Τετάρτη 8 Φλεβάρη 2017
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Για την κυκλοφορία και την αξιοποίηση του «Ριζοσπάστη»

Ενα από τα σοβαρά καθήκοντα και ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε είναι και το θέμα της ουσιαστικής αξιοποίησης άρα και διάδοσης της εφημερίδας του Κόμματος, ώστε να ανταποκριθεί θετικά στο ρόλο που έχει να παίξει ως οργανωτής και πολιτικός - ιδεολογικός καθοδηγητής τόσο των μελών του Κόμματος σε καθημερινή βάση, όσο και ευρύτερα στις λαϊκές εργατικές μάζες στις οποίες απευθυνόμαστε.

Πολλές φορές και στα τελευταία κομματικά μας ντοκουμέντα αναφερόμαστε στη στροφή που πρέπει να υπάρξει στην ανάγκη πλατιάς ενίσχυσης της καθημερινής κυκλοφορίας του «Ρίζου» και για τους πρόδηλους πολιτικούς αλλά και για οικονομικούς λόγους. Η κυκλοφορία της εφημερίδας τα τελευταία αρκετά χρόνια έχει παρουσιάσει σημαντική μείωση τόσο στα καθημερινά όσο και στα κυριακάτικα φύλλα, και οι λόγοι είναι διάφοροι και όχι κατ' ανάγκη μόνο πολιτικοί. Πιστεύω ότι σοβαροί λόγοι αποτελούν τόσο η ραγδαία αύξηση της ηλεκτρονικής μορφής πληροφόρησης γενικά, όσο και η οικονομική στενότητα των τελευταίων ετών που δρουν αποτρεπτικά σε μία καθημερινή επαφή με το διάβασμα της έντυπης μορφής. Παράλληλα, δεν είναι μικρότερης σημασίας και η έλλειψη της κατανόησης της ανάγκης στήριξης και διάδοσης του «Ρίζου» από τα κομματικά και ΚΝίτικα μέλη μας.

Για τους παραπάνω λόγους προτείνω τα ακόλουθα:

Για να εξασφαλιστεί η απαραίτητη καθημερινή έκδοση της εφημερίδας (ακόμα και τη Δευτέρα με τον «Ρίζο της Δευτέρας», έχοντας πιο «ελεύθερη» ύλη) να μειωθεί δραστικά ο αριθμός των σελίδων της έκδοσης με 8 έως 12 σελίδες που θα επικεντρώνει στο πολιτικό και ιδεολογικό εξοπλισμό, τα ημερήσια οργανωτικά καθήκοντα και ένα άρθρο αιχμής. Οι ειδήσεις να είναι επιλεκτικές, σύντομες και οι πλέον απαραίτητες. (Αναλυτικά η ειδησεογραφία μπορεί να καταχωρείται πλέον στην ηλεκτρονική μορφή του «Ρίζου»). Ο κύριος τίτλος απλός, σύντομος και κατανοητός. Κατά περίπτωση ένθετα τετρασέλιδα για σοβαρούς λόγους.

Η εφημερίδα να αποκτήσει πιο μάχιμο - επαναστατικό ύφος, (να ξαναδούμε και να θυμηθούμε τι μορφή είχε η εφημερίδα σε παλιές δύσκολες εποχές με ύλη λίγων σελίδων), να γίνει ευκολοδιάβαστη με σύντομα σχόλια, λιγότερο «επαγγελματική» δημοσιογραφία, με συχνές ανταποκρίσεις απλών μελών και φίλων από τους τόπους δουλειάς, τα πανεπιστήμια και τους άλλους μαζικούς χώρους, που θα γίνεται αναφορά για τους αγώνες και τις προσπάθειες που γίνονται, τους στόχους μικρούς και μεγάλους που μπαίνουν (μόνιμοι τοπικοί ανταποκριτές).

Ταυτόχρονη μείωση της τιμής του ημερήσιου φύλλου στα 50 λεπτά. Αυτό θα βοηθήσει σημαντικά στην αύξηση της κυκλοφορίας θα κάνει πιο προσιτό και δυνατό να αγοραστεί από πλατύτερες μάζες και τα μέλη, να πολλαπλασιάσει την πολιτική επιρροή μας, θα επιτρέψει την απαίτηση για υποχρεωτική αγορά του από όλα τα μέλη του ΚΚΕ και της ΚΝΕ.

Μόνιμοι και υποχρεωτικά συνδρομητές όλα τα μέλη, ώστε να μπαίνει ο «Ρίζος» σε όλες τις πολυκατοικίες και τα σπίτια κάθε μέρα, λειτουργώντας και ως μέσο μαζικής προπαγάνδας.

Να εξεταστεί η δυνατότητα έκδοσης με προσαρμοσμένη ύλη ανά γεωγραφική περιοχή για μεγαλύτερη αμεσότητα.

Να παραμείνει η πολυσέλιδη έκδοση της Κυριακής με έλεγχο της αγοράς του για όλα τα μέλη μας.

Ο «Ριζοσπάστης» να ξαναγίνει σύντροφος καθημερινός στη δουλειά, στο μετρό, στο λεωφορείο, στο δρόμο, να τον διαβάζουμε παντού, να τον δείχνουμε παντού, να κυκλοφορούμε με το «Ρίζο» στο χέρι, να δηλώνουμε την παρουσία του και ταυτόχρονα την παρουσία του Κόμματος.

Να εμπνευστούμε διαβάζοντας παλιά φύλλα του «Ριζοσπάστη», ανατρέχοντας στην ψηφιοποίηση της εφημερίδας που υπάρχει και είναι προσβάσιμη στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος για φύλλα από το 1917 έως το 1983.


Νείλος Θ. Μούσχουρος
ΚΟΒ Μηχανικών - Τεχνικών της ΚΟ Αττικής

Για τα διαδικτυακά Μέσα του Κόμματος

Για τα διαδικτυακά Μέσα του Κόμματος και την αναβάθμιση της παρέμβασης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Θα ήθελα να καταθέσω μια πρόταση για την αναβάθμιση της πολιτικής, ιδεολογικής, ενημερωτικής και πολιτιστικής παρέμβασης του Κόμματος στα διαδικτυακά Μέσα, επειδή:

* Συμφωνώ με τη διατύπωση των θέσεων: «Η ΚΕ, παρά κάποια μικρά βήματα, υστερεί ακόμα σοβαρά στη διαμόρφωση υποδομής στα θέματα προπαγάνδας, παρέμβασης στο Διαδίκτυο, σε όλη αυτήν την πολυμορφία και πληθώρα τεχνολογικών μέσων που υπάρχουν στην εποχή μας».

* Θεωρώ ότι υπάρχουν αναξιοποίητες δυνάμεις (κομματικά μέλη, πιστοί οπαδοί, ακόμα και φίλοι του Κόμματος) που θα μπορούσαν να συμβάλλουν σε αυτήν την προσπάθεια.

* Η διαμόρφωση γνώμης και η ενημέρωση όλο και περισσότερο εξαρτάται από την πληροφορία που διαχέεται μέσω των ηλεκτρονικών Μέσων, ιδιαίτερα στις νέες παραγωγικές ηλικίες και τη νεολαία .

Η πρότασή μου είναι η εξής:

-- Με ευθύνη της ΚΕ, να οριστούν σε κάθε Τομεακή Οργάνωση (είτε κλαδική, είτε εδαφική) υπεύθυνοι για τη δουλειά στα ηλεκτρονικά Μέσα.

-- Σε κάθε Τομεακή Οργάνωση να οργανωθεί σχετική ομάδα εργασίας, αποτελούμενη από κομματικά μέλη και πιστούς οπαδούς, με διάθεση προσφοράς, γνώση και πείρα, που θα καθοδηγείται από την αντίστοιχη Τομεακή Επιτροπή.

-- Κάθε Τομεακή Οργάνωση να φτιάξει ιστοσελίδα, που θα ενημερώνεται σε καθημερινή τουλάχιστον βάση και θα περιέχει πληθώρα θεμάτων και αφιερωμάτων. Ετσι, εκτός από την αναδημοσίευση του κεντρικού άρθρου του «Ριζοσπάστη» και τη σύνδεση με τον 902, θα μπορούσε να ενημερώνει για τοπικά ή κλαδικά ζητήματα της Τομεακής Οργάνωσης. Να οξύνει την ιδεολογική και πολιτική διαπάλη σε ιδιαίτερους τομείς, όπου παρεμβαίνουν ο ταξικός αντίπαλος και ο οπορτουνισμός. Να ετοιμάζει αφιερώματα, ιστορικά, εργατικά, μουσικά, που θα μπορεί κανείς να τα βλέπει, αλλά και που θα μπορούν να αξιοποιηθούν γενικότερα στη δράση του Κόμματος και του κινήματος. Να προβάλλει κλαδικούς και τοπικούς αγώνες που είναι σε εξέλιξη. Να προβάλλει την ερασιτεχνική πολιτιστική δημιουργία του ΠΑΜΕ, των σωματείων και των συλλόγων, κάνοντας ουσιαστική πολιτιστική παρέμβαση. Με λίγα λόγια να δίνει μια άλλη πρόταση για την περιήγηση στο Διαδίκτυο και να φέρνει σε επαφή με την πολιτική θέση του Κόμματος τους χρήστες.

Δεν έχω καμιά ψευδαίσθηση, ότι η παρέμβαση μέσω του Διαδικτύου, μπορεί να αντικαταστήσει την προσωπική επαφή, τις συσκέψεις, τις περιοδείες στους τόπους δουλειάς και ζωής, την οργανωμένη δουλειά του Κόμματος και της ΚΝΕ, την οργάνωση των εργαζομένων στα ταξικά σωματεία. Ομως χρειάζεται να δημιουργήσουμε την υποδομή που είναι απαραίτητη για να παρακολουθούμε, να απαντάμε και να παρεμβαίνουμε πολιτικά, ιδεολογικά, πολιτιστικά και στον χώρο του Διαδικτύου.

Εύχομαι το 20ό Συνέδριο του Κόμματός μας να κάνει βήματα στην υλοποίηση του συνθήματός του, με την πείρα των 99 χρόνων ηρωικών αγώνων του ΚΚΕ και με το βλέμμα στραμμένο στη νεολαία και το μέλλον.


Καββαδίας Γιώργος
Αργυράδες, Νότια Κέρκυρα

Σκέψεις με αφορμή τις Θέσεις της ΚΕ

Το Κόμμα έχει κάνει τεράστια βήματα τα τελευταία χρόνια στη στρατηγική του αντίληψη, στις θεωρητικές επεξεργασίες του. Η πείρα της εκατοντάχρονης πορείας του και τα κρίσιμα σταυροδρόμια των τελευταίων 25 χρόνων έπαιξαν ρόλο στην εξαγωγή ώριμων συμπερασμάτων και στη θεωρητική τεκμηρίωση των θέσεών του. Θέσεις που έχουν τεράστια σημασία όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για το Παγκόσμιο Κομμουνιστικό Κίνημα, του οποίου το ΚΚΕ αποτελεί πραγματικό φάρο. Το ΚΚΕ αναπτύσσει κυριολεκτικά το μαρξισμό σε επίπεδο θεωρίας και σε κάθε Συνέδριό του αποδεικνύει πως η μαρξιστική - λενινιστική θεωρία είναι κάτι ζωντανό, που εξελίσσεται, και που θα εξελίσσεται όσο προχωράει και η ίδια η ζωή και δεν είναι ένα ευαγγέλιο που γράφτηκε στα τέλη του 19ου - αρχές 20ού και έκλεισε λέγοντάς τα όλα.

Δύσκολη αποστολή. Ακόμα πιο δύσκολο όμως είναι πώς αυτήν την επεξεργασμένη στρατηγική, πώς αυτήν την ωριμότητα στις θέσεις μας θα την ταυτίσουμε με την πράξη. Πώς θα γίνουμε καλύτεροι στην καθημερινή δουλειά, στην οποία πολλές φορές λειτουργούμε μηχανιστικά, πώς θα είμαστε ουσιαστικοί. Πώς θεωρία και πράξη θα πηγαίνουν βήμα - βήμα. Αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος το χάσμα μεταξύ επεξεργασμένης θεωρίας από τη μια και πρακτικών αδυναμιών από την άλλη - τόσο λόγω αντικειμενικών παραγόντων και κατάστασης του εργατικού κινήματος, όσο και υποκειμενικών - να οδηγήσει είτε σε μια «σεχταριστική» αναδίπλωση είτε σε θεωρητικές διατυπώσεις οι οποίες να μένουν κενό γράμμα.

Ηδη από τις μέχρι τώρα τοποθετήσεις μελών στον προσυνεδριακό διάλογο και από τις ίδιες τις Θέσεις, φαίνεται ότι απασχολεί το πρόβλημα ποσότητας - ποιότητας. Συχνά κάνουμε πολλά αλλά λίγα μένουν, όταν μένουν. Σε αυτό συμβάλλει προφανώς η αντικειμενική κατάσταση, η οποία όμως δεν μπορεί να θεωρείται η μοναδική υπαίτια. Η αλήθεια είναι πως και εμείς δεν ξεφεύγουμε από έναν τρόπο δουλειάς που κοιτάει το βραχυπρόθεσμο και όχι το μακροπρόθεσμο. Εναν τρόπο δουλειάς τυπικό, μηχανικό και έναν έλεγχο που κοιτάει να βάλει τικ στο κουτάκι, ότι αυτό που είχαμε να κάνουμε, έγινε. Που κοιτάει την ποσότητα της στιγμής, λειτουργώντας με σταθμούς και την ποιότητα την αναζητά εκ των υστέρων, ενώ δεν βοηθάει από την αρχή να διαμορφωθεί: Π.χ. Μπορεί σε μια Οργάνωση να δίνουμε συγκεκριμένα φύλλα «Ριζοσπάστη» και σε μια πανεξόρμηση εξαιτίας της κινητοποίησης των δυνάμεών μας, της επαφής μας με τον κόσμο και γενικότερα της δουλειάς μας να μπορέσουμε να δώσουμε διπλάσιο και τριπλάσιο αριθμό φύλλων. Θετικό; Ούτε ναι, ούτε όχι. Αμα ο έλεγχος της δουλειάς μας και η εκτίμησή της μείνει απλά στο ότι δώσαμε τριπλάσια φύλλα και δεν κοιτάξει πιο μακρόπνοα αν τα φύλλα διαβάστηκαν, αν συζητήθηκαν, αν δεν πάρει μέτρα για να γίνει αυτό, θα έχεις μια φορά αυξημένους δείκτες στη διακίνηση, που τελικά δεν θα αποτυπώνουν και την πραγματικότητα, και στη συνέχεια η διακίνηση θα ξαναπάρει την κάτω βόλτα, και λίγα θα έχουν μείνει στον κόσμο ενώ εσύ θα αναρωτιέσαι γιατί η διακίνηση είναι τόσο χαμηλή.

Δεν λείπει πολλές φορές στην πρακτική μας δράση και μια γραφειοκρατική (με την έννοια της δυσκαμψίας) αντιμετώπιση ζητημάτων και ένας τρόπος που δυσκολεύει τις δουλειές μας αντί να τις βοηθάει. Για παράδειγμα, μια ανακοίνωση ενός φοιτητικού συλλόγου που χρειάζεται να βγει άμεσα για ένα φλέγον ζήτημα, η οποία φτιάχνεται από έναν σύντροφο ή έναν οπαδό και για να μοιραστεί πρέπει να περάσει από τον έλεγχο τριών - τεσσάρων διαφορετικών στελεχών και να διορθωθεί, δημιουργεί διπλό πρόβλημα. Πέρα από την καθυστέρηση, που είναι το λιγότερο, δεν δίνεις στον εκλεγμένο (που εσύ τον εμπιστεύτηκες σε αυτή τη θέση) τη δυνατότητα πρωτοβουλίας, κριτικής σκέψης, τριβής ακόμα και αν κάπου η ανακοίνωση έχει κάποια αδυναμία. Του δίνεις έτοιμες απαντήσεις και δε τον βοηθάς στη διαπαιδαγώγησή του, παρότι πολλές φορές νομίζουμε το αντίθετο.

Τα στελέχη που είναι εκλεγμένα σε ενδιάμεσα όργανα είναι αναγκαίο, παρά το φόρτο καθηκόντων με τα οποία καταπιάνονται καθημερινά, να βρίσκονται μέσα στον κόσμο και να συζητάνε με αυτόν δυο φορές περισσότερο από τους συντρόφους που καθοδηγούν. Δεν μπορεί η δουλειά τους να είναι μόνο επιτελική. Μπαίνει και στις Θέσεις το ζήτημα του διοικητισμού στις γραμμές μας. Οποιος δεν μιλάει με κόσμο και απλά μοιράζει δουλειές, δίνει τη μισή του δύναμη στην υπόθεσή μας και είναι μαθηματικά βέβαιο πως θα χάσει την επαφή του με τον περίγυρο που καθοδηγεί αργά ή γρήγορα, όσο καλή εικόνα και να έρχεται στα όργανα που συμμετέχει, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Στο ΜΑΣ η προσπάθεια που έχουν κάνει οι κομματικές και ΚΝίτικες δυνάμεις μας όλα αυτά τα χρόνια, χαίρει πραγματικά εκτίμησης. Σωστά μπαίνει από τις Θέσεις ότι αναγνωρίζεται πλέον σαν βασικός πόλος αγώνα από τη συντριπτική πλειοψηφία των φοιτητών. Εχουμε μετρήσει βήματα στο πόσο επεξεργασμένα πλέον είναι τα πλαίσια πάλης μας, στη λειτουργία των γραμματειών που έχουν αποκτήσει πιο ουσιαστικό χαρακτήρα απ' όταν ξεκίνησαν. Ωστόσο πρέπει να είμαστε ειλικρινείς. Οταν ξεκίνησε πριν από 7 χρόνια το ΜΑΣ, οι επιτροπές αγώνα συσπείρωναν στις συνελεύσεις και στις κινητοποιήσεις τους πολύ περισσότερο αριθμό έξω από εμάς. Τώρα συσπειρώνονται οι στενοί μας οπαδοί και αυτοί όχι κάθε φορά, και αυτό ισχύει, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, και στους συλλόγους που είμαστε πρώτη δύναμη. Σίγουρα αυτό πηγάζει από το γεγονός ότι το φοιτητικό κίνημα είναι διαλυμένο και η κατάσταση χειροτερεύει χρόνο με το χρόνο, όπως λέμε βρίσκεται πολύ πιο πίσω και από το εργατικό, όμως δεν μπορούμε όσο είναι έτσι η κατάσταση να θεωρούμε ότι μετράμε θετικά βήματα στην ανασύνταξη. Αλλωστε, αυτήν την κατάσταση θέλουμε να αλλάξουμε, οπότε δεν μπορεί αυτό να αποτελεί ταυτόχρονα και δικαιολογία. Το πρόβλημα της συσπείρωσης μας οδηγεί πολλές φορές σε αυτό που κριτικάρουν οι Θέσεις, αλλά άθελά μας ενίοτε δεν το αποφεύγουμε, να λειτουργούμε, δηλαδή, κάνοντας το: «μια ταμπέλα που βάζουμε όταν θέλουμε να οργανώσουμε αγώνες στο φοιτητικό κίνημα».

Πάντα να έχουμε υπόψιν μας ότι το Κόμμα είναι ένα μοντέλο αυτού που αύριο θέλουμε να είναι το εργατικό κράτος και με βάση αυτό να γινόμαστε καλύτεροι. Με πίστη στο Κόμμα και στον τελικό σκοπό μας, εύχομαι καλή επιτυχία στο 20ό Συνέδριο. Ζήτω το ΚΚΕ!


Ν. Θ.
Φαντάρος

Τέχνη - Πολιτισμός και Επανάσταση

Μελετώντας τις Θέσεις της ΚΕ, θα ήταν, ίσως, περιττό να πω, ότι ανταποκρίνονται κι έρχονται ως λογική συνέχεια, του καθοριστικού 19ου Συνεδρίου. Από τη σκοπιά αυτή, δεν θα μπορούσα παρά να συμφωνήσω με το σύνολο των Θέσεων.

Ωστόσο, θεωρώ σκόπιμο να εκφράσω ορισμένες απόψεις σχετικά με το πώς, κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε, ως επαναστατική πρωτοπορία, ζητήματα Τέχνης και Πολιτισμού.

Υπάρχει μια σημαντική διαπίστωση στη θ.72. «...Η πιο διαδεδομένη αντίληψη στις γραμμές μας είναι ότι η πολιτιστική δουλειά χρειάζεται απλώς συμπληρωματικά για να κάνει πιο ελκυστική την πολιτική κομματική δραστηριότητα σε πλατύτερες λαϊκές δυνάμεις» και παρακάτω: «Η τέχνη αποτελεί σημαντικό παράγοντα καλλιέργειας του ανθρώπινου συναισθήματος, της φαντασίας, της ευαισθησίας, της έξαρσης, αλλά και της θέλησης να πραγματοποιηθεί η κοινωνική αλλαγή. Πρόκειται για χαρακτηριστικά αναγκαία στη διαμόρφωση της επαναστατικής πολιτικής πρωτοπορίας, της ικανότητάς της να συνεγείρει και να εμπνέει στον αγώνα για κατάργηση της εκμεταλλευτικής κοινωνίας» με δεδομένο, αυτό, πρέπει να απαντήσουμε στα εξής ερωτήματα:

Η Τέχνη και ο Πολιτισμός είναι ταυτόσημες έννοιες; Κι αν όχι τι είναι αυτό που τις διαχωρίζει; Και πόσο ξεκάθαρο είναι αυτό σ' εμάς;

Η Τέχνη είναι η ανθρώπινη, κυρίως πνευματική, δραστηριότητα, που δημιουργεί, καλλιεργεί και προβάλλει την αισθητική, πνευματική, συναισθηματική ολοκλήρωση του ανθρώπου.

Πολιτισμός είναι «Το σύνολο των υλικών και πνευματικών αξιών που δημιουργήθηκαν και δημιουργούνται από την ανθρωπότητα στο προτσές της κοινωνικο-ιστορικής πρακτικής και που χαρακτηρίζουν έναν ιστορικό σταθμό στην εξέλιξη της κοινωνίας» (Μ. Μ. Ρόζενταλ Φιλοσοφικό Λεξικό).

Βεβαίως, αυτές οι δυο έννοιες, στις ταξικές κοινωνίες που αναπτύσσονται μέχρι σήμερα, δεν θα μπορούσαν να είναι υπερταξικές ή αταξικές.

Θα μπορούσε, λοιπόν, να πει κάποιος ότι ο πολιτισμός, ως όρος και έννοια, αντικειμενικά αναπτύσσεται από τις συνθήκες της εκάστοτε ιστορικής περιόδου, χαρακτηρίζοντας αυτήν ακριβώς την ιστορική περίοδο (Αρχαιοελληνικός Πολιτισμός, Ρωμαϊκός, Βυζαντινός κ.λπ.) και ανεξάρτητα από τη δική μας παρέμβαση αυτός θα υπάρξει και θα καταγράψει την εποχή του.

Η Τέχνη καθορίζεται άμεσα από την ταξική πάλη και το πρόσημό της είναι ταξικό. Στη σημερινή ιστορική φάση, του ανώτατου σταδίου του καπιταλισμού, είναι καταφανές ότι πρέπει αυτοτελώς, όπως διαπιστώνουν οι Θέσεις, να αναπτυχθεί η τέχνη της εργατικής τάξης και όχι συμπληρωματικά και επικουρικά να πλαισιώνει κομματικές εκδηλώσεις. Χαρακτηρίζεται όμως και από το περιεχόμενό της που σχεδόν πάντα είναι ανθρωπιστικό. Τι σημαίνει αυτό; Οτι σε ένα μεγάλο βαθμό το γενικό της πρόσημο είναι θετικό, αφού αναζητά αξίες, ιδανικά, αλήθειες ανώτερες. Αυτό σημαίνει ότι και καλλιτέχνες που δεν έχουν στρατευθεί με την εργατική τάξη μπορούν να πράξουν έργα άξια, που ουσιαστικά να συμπορεύονται μ' αυτήν. Αυτό που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι διαχρονικά, ο γνήσιος καλλιτέχνης, αντλεί τα θέματά του από το λαό. Και όταν το κάνει αυτό, αξίζει προσοχής. Εξαιτίας αυτού, εξάλλου, υπάρχουν έργα διαχρονικά και ακατάλυτα στο χρόνο. Δεν θα ήταν λοιπόν υπερβολή να πούμε ότι για μας έχουν δημιουργήσει (αφού εμείς είμαστε οι καταπιεσμένοι σήμερα) ο Ομηρος, ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, ο Αριστοφάνης. Αλλά και ο Σαίξπηρ, ο Τολστόι, ο Ντοστογιέφσκι, ο Τσέχοφ, ο Ο' Νηλ, ο Τ. Ουίλιαμς, ο Ε. Ωλμπυ. Μέχρι τον Βάρναλη, τον Ρίτσο, τον Μπρεχτ, τον Χικμέτ. Ολοι δικοί μας!

Σ' αυτόν τον τομέα θα πρέπει να ρίξουμε το βάρος μας, δημιουργώντας έργα υψηλής αισθητικής και καλλιτεχνικής αξίας, συσπειρώνοντας τους προοδευτικούς δημιουργούς όλων των χώρων και ανοίγοντας νέους δρόμους και προοπτικές. Για μια Τέχνη «που δεν θα αντανακλά σαν τον καθρέφτη μα σαν φακός θα μεγεθύνει»!

Για να μπορέσει να γίνει αυτό θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να γίνουν τα ακόλουθα:

1. Με ευθύνη της νέας ΚΕ να οργανωθεί ένα (συνέδριο - Ημερίδα - Διημερίδα; Ας εκτιμηθεί)με θέμα: Η Τέχνη που έχουμε ανάγκη. Που να είναι και συνέχεια των επιστημονικών συνεδρίων για τον Ρίτσο, τον Βάρναλη, τον Μπρεχτ, τον Χικμέτ.

2. Να ξεφύγουμε από την, σχεδόν μονήρη, αντίληψή μας, ότι Τέχνη είναι η ερασιτεχνική δημιουργία, που συχνά δεν ανταποκρίνεται στις σημερινές πραγματικές ανάγκες της γνήσιας λαϊκής τέχνης.

3. Να παρακολουθούμε τα ρεύματα που διαμορφώνονται στην εποχή μας, σε όλα τα είδη της Τέχνης, χωρίς αφορισμούς και αρνήσεις, για να μπορέσουμε να διακρίνουμε το πραγματικά καινοτόμο και καινούριο.

4. Να γίνει κατανοητό σε όλους μας ότι στην Τέχνη ούτε αποδέχεσαι, ούτε απορρίπτεις ολοκληρωτικά κάτι.

5. Να προτείνονται έργα (λογοτεχνικά, θεατρικά, κινηματογραφικά, μουσικά, κ.λπ.) τέτοια που θα αναπτύσσουν σε όλους μας τη σωστή αισθητική, καλλιτεχνική και πνευματική αντίληψη.

Τέλος, θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι και οι αντίπαλοι παρεμβαίνουν και μάλιστα πολυποίκιλα και έξυπνα στον τομέα της Τέχνης. Στις μέρες μας που το κίνημα βρίσκεται σε ύφεση, η αστική τάξη έχει, και στον τομέα της Τέχνης, περάσει στην αντεπίθεση. Ελέγχει τους τομείς της Τέχνης πολυποίκιλα. Εχει βελτιώσει την καταστροφική της παρέμβαση. Εχει βελτιώσει την τεχνική της. Επενδύει με βιομηχανικό τρόπο, αλλά και «φιμώνει» τη γνήσια Τέχνη, αφού δεν την αφήνει να «φανεί», ακόμα και όταν υπάρχει. Αν παρατηρήσουμε πώς γίνεται η παραγωγή και η προβολή καλλιτεχνικών δημιουργημάτων θα αντιληφθούμε πώς παρεμβαίνουν.

Κλείνοντας, θα ήθελα να επισημάνω την ανησυχία μου για το γεγονός ότι μέλη της ΚΝΕ, αλλά και του περίγυρού της, α) διαβάζουν ελάχιστα λογοτεχνία και β) γνωρίζουν ελάχιστα την ελληνική γλώσσα. Αυτό είναι θέμα που πρέπει να μας ανησυχήσει. Τα πολλά ορθογραφικά λάθη που κάνουν δείχνουν ότι δεν διδάχθηκαν σωστά τη γλώσσα, αλλά και ότι δεν προσπάθησαν να τη μάθουν. Ενας τρόπος για να τη μάθει κάποιος είναι η λογοτεχνία. Οι λέξεις είναι σκέψη! Είναι νόηση! Αν δεν ξέρουμε την ορθογραφία τους, τότε, ίσως, δεν γνωρίζουμε και το ουσιαστικό νόημά τους. Κι αν ισχύουν τα παραπάνω τότε πώς θα ζητήσουμε από τον νεολαίο, που δεν παράγει σκέψη, να εξεγερθεί; Κι αν δεν εξεγερθεί ο νεολαίος, τότε για ποιο κίνημα και ποια επανάσταση μιλάμε;

Παρ' όλα αυτά, εγώ πιστεύω σ' αυτήν την νεολαία. Πρέπει όμως να αναπτύξουμε τη φαντασία της. Και η Τέχνη μπορεί να το κάνει. Μια Τέχνη που να μιλάει στο νέο ανά τους αιώνες. Που στο επίκεντρό της θα έχει τον άνθρωπο και θα βροντοφωνάζει ότι η μεγαλύτερη βαρβαρότητα είναι η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Κι αυτή η βαρβαρότητα θα πρέπει να σταματήσει τώρα!


Παύλος Μιχελάκης
ΚΟΒ ΚΔ Συνοικιών Ηρακλείου

Σκέψεις για τη νεολαία, και κυρίως για τις μικρότερες ηλικίες

Ξεκινώντας, να λάβουμε υπόψη πως ένα μεγάλο κομμάτι της νεολαίας, κυρίως οι μικρότερες ηλικίες, έχουνε μεγαλώσει μέσα στην κρίση. Αυτό έχει σαν συνέπεια να μην αντιλαμβάνονται πλήρως τη χειροτέρευση της ζωής τους μέσα σ' αυτήν. Καταλαβαίνουν βέβαια τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι οικογένειές τους, στο να ανταπεξέλθουν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις ή ακόμα και στο να βγάλουν τα προς το ζην, όμως δεν έχουνε δει, παραδείγματος χάρη, το χαρτζιλίκι τους να μειώνεται, μιας και πριν το 2008 δεν παίρνανε καν. Η λειψή γνώση που έχουν για το πώς ήταν η κατάσταση πριν την κρίση οδηγεί στο να νομιμοποιούν στη συνείδησή τους πιο εύκολα αυτά που βιώνουν σήμερα και να ανέχονται συγκριτικά πιο πολλά, από τις παλαιότερες γενιές, κατεβάζουν τον πήχη των απαιτήσεων πολύ πιο εύκολα.

Υπάρχει λοιπόν μια απειρία σε αυτό το κομμάτι της νεολαίας, σε οικονομικά ζητήματα, που οδηγεί και σε πολιτική απειρία. Μην μπορώντας να παρακολουθήσουν πλήρως τις οικονομικές εξελίξεις που συντελέστηκαν τα χρόνια της κρίσης, για τα λαϊκά νοικοκυριά, και λόγω του μικρού της ηλικίας τους, δεν παρακολούθησαν ούτε τις πολιτικές εξελίξεις, ούτε τη διαπάλη που ξετυλίχτηκε γύρω απ' αυτές. Συνεπώς, μέτωπα της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης που κερδήθηκαν το προηγούμενο διάστημα δεν μπορούμε να θεωρήσουμε δεδομένο ότι τους αγγίζουν. Για παράδειγμα, ο σημερινός πρωτοετής φοιτητής είναι πολύ πιθανόν να μην καταλαβαίνει τη θέση του ΚΚΕ για μη συμμετοχή των ΚΚ σε κυβερνήσεις στο έδαφος του καπιταλισμού, μιας και το 2012 που «λύσαμε» αυτό το ζήτημα στη συνείδηση του κόσμου, αυτός ήταν μόλις μαθητής της δευτέρας Γυμνασίου, που είναι πάρα πολύ πιθανόν να μην ασχολούνταν καθόλου με τα πολιτικά.

Τις σωστές λοιπόν εκτιμήσεις που κάνει η ΚΕ, στη Θέση 38, γύρω από μέτωπα της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης που κερδήθηκαν την περασμένη περίοδο, ούτε να τις θεωρήσουμε ληγμένες πρέπει για μεγάλο κομμάτι της νεολαίας, και να είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε ξανά τέτοια ζητήματα αργά ή γρήγορα, ανάλογα και με την πορεία αναμόρφωσης του πολιτικού σκηνικού. Μπορεί οι νέοι σήμερα να έχουν αρνητική γνώμη για το ΣΥΡΙΖΑ, ως ένα βαθμό, και να τον κατατάσσουν πλάι στα υπόλοιπα αστικά κόμματα, αλλά την πορεία του εκφυλισμού του δεν την έχουν παρακολουθήσει από την αρχή. Ετσι δεν είναι γνώριμοι με τις μεθοδεύσεις του οπορτουνισμού, και αυτό πρέπει να το έχουμε κατά νου στο μέλλον.

Κάτι θετικό όμως που παρατηρώ, είναι πως υπάρχει μία μεγάλη μερίδα νέων που νιώθει αποστροφή για το σύστημα, όπως και να το έχει στο μυαλό της. Κυρίως στο μαθητικό κίνημα, στις κινητοποιήσεις των περασμένων χρόνων, δεν ήταν λίγοι αυτοί που, πέρα από τα ιδιαίτερα προβλήματα και αιτήματα που υπήρχαν στο προσκήνιο, αγωνιζόντουσαν για τους συνολικούς άθλιους όρους ζωής που τους έχει διαμορφώσει ο καπιταλισμός. Εμείς πρέπει να δουλέψουμε πάνω σ' αυτή τους την αγωνιστική διάθεση, εξηγώντας τους ποιο είναι αυτό το σύστημα που τους αγανακτεί.

Ταυτόχρονα, όμως, λόγω της απειρίας και πάλι, αρκετοί, κυριευμένοι από την ανυπομονησία και τον αυθορμητισμό, υιοθετούν ως κριτήριο κινητοποίησης τη μαζικότητα, γενικά και αόριστα, ή την άμεση δράση. Από μόνα τους αυτά τα στοιχεία δεν είναι αρνητικά ή επικίνδυνα, αλλά γίνονται όταν δουλεύονται σαν περιεχόμενο πάλης από άλλες δυνάμεις, που μόνο στόχο έχουν να εγκλωβίσουν και να σβήσουν τη διάθεση ενός νέου που θέλει να αντιδράσει. Ετσι καμιά φορά, καταλήγουν να προσεγγίζουν και να εμπιστεύονται κόμματα ή ομάδες που τους οδηγούν στοχευμένα στην απογοήτευση και στη μοιρολατρία.

Σε αυτούς τους νέους χρειάζεται με μεγαλύτερη επιμονή και υπομονή να εξηγούμε ότι η πάλη για τη λύση στα άμεσα προβλήματά τους πρέπει να συνδέεται με την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να πείθονται για το τι χαρακτηριστικά πρέπει να έχει σήμερα η δράση, η κινητοποίηση, για να μένει κάτι από τους αγώνες. Βάζοντας σαν κύριο μέλημα αυτό στην παρέμβασή μας, θα μετρήσουμε πιο γρήγορα και σταθερά βήματα όχι μόνο υπέρ του ταξικού εργατικού - λαϊκού κινήματος αλλά και του κομμουνιστικού.

Αυτή η παρέμβαση βοηθάει και στο να ανοίξουμε μια πιο πλατιά συζήτηση γύρω από την ανασύνταξη του κινήματος. Οταν μιλάμε για κίνημα δεν εννοούμε έναν ξεσηκωμό, μία στο τόσο, μπροστά σε κάποια ξεδιάντροπη επίθεση της αστικής τάξης. Μιλάμε για ένα ζωντανό οργανισμό που θα αγκαλιάζει σωματεία, φορείς, συλλόγους αλλά και μεμονωμένα άτομα και θα λειτουργεί πολύμορφα, με όπλο την απεργία και το συλλαλητήριο, όποτε χρειάζεται, και άλλοτε τον πολιτισμό και τον αθλητισμό. Ενα κίνημα που δε θα σβήνει την επόμενη μέρα της απεργίας, αλλά θα προσπαθεί με όλα τα μέσα να συγκεντρώνει όλο και περισσότερες δυνάμεις, ακόμα και σε περιόδους «νηνεμίας». Ετσι ώστε να βρίσκεται πάντα σε θέση να αμυνθεί, μπροστά σε μια επίθεση του κεφαλαίου, αλλά και να διεκδικήσει επιθετικά, μπροστά στις σύγχρονες ανάγκες και δυνατότητες. Και πάντα βέβαια με στόχο την ανατροπή της εξουσίας των καπιταλιστών.

Κάτι τελευταίο στο οποίο θέλω να αναφερθώ είναι το Λαϊκό Φροντιστήριο και η καλύτερη αξιοποίησή του ως μέσο ενδυνάμωσης των δεσμών μας με την εργατική τάξη. Από τις Θέσεις, στο κομμάτι για τις Λαϊκές Επιτροπές, συμπεραίνω πως το Λαϊκό Φροντιστήριο πρέπει να είναι τέτοιο, και πολύ λιγότερο μέσο γνωριμίας. Πράγμα με το οποίο συμφωνώ απόλυτα. Τα παιδιά που διδάσκονται εκεί θα πρέπει να προέρχονται πρώτα και κύρια από δεσμούς που ήδη έχουμε με την εργατική τάξη, στους μεγάλους εργασιακούς χώρους και αλλού. Μπορούμε να απευθυνθούμε σε σωματεία, ή και μεμονωμένους εργαζόμενους, που έχουν είτε παιδιά είτε μικρότερα αδέρφια, τα οποία δυσκολεύονται να στείλουν σε κάποιο φροντιστήριο. Αυτοί θα μπορέσουν καλύτερα να κατανοήσουν την ταξική αλληλεγγύη, που προάγουμε μέσω αυτού του θεσμού, και δεν θα το θεωρήσουν σαν μια απλή φιλανθρωπία. Αλλά και οι ίδιοι οι μαθητές θα το εκτιμήσουν καλύτερα ως τέτοιο, μιας και δεν θα προέρχονται από μια οικογένεια πολιτικά ουδέτερη και χωρίς αγωνιστική εμπειρία. Πράγμα που συμβαίνει όταν ψάχνουμε απλά φτωχούς μαθητές έξω από τα σχολεία. Ετσι πιστεύω πως, όχι μόνο θα δυναμώνουν οι δεσμοί που ήδη διατηρούμε με εργαζομένους, αλλά και θα δημιουργηθούν νέοι μέσω των σωματείων που στηρίζουν το Λαϊκό Φροντιστήριο, που είναι και πιο ουσιαστικό κατά τη γνώμη μου.


Χαρίσης Φίλιππος
Συμβούλιο Περιοχής Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης της ΚΝΕ




Τετρασέλιδα του «Ρ»
Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org