής δουλειάς με τις σημερινές ανάγκες. Αναγορεύονται ακόμα - πάλι σωστά - σαν κρίκος για την επίτευξή της ως άνω αντιστοίχισης τα Τομεακά Οργανα.

Από την όλη μελέτη της Θέσης 40 γίνεται κατανοητό πως το βάρος πέφτει στην καθοδήγηση των Τομεακών Επιτροπών από τη Κεντρική Επιτροπή και τις Επιτροπές Περιοχών. Που θα πρέπει να δίνουν τέτοια καθοδηγητική βοήθεια στις Τομεακές Επιτροπές, ώστε αυτές να γίνουν πραγματικό επιτελείο μάχης και, μελετώντας την εξέλιξη της κοινωνικής σύνθεσης του χώρου ευθύνης τους, την πορεία της οικονομίας του, τις αλλαγές που συντελούνται στη διάρθρωση της εργατικής τάξης και των άλλων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων, εχθρικών και φιλικών, να είναι σε θέση να εξειδικεύουν τις γενικές κατευθύνσεις.

Στον Τομέα, λοιπόν, θα γίνεται η εξειδίκευση. Αυτός θα εξειδικεύει. Και για να γίνει ικανός να εξειδικεύει, οι Θέσεις θεωρούν σαν κεντρικό ζήτημα την απόκτηση από τα στελέχη του ένα ορισμένο επίπεδο διαλεκτικής υλιστικής σκέψης.

Θεωρώ απόλυτα σωστή αυτή τη Θέση. Η απόκτηση ενός καλού επιπέδου διαλεκτικής υλιστικής σκέψης από τα στελέχη ενός Τομέα - και όχι μόνον από τα στελέχη - είναι απαραίτητη και πολλαπλά χρήσιμη.

1) Οπλίζει τα στελέχη με «αντισώματα» για να μπορέσουν να αντέξουν στη πολύπλευρη επίθεση που δέχονται από τον ταξικό αντίπαλο με ιδεολογήματα, συκοφαντίες, ρουσφέτια, εκβιασμούς κ.λπ.

2) Διαμορφώνει μια ασφαλιστική δικλίδα που θα εμποδίζει το στέλεχος και κατ' επέκταση το Τομεακό Οργανο να «ξεφύγει» από τη γραμμή, να «γλιστρήσει», στο όνομα της εξειδίκευσης στο χώρο.

3) Κάνει πιο αποτελεσματική την όλη του προσπάθεια να πείσει για την επικαιρότητα και την αναγκαιότητα του στρατηγικού μας στόχου, σε αντιπαράθεση με τις στρατηγικές των αστικών κομμάτων.

Εξειδίκευση, λοιπόν, αλλά και γενίκευση από τα Τομεακά Οργανα. Πόσες, όμως, δυσκολίες έχει αυτή η αποστολή τους; Και πόσους κινδύνους κρύβει;

Πρώτη δυσκολία: Στο όνομα της πίεσης των καθημερινών, άμεσων καθηκόντων να αναβάλλεται «για αργότερα» και η εξειδίκευση και η γενίκευση. Αυτό θα συμβεί αν τα θεωρήσουμε σαν δύο επιπλέον καθήκοντα και όχι σαν δύο σημαντικές πλευρές του κάθε - κυριολεκτικά του κάθε - καθήκοντος.

Δεύτερη δυσκολία: Οι δύο αυτές διαδικασίες να γίνονται ξεκομμένες από τη δράση, να μην υπηρετεί δηλαδή η εξειδίκευση μια συγκεκριμένη δραστηριότητα και να μη γενικεύεται αμέσως μετά η πείρα από την ίδια τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Να γίνονται δηλαδή «για να γίνονται».

Πρώτος κίνδυνος: Στο όνομα της εξειδίκευσης να υπερπροβάλλεται η «ιδιαιτερότητα» και τμήμα της θέσης - ή και ολόκληρη η θέση - σε ένα ζήτημα να μην παλεύεται, να αποσιωπάται ή και να «κόβεται» από το Τομεακό Οργανο ή το αρμόδιο στέλεχος στον Τομέα. Να εφαρμόζεται, δηλαδή, και να υλοποιείται όποιο τμήμα των θέσεων αρέσει ή θεωρείται πιο εύκολο, και αυτό να γίνεται με άλλοθι την εξειδίκευση.

Δεύτερος κίνδυνος: Στο όνομα της γενίκευσης το Τομεακό Οργανο να αποσπάται από την αντικειμενική πραγματικότητα, που το θέλει να έχει ευθύνη για έναν πεπερασμένο χώρο, κλαδικό ή εδαφικό, και να βγάζει συμπεράσματα για όλη την εργατική τάξη, για όλη την Ελλάδα. Να έρχονται έτσι τα συμπεράσματά του σε πιθανή διάσταση με τα συμπεράσματα που θα βγάλει η ΚΕ του Κόμματος, που είναι και η υπεύθυνη και η αρμόδια για να γενικεύσει πανελλαδικά.

Αν δεν ξεπεράσουμε τις δυσκολίες και δεν προσέξουμε τους κινδύνους είναι εύκολο να γλιστρήσουμε στον οπορτουνισμό, χωρίς καν να το καταλάβουμε.

Υπάρχουν «καλούπια» καθοδηγητικής βοήθειας προς τους Τομείς σε αυτά τα ζητήματα; Νομίζω πως όχι. Ούτε καν «καλούπια» ιεράρχησης στόχων δεν μπορούν να υπάρχουν. Και αυτό γιατί άλλο είναι το περιεχόμενο των ευθυνών ενός Τομέα κλαδικού και άλλο ενός Τομέα εδαφικού. Αλλά και μεταξύ των εδαφικών Τομέων υπάρχουν σημαντικές διαφορές. Ο Τομέας της Λέσβου π.χ. έχει στην ευθύνη του Εργατικό Κέντρο (στο ΠΑΜΕ), Ομοσπονδία Αγροτικών Συλλόγων (9 σύλλογοι στην ΠΑΣΥ), Ομοσπονδία των ΕΒΕ (στην ΠΑΣΕΒΕ), Νομαρχιακό Τμήμα της ΑΔΕΔΥ (είμαστε μειοψηφία), Δήμο (με τρεις δημοτικούς συμβούλους), σχολεία και εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων, έξι πανεπιστημιακές σχολές και την έδρα του Πανεπιστημίου Αιγαίου, Νοσοκομείο, ΠΕΔΥ και κάμποσα Κέντρα Υγείας και αγροτικά Ιατρεία, την έδρα της περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, βουλευτή, λιμάνι και αεροδρόμιο, τη μεγαλύτερη πύλη ροών προσφύγων στην Ελλάδα, γύρω στους 6.000 πρόσφυγες και μετανάστες μόνιμα στο νησί και διάφορα άλλα. Ολα αυτά σε μια περιοχή που βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα και με μεγάλη συγκέντρωση ενστόλων.

Είναι φανερό πως σε άλλους Τομείς κάποιες από αυτές τις ευθύνες δεν υπάρχουν καν. Είναι ακόμα φανερό πως η ιεράρχηση των διαφόρων ευθυνών στη Λέσβο οφείλει να πάρει υπόψη της το ειδικό βάρος που έχει ο καθένας από αυτούς τους τομείς στη στρατηγική του Κόμματος.

Πού κατά τη γνώμη μου πρέπει να εστιαστεί η καθοδηγητική βοήθεια προς το Τομεακό Οργανο;

1) Στον έλεγχο, ώστε τα στελέχη να μελετούν συστηματικά και διεξοδικά όλα τα σημειώματα που φτάνουν στους Τομείς από την καθοδήγηση. Αν δεν γνωρίζεις επακριβώς μία θέση πώς θα την εξειδικεύσεις;

2) Στην οργάνωση και τον έλεγχο της διαδικασίας απόκτησης και στερέωσης υλιστικής, διαλεκτικής σκέψης, πρώτα και κύρια από τα στελέχη αλλά και από τα μέλη. Εδώ χρειάζεται να πολλαπλασιαστούν οι κομματικές σχολές αλλά και τα σεμινάρια, που πρέπει να παρακολουθούν όλα τα στελέχη περιοδικά. Επιπλέον η μελέτη του «Ριζοσπάστη» και της ΚΟΜΕΠ είναι απολύτως απαραίτητη από όλα τα στελέχη.

3) Στην κατάκτηση, κύρια από τα στελέχη:

- της ικανότητας να αναζητούν τα αναγκαία και ικανά στοιχεία - δεδομένα, που απαιτούνται για να φτάσουν στη γενίκευση,

- της ικανότητας να εκτιμούν σωστά κάθε ένα από αυτά τα στοιχεία,

- της ικανότητας να μην χάνουν από το κέντρο της προσοχής τους γενικότερα κριτήρια που όμως - όπως σημειώνουν οι Θέσεις της ΚΕ - αυτά πρέπει να κρίνουν το βαθμό επιτυχίας κάθε δραστηριότητας, όπως π.χ. η οικοδόμηση.

Η αντιστοίχιση της δουλειάς μας με τις απαιτήσεις που μας βάζει κάθε φορά η ταξική πάλη είναι ένα σύνθετο και δύσκολο καθήκον. Πεποίθησή μου είναι πως το μπορούμε.


Βασίλης Αμπελογιάννης
Μέλος Κομματικής Επιτροπής Αιγαίου

Για την ενίσχυση της συντροφικής συζήτησης στο Κόμμα

Στην εποχή που η οικονομική κρίση του καπιταλισμού δείχνει τα δόντια της και η διέξοδος προς όφελος του συστήματος, του κεφαλαίου, υποσκάπτει το βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης, γενικότερα του λάου, η πάλη του κοινωνικού υποκειμένου (εργατική τάξη + κοινωνικοί σύμμαχοι) που αντικειμενικά έχουν συμφέρον για την ανατροπή του, φέρνουν στο προσκήνιο νέα σύνθετα προβλήματα για αυτούς, που πρέπει να πάρουμε υπόψη μας, για την ενίσχυση της ταξικής πάλης στη χώρα μας.

Η απαξίωση της εργατικής δύναμης εκφράζεται στην οικονομική κρίση, με χιλιάδες απολύσεις εργατών από το κλείσιμο επιχειρήσεων, με την κατακόρυφη υποτίμηση της τιμής της εργατικής δύναμης (μισθούς, ασφαλιστικά, εργασιακά δικαιώματα), με την αύξηση της ανεργίας.

Παράλληλα, τμήματα των μικρομεσαίων αδυνατούν να συνεχίσουν την οικονομική τους δραστηριότητα, με αποτέλεσμα να πλασάρονται στους εκατομμύρια ανέργους, μαζί με νέους επιστήμονες, που επιταχύνεται η προλεταριοποίησή τους, μέσα από τη λεγόμενη «απελευθέρωση» επαγγελμάτων και τη διείσδυση του μεγάλου κεφαλαίου σε τομείς παροχής υπηρεσιών και κοινωνικών δομών.

Ολα αυτά έχουν σαν αποτέλεσα να δυσκολεύει ακόμα περισσότερο η ζωή της εργατικής τάξης, των πλατιών λαϊκών στρωμάτων, τα αδιέξοδα να μεγαλώνουν, η ανασφάλεια, η αβεβαιότητα να γενικεύεται.

Αυτή η κατάσταση αντικειμενικά επιβαρύνει μέλη και στελέχη του Κόμματος, αφού και οι ίδιοι τμήμα της κοινωνίας, ζούνε στο πετσί τους και ίσως με χειρότερο τρόπο τις συνέπειες των αντιλαϊκών, αντεργατικών επιλογών, με στόχο την ανάκαμψη των κερδών του κεφαλαίου.

Τα μέλη και τα στελέχη του Κόμματος σαν συνειδητό κομμάτι της πολιτικής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, δρουν πρωτοπόρα, δραστήρια, με στόχο την κοινωνική απελευθέρωση, την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, για τον σοσιαλισμό - κομμουνισμό. Οντας οργανωμένοι στο Κόμμα της εργατικής τάξης, είναι επιφορτισμένοι με σύνθετα καθήκοντα και απαιτητικότητα αναλόγως τη χρέωση, που απορρέουν από το γενικό πολιτικό καθήκον, της ανασύνταξης του εργατικού - συνδικαλιστικού κινήματος, τη συγκρότηση της λαϊκής συμμαχίας, για την αντεπίθεση.

Τα μέλη και τα στελέχη του Κόμματος πρέπει να ανταποκριθούν σε αυτό το πολιτικό καθήκον και η αφοσίωσή τους σε αυτό πρέπει να διαπερνά τις ζυμώσεις και διεργασίες που κάνουν. Να γίνεται με ζωντανό, ουσιαστικό τρόπο, όχι σαν ένα τυπικό καθήκον που πρέπει να διεκπεραιωθεί και σαν δείκτης να φιγουράρει σε κάποιο οργανωτικό σχεδιάγραμμα. Οχι ότι δεν χρειάζονται και αυτά, για να ξέρουμε πού είμαστε, τι κάνουμε, πώς προχωράμε, πού και σε ποιους ακουμπάει η πολιτική μας.

Οι ζυμώσεις του σήμερα, πέρα απ' όλα τα άλλα, πρέπει να έχουν στόχο τη χειραφέτηση του λαού από την αστική πολιτική, αστική ιδεολογία, για την ταξική ενότητα των εργαζομένων, τη συγκρότηση της λαϊκής συμμαχίας, σε αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση.

Πολλές φορές, ενώ υπάρχει συμφωνία για όλα τα παραπάνω, όταν είναι να προχωρήσουνε στη ζωή, με βάση το γενικό σχέδιο που έχει η κάθε Οργάνωση, υπάρχει δυσκολία.

Πολλά στελέχη, κυρίως Τομεακών Οργανώσεων, μέλη ΤΕ, Γραμματείς, Γραφεία ΚΟΒ, ενώ έχουν τη διάθεση να προσφέρουν, πολλές φορές είναι πίσω από τις απαιτήσεις που χρειάζεται η ταξική πάλη σήμερα. Και δεν μιλάμε για το πόσο μελετάνε την πολιτική του Κόμματος καθημερινά, συστηματικά, κατά πόσο αφομοίωσαν το Πρόγραμμα του Κόμματος, τη στρατηγική του, που είναι στοιχεία και αυτά και σίγουρα δεν είναι όλα λυμένα.

Αυτά τα στελέχη αποτελούν σημαντικό κρίκο της συνολικής - γενικής δουλειάς του Κόμματος, στην κατεύθυνση της ενιαίας πολιτικο-ιδεολογικής, οργανωτικής δράσης και παρέμβασης. Χωρίς αυτό να έρχεται σε αντιπαράθεση με άλλους τομείς δουλειάς, που πρέπει να όλα να δρουν αλληλένδετα και ενιαία, στο βασικό στόχο, στη συγκέντρωση λαϊκών δυνάμεων, σε αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση, για την ανατροπή.

Σε πολλά από αυτά τα στελέχη και όντας νέα στην ηλικία, η καθοδήγησή τους δεν φτάνει μόνο στο να τους αναθέτουμε καθήκοντα και να ελέγχουμε απλά την υλοποίησή τους. Πρέπει να σταθούμε περισσότερο και κυρίως σε αυτό που λέγεται ατομική συντροφική συζήτηση και να μάθουν και αυτά να δουλεύουν έτσι με τους συντρόφους που καθοδηγούν.

Πολλά στελέχη που έχουν δυνατότητες, διάθεση, στην πορεία χάνονται ή, η προσφορά τους είναι μειωμένη από αυτό που μπορούν, σε σχέση με αυτό που είχαν δείξει στο παρελθόν.

Δυστυχώς η καθημερινότητα και κυρίως σήμερα με την οικονομική κρίση να είναι αμείλικτη, αυτό αντικειμενικά αγγίζει και της γραμμές μας σε μέλη και στελέχη του Κόμματος.

Δεν πρέπει να βγάζουμε εύκολα συμπέρασμα, αν η δουλειά συντρόφων μένει πίσω, ή δείχνουν στην πορεία μειωμένη διάθεση για προσφορά, που πολλές φορές τους αφήνουμε στην τύχη τους και στο τέλος τους χάνουμε εντελώς και δεν ξέρουμε τι κάνουν, ενώ πριν τους είχαμε (μέλη ΤΕ, υποψήφιοι βουλευτές του Κόμματος, σε ΔΣ εργατικών σωματείων, επαγγελματικών σωματείων, αγροτικών - κτηνοτροφικών συλλόγων, υποψήφιοι σε τοπικές εκλογές κ.ά.). Δεν πρέπει να χάνεται έτσι ένας σύντροφος, χρειάζεται άλλη αντιμετώπιση, τα μέλη και τα στελέχη του ΚΚΕ δεν είναι με ημερομηνία λέξεως, δεν είναι αναλώσιμα.

Χρειάζεται να το βασανίσουμε περισσότερο, να ενισχύσουμε την συντροφική συζήτηση, να συζητήσουμε με συντρόφους, στελέχη, πέρα από τις συνεδριάσεις οργάνων, ΓΣ, ΚΟΒ, πώς ζει ο σύντροφος, αν εργάζεται, αν τα βγάζει πέρα, μπορεί να πληρώσει το ρεύμα, το νερό, το τηλέφωνο, πώς είναι το οικογενειακό του περιβάλλον, αν υπάρχουν άλλα προβλήματα όπως υγείας, πώς τα αντιμετωπίζει κ.ά. Είναι σημαντικά στοιχεία, που έχουν να κάνουν με την ψυχοδομή των δυνάμεών μας, που πρέπει να πάρουμε υπόψη και στον σχεδιασμό πριν αναθέσουμε καθήκοντα και καταμερίσουμε δυνάμεις.

Πολλές φόρες τα προσωπικά ζητήματα που βασανίζουν έναν σύντροφο δεν έρχονται στην Οργάνωση. Βαραίνουν όμως τον σύντροφο που έχει καθήκοντα στην Οργάνωση να τρέξει.

Ο σύντροφος δεν ανταποκρίνεται στα καθήκοντα του Κόμματος ή ανταποκρίνεται με ελαφρά τη καρδία, αφού τα προσωπικά του θέματα - ζητήματα τον πάνε πίσω, ενώ θέλει να προσφέρει. Ετσι εκτίθεται αρνητικά, με αποτέλεσμα αυτό να μην βοηθάει τον σύντροφο και στην τελική κανέναν, γιατί η κριτική και η αυτοκριτική που θα γίνει ενδεχομένως σε κάποιο Οργανο η στην ΚΟΒ, γίνεται με πολλή υποκειμενισμό, χωρίς να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα και πολλές φόρες πέφτει πολύ «μαστίγωμα» ή «αυτομαστίγωμα» και χάνουμε την ουσία και αυτό που θέλουμε να βγει από μια κριτική ή αυτοκριτική κομμουνιστικών αρχών.

Πιστεύω αν αυτά τα ζητήματα κυρίως οι Επιτροπές Περιοχών τα έπαιρναν περισσότερο υπόψη, θα είχαμε πολλαπλάσιο κέρδος και οφέλη για τους στόχους και τους σκοπούς του Κόμματος.


Σαββίδης Παναγιώτης
Κατερίνη

Για τους αστικούς εκσυγχρονισμούς

Στη θέση 28 γίνεται λόγος για τους αστικούς εκσυγχρονισμούς που, σποραδικά, προσπαθεί να κάνει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό, όμως, που δεν αναφέρεται, είναι η στάση που πρέπει να κρατήσει το Κόμμα απέναντί τους.

Από τους αστικούς εκσυγχρονισμούς που προσπάθησε να προωθήσει ο ΣΥΡΙΖΑ, αυτός που συζητήθηκε περισσότερο από όλους ήταν - με διαφορά - η επέκταση του συμφώνου συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια. Με αφορμή τη στάση του Κόμματος σε αυτό, θέλω να πω τα εξής:

Η αστική τάξη σχεδόν ποτέ δεν έχει ενιαία στάση απέναντι στους αστικούς εκσυγχρονισμούς. Υπάρχει το φιλελεύθερο στρατόπεδο (της «ανοιχτής και δημοκρατικής κοινωνίας») που τους προωθεί, αλλά υπάρχει και το συντηρητικό στρατόπεδο (του «Πατρίς - Θρησκεία - Οικογένεια») που στέκεται εναντίον τους. Αυτά τα δύο στρατόπεδα συγκρούονται σκληρά σε μία σειρά κοινωνικών ζητημάτων και των εκσυγχρονισμών που φέρνουν στο προσκήνιο (χαρακτηριστική ήταν η συζήτηση που έγινε στη Βουλή για το σύμφωνο συμβίωσης). Η αναγνώριση της ύπαρξης των δύο αυτών στρατοπέδων - και, βασικά, της σύγκρουσής τους - είναι ζωτικής σημασίας. Λόγω αυτής της σύγκρουσης, η αστική τάξη μπορεί να εγκλωβίζει λαϊκές δυνάμεις, δημιουργώντας ένα πολύ ισχυρό ιδεολογικοπολιτικό δίπολο. Ο ρόλος των κομμουνιστών είναι να απαντάνε προωθητικά, αναδεικνύοντας τι εξυπηρετεί το κάθε στρατόπεδο. Αυτό είναι κάτι που ΔΕΝ έκανε το Κόμμα στο συγκεκριμένο θέμα, καθώς η επιχειρηματολογία του απαντούσε μόνο στη φιλελεύθερη γραμμή (και όχι απόλυτα σωστά). Δεν νομίζω πως ήταν συνεπές να κατηγορούνται για προώθηση της αστικής ιδεολογίας ΜΟΝΟ τα κόμματα που υπερψήφισαν, υπονοώντας ενδεχομένως πως η ΝΔ και οι ΑΝΕΛ (που το Κόμμα δεν κράτησε ιδιαίτερες αποστάσεις από την επιχειρηματολογία τους) συγκρούστηκαν... με την αστική τάξη! Φυσικά, ξεκαθαρίζω πως δεν εντόπισα την παραμικρή ομοιότητα ανάμεσα στη θέση του Κόμματος (στην οποία τηρήθηκε μέχρι κεραίας η πολιτική ορθότητα) και στις σκοταδιστικές απόψεις που εξέφρασαν η Εκκλησία και η Χρυσή Αυγή, όπως χυδαία υποστήριξαν ορισμένοι. Ομως, αυτό το βρίσκω πάρα πολύ αυτονόητο για να θεωρείται και άξιο συγχαρητηρίων.

Οι κυβερνήσεις που κάνουν αστικούς εκσυγχρονισμούς δεν είναι προοδευτικές. Την αστική τάξη εξυπηρετούν, σε ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις συμμετέχουν και το εργατικό κίνημα καταστέλλουν. Χαρακτηριστικά αναφέρω πως το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες (αναμφίβολα ο πιο προωθημένος αστικός εκσυγχρονισμός και πάγιο αίτημα του Κόμματος από την ημέρα της ίδρυσής του), στην Ελλάδα το κατοχύρωσε η κυβέρνηση Πλαστήρα τον Μάιο του 1952, η ίδια κυβέρνηση που, λιγότερο από δύο μήνες πριν, εκτέλεσε τον Νίκο Μπελογιάννη. Προσωπικά, δεν θεωρώ πως οι κομμουνιστές βουλευτές της ΕΔΑ, που υπερψήφισαν τότε, έδωσαν συγχωροχάρτι στον Πλαστήρα για το ανελέητο κυνήγι μελών και στελεχών του Κόμματος. Αντίστοιχα, θεωρώ πως μέλη και φίλοι του Κόμματος που διαφώνησαν με τη στάση του στο Σύμφωνο Συμβίωσης, δεν έδωσαν συγχωροχάρτι στον ΣΥΡΙΖΑ για το μνημόνιο και τους φόρους, ή στο Ποτάμι για τις - πρωτόγονα αντιλαϊκές - προτάσεις του στα Εργασιακά, ή στο ΠΑΣΟΚ για την πολιτική του τόσα χρόνια ως κυβέρνηση.

Οι ίδιες κυβερνήσεις ενδέχεται να χρησιμοποιούν, με περισσή υποκρισία, τους όποιους αστικούς εκσυγχρονισμούς για να παρουσιαστούν ως ριζοσπαστικές, που συγκρούονται με τις παρωχημένες αντιλήψεις των προκατόχων τους. Το ίδιο κάνει και ο ΣΥΡΙΖΑ, που αξίζει να αναφέρουμε ότι, ως κυβέρνηση, έχει κάνει τα εξής:

Εχει επιλέξει σαν κυβερνητικό εταίρο τους - πιο συντηρητικούς από τη ΝΔ - ΑΝΕΛ, βουλευτές των οποίων, πολύ συχνά, έχουν προβεί σε προσβλητικά σχόλια ενάντια σε ομοφυλόφιλους και μετανάστες.

Οχι απλά δεν θίγει καθόλου το ζήτημα διαχωρισμού Κράτους και Εκκλησίας (όπως ορθά αναφέρει η θέση 34), αλλά έφτασε και στο σημείο να καθαιρέσει, με απαίτηση της Εκκλησίας, έναν υπουργό Παιδείας (Φίλης) που θέλησε να προωθήσει έναν απλό εκσυγχρονισμό στο ζήτημα των θρησκευτικών στα σχολεία.

Αφού αποφυλάκισε ΟΛΑ τα στελέχη της ναζιστικής Χρυσής Αυγής που κατηγορούνται για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, τους περιέφερε στα στρατόπεδα των ακριτικών νησιών ως «δύναμη του έθνους».

Το Κόμμα, δυστυχώς, αντί να επικεντρώσει σε αυτά τα σημεία την κριτική του, επέλεξε να τα θίξει επιφανειακά.

Οι κομμουνιστές πρέπει να δείχνουν στο λαό πως το κομμάτι της αστικής τάξης που προωθεί αυτούς τους εκσυγχρονισμούς δεν διακατέχεται από κανένα αίσθημα «κοινωνικής δικαιοσύνης». Σκοπός του είναι ο καλύτερος δυνατός εγκλιματισμός της πολιτικής του στις μεταβολές που υφίσταται η κοινωνία. Ούτε μπορεί να νιώθει ικανοποιημένη η εργατική τάξη με αυτούς, ούτε, φυσικά, είναι «βήμα προς τον σοσιαλισμό». Ομως, αρκετές φορές, μέσω αυτών των εκσυγχρονισμών, ευνοούνται ορισμένες ομάδες που υφίστανται σκληρή διπλή καταπίεση από την αστική κοινωνία, όπως οι γυναίκες και οι μετανάστες. Προφανώς και δεν επηρεάζεται η γενικότερη καταπιεστική φύση του καπιταλισμού, ενώ η διπλή καταπίεση δεν εξαφανίζεται, απλά αμβλύνεται. Για παράδειγμα, δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι στις ΗΠΑ οι Αφροαμερικάνοι έχουν πάψει να υφίστανται διακρίσεις, λόγω της κατάργησης των ρατσιστικών νόμων που ίσχυαν μέχρι την δεκαετία του 1970. Ομως, είναι σίγουρο πως η κατάργηση αυτών των νόμων βελτίωσε τη ζωή τους σε σημαντικό βαθμό. Ως εκ τούτου, οι κομμουνιστές έχουν χρέος να σταθούν θετικά απέναντι σε μέτρα που βάζουν έναν φρένο στη ρατσιστική αντιμετώπιση κάποιων ανθρώπων, αναδεικνύοντας παράλληλα όρια και τυχόν αντιδραστικές πτυχές. Κάτι το οποίο, βέβαια, ΔΕΝ έκανε το Κόμμα στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η αλήθεια είναι πως οι αστικοί εκσυγχρονισμοί, αρκετές φορές, γίνονται όπλο στα χέρια της αστικής τάξης (ακόμα και του συντηρητικού κομματιού της, που τους πολέμησε λυσσαλέα όταν τέθηκαν επί τάπητος) για την προώθηση αντιλαϊκών σχεδίων. Ας σκεφτούμε πόσες φορές οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες (ΗΠΑ, ΕΕ και - κυρίως - Ισραήλ) έχουν χρησιμοποιήσει την (ασύγκριτα καλύτερη, σε σχέση με τις ισλαμικές χώρες) θέση των γυναικών στο εσωτερικό τους ως όχημα για την προώθηση των ιμπεριαλιστικών τους σχεδίων στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι τα κομμουνιστικά κόμματα αυτών των χωρών έπρεπε να εναντιωθούν στη θεσμική κατοχύρωση των δικαιωμάτων των γυναικών. Σημαίνει, όμως, ότι σε συνθήκες κυριαρχίας του καπιταλισμού, ακόμα και το πιο προοδευτικό μέτρο θα έχει ορισμένες αντιδραστικές πτυχές.

Κλείνοντας, θέλω να επισημάνω πως όταν το Κόμμα αρνείται να ασχοληθεί με ένα ζήτημα, δεν σημαίνει πως δεν ασχολούνται μαζί του τα επιτελεία της αστικής τάξης. Τόσο οι φιλελεύθεροι αστοί, όσο και οι μεταμοντέρνοι αριστεριστές, πάντα θα παραμονεύουν να τραβήξουν με το μέρος τους τα πιο προοδευτικά τμήματα του λαού. Και όταν το Κόμμα δεν βάζει κάπου τη δική του λογική, το έργο τους γίνεται κατά πολύ ευκολότερο.


Αλέξανδρος Οικονομίδης
ΤΟ Α' Αθήνας της ΚΝΕ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org