Κυριακή 5 Φλεβάρη 2017
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σκέψεις πάνω στις Θέσεις

Συμφωνώ με τις Θέσεις της ΚΕ και εύχομαι κάθε επιτυχία στο 20ό Συνέδριο του Κόμματός μας.

Για το περιεχόμενο της ανασύνταξης

Το περιεχόμενο της ανασύνταξης προδιαγράφει και τη συνθετότητα των καθηκόντων που απορρέουν για τους κομμουνιστές και τις κομμουνίστριες, την ανάγκη να κατακτήσει το κομματικό δυναμικό την ικανότητα ανώτερης συνδυασμένης συνδικαλιστικής, πολιτικο-ιδεολογικής και οργανωτικής παρέμβασης στους μαζικούς χώρους. Δεν μπορεί, σε καμιά περίπτωση, να αποσπάται από το καθήκον ενίσχυσης και αναβάθμισης της αυτοτελούς κομματικής παρέμβασης πέρα από εκλογικούς σταθμούς ή κεντρικές πολιτικές εξελίξεις. Η συστηματοποίηση, άλλωστε, της αυτοτελούς κομματικής παρέμβασης είναι κρίσιμος όρος και για την πολιτικοποίηση της συνδικαλιστικής πάλης, για την ενίσχυση εν γένει του κινηματικού ρεύματος ριζοσπαστικών ανατροπών σε επίπεδο οικονομίας και εξουσίας.

Επιβεβαιώνεται και από το κείμενο των Θέσεων η ανάγκη όλο το κομματικό δυναμικό να αποκτήσει ενιαία αντίληψη για το περιεχόμενο της ανασύνταξης του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος. Η ενιαιοποίηση της αντίληψης για το περιεχόμενο της ανασύνταξης δεν μπορεί όμως να προσλαμβάνεται σαν μια γενικόλογη διακήρυξη. Δεν μπορεί να προσεγγίζεται, δηλαδή, σαν πρόβλημα θεωρητικής μόνο συμφωνίας με τον πυρήνα των κομματικών αποφάσεων και επεξεργασιών. Για να αποκτήσει πολιτικό ουσιαστικό περιεχόμενο η ενιαιοποίηση, απαιτείται ουσιαστικός, δημιουργικός, επιτελικός και πολυεπίπεδος έλεγχος, διαρκής ανησυχία και φροντίδα για την εξειδίκευση των γενικών κατευθύνσεων στους χώρους δουλειάς και δράσης, διαπάλη σκληρή και ανειρήνευτη, όχι μόνο με τα κατάλοιπα παλαιότερων λανθασμένων θεωρητικών και προγραμματικών επεξεργασιών, αλλά και με τις μικροαστικές ή φιλελεύθερες αντιλήψεις που μπορεί να εισχωρούν ύπουλα στον τρόπο δουλειάς ακόμα και πρωτοπόρων και ιδεολογικά θωρακισμένων, κατά τα άλλα, σ/φων. Γι' αυτό, επιπλέον, δεν πρέπει να υποτιμάται σε καμιά περίπτωση η ολόπλευρη υπεράσπιση και τήρηση των αρχών συγκρότησης και λειτουργίας του Κόμματος, όλων των εκφάνσεων του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, της συμμετοχής, της συζήτησης, του ελέγχου, της κριτικής και αυτοκριτικής, της λογοδοσίας. Η οργανωτική διάσταση της δουλειάς μας δεν είναι δευτερεύουσας σημασίας, είναι κρίσιμος, ποιοτικός κατεξοχήν, κρίκος της πολιτικο-ιδεολογικής ανάπτυξης των κομμουνιστικών χαρακτηριστικών του κομματικού δυναμικού.

Ιδεολογική και πολιτική παρέμβαση με όρους μαχητικής σύγκρουσης

Η σύγκρουση με τα αστικά ιδεολογήματα, η ανάγκη ενίσχυσης της ιδεολογικής παρέμβασης στους άξονες που ιεραρχούν σωστά οι Θέσεις 43 - 47, δεν πρέπει να παίρνουν απλώς τη μορφή από καθέδρας συσκέψεων, καμπανιών διαφώτισης και ιδεολογικών μαθημάτων. Χρειάζονται και αυτά οπωσδήποτε για την ενίσχυση του θεωρητικού εξοπλισμού κομματικών μελών και οπαδών. Εγνοια όμως και φροντίδα των καθοδηγητικών οργάνων και των κομματικών οργανώσεων πρέπει να είναι η πρακτική εξειδίκευση και εφαρμογή, η πολιτική και συνδικαλιστική αποτύπωση της σύγκρουσης με την αστική τάξη και την ιδεολογία της με μαχητική διάθεση και διαπαιδαγωγητικό χαρακτήρα. Οι λεγκαλιστικές αντιλήψεις π.χ. δεν εξαντλούνται στις κοινοβουλευτικές αυταπάτες. Διατρέχουν ένα ευρύτατο φάσμα θεσμών και σχέσεων στην αστική κοινωνία και στον αστικό πολιτισμό. Προβάλλει συνεπώς πιο επιτακτικά το καθήκον της συλλογικά επεξεργασμένης και τακτικά ζυγισμένης σύγκρουσης του επαναστατικού εργατικού κόμματος με την αστική τάξη και το ποικιλώνυμο υπηρετικό προσωπικό της, στο πλαίσιο της σχετικής πάντα νομιμότητας του κομμουνιστικού κόμματος, ώστε να ξεπροβάλλουν παντού σύμβολα και παραδείγματα ανυπακοής και ανυποταξίας. Σε συνθήκες αυξημένης γεωπολιτικής ρευστότητας, οξυμένων οικονομικών αβεβαιοτήτων και αυξημένου κινδύνου γενίκευσης του ιμπεριαλιστικού πολέμου απαιτείται η μέγιστη δυνατή ετοιμότητα και συνεπώς η μέγιστη δυνατή μαχητικοποίηση τόσο του κομματικού δυναμικού όσο και κομματικού περίγυρου.

Για τους εργαζόμενους στη Δημόσια και Τοπική Διοίκηση

Η ολοκλήρωση της μελέτης για την ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας (Θέση 82) πρέπει να περιέχει ειδική, επεξεργασμένη και τεκμηριωμένη, με θεωρητικούς και πολιτικούς όρους, αναφορά στην ταξική θέση και υπόσταση της σύγχρονης δημοσιοϋπαλληλίας. Πρέπει ασφαλώς να λαμβάνει υπόψη τις αναδιαρθρώσεις του αστικού κράτους και τις ανατροπές στις σχέσεις και τους όρους εργασίας που έχουν συντελεστεί τα τελευταία χρόνια στη Δημόσια Διοίκηση - και αναμένεται να κλιμακωθούν - χωρίς όμως να τις απολυτοποιεί. Χρειάζεται εδώ βεβαίως δημιουργική προσφυγή - και όχι μηχανιστική αναγωγή - στα λενινιστικά κριτήρια προσδιορισμού των τάξεων, λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη ότι οι εργαζόμενοι στην Τοπική και Δημόσια Διοίκηση δεν συγκροτούν σε καμιά περίπτωση ένα ομοιογενές και μονολιθικό ταξικό υποκείμενο ή κοινωνικό στρώμα. Φαινόμενα όπως η «φτωχοποίηση» ενός μεγάλου τμήματος της δημοσιοϋπαλληλίας, η επίταση της ανασφάλειας λόγω της ουσιαστικής άρσης της μονιμότητας, η επέκταση των μορφών προσωρινής κακοπληρωμένης εργασίας και στη Δημόσια και Τοπική Διοίκηση υπάρχει κίνδυνος να εκληφθούν σαν ενδείξεις προλεταριοποίησης ή σχετικοποίησης της μικροαστικής κατά κανόνα σύνθεσης της δημοσιοϋπαλληλίας. Το πρόβλημα δεν είναι ακαδημαϊκό. Είναι βαθιά πολιτικό και οργανωτικό γιατί σχετίζεται με την οριοθέτηση της σύνθεσης της Κοινωνικής Συμμαχίας και τα καθήκοντα των κομμουνιστών που δρουν σε αυτό το πλαίσιο.


Ανδρέας Καραμπάτσος
Γραμματέας ΚΟΒ Ασφαλιστικών Ταμείων, υπ. Εργασίας & υπ. Πολιτισμού, Τομέας Τοπικής, Περιφερειακής και Κεντρικής Διοίκησης της ΚΟΑ

Για την παρέμβαση του ΚΚΕ σε μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους επιστήμονες

Η ικανότητα να αντιμετωπίζουμε σωστά την τάση των εξελίξεων ως επαναστατικό κόμμα, κρατώντας ισχυρή την αυτοτελή παρουσία με τις «δικές μας σημαίες», χωρίς να παρασυρόμαστε από την πίεση του αρνητικού συσχετισμού, δεν είναι και το πιο απλό ζήτημα. Ιδιαίτερα όταν αυτά που λέμε φαντάζουν «μακρινά», ακόμα και σε ψηφοφόρους του ΚΚΕ.

Η διαμόρφωση επαναστατικής στρατηγικής για ένα ΚΚ αποτελεί ένα σύνθετο καθήκον. Αποδείχτηκε και στην πράξη για το Κόμμα μας τα τελευταία χρόνια. Τόσο το Πρόγραμμα του Κόμματος που ψηφίστηκε στο 19ο Συνέδριο, όσο και οι επεξεργασίες για τα ζητήματα της συμμετοχής σε αστικές κυβερνήσεις και τη στάση στο ενδεχόμενο ιμπεριαλιστικού πολέμου, αποτελούν πολύτιμες παρακαταθήκες που αποτελούν εχέγγυο για την ανασύνταξη του εργατικού - λαϊκού κινήματος.

Το να καταφέρνει ένα ΚΚ να αντιμετωπίζει τις «κακοτοπιές», να διατηρεί δεσμούς με την εργατική τάξη και ευρύτερα λαϊκά στρώματα, έχει τη δική του δυναμική που σχετίζεται με το «μπόλιασμα» αυτών των επεξεργασιών, κάτι που είναι πολύ πιο σύνθετη διαδικασία από την εκάστοτε καταγραφή του α' ή β' εκλογικού αποτελέσματος. Το αποτέλεσμά του κρίνεται από την αποφασιστικότητα του Κόμματος και των μελών του να προχωρήσουν. Χωρίς ισχυρό ΚΚΕ δεν μπορεί να προχωρήσει τίποτα.

Και αν αυτά σήμερα φαίνονται πιο κατανοητά σε έναν κόσμο, γιατί η στάση του Κόμματος δικαιώνεται στην πράξη από τις εξελίξεις, δεν το είχαμε σαν δεδομένο εξαρχής. Αρκεί ο καθένας να θυμηθεί τι αντιμετωπίσαμε για το «κίνημα στις πλατείες», τη συμμετοχή σε «αριστερή κυβέρνηση», τη στάση μας απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ και όλο το φάσμα του οπορτουνισμού, μέχρι και το δημοψήφισμα το 2015.

Αρκεί ο καθένας να θυμηθεί ότι απέναντί μας δεν έχουμε μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ και τις υπόλοιπες αστικές δυνάμεις. Είχαμε και έχουμε διάφορους «καλοπροαίρετους», διάφορους κατ' επίφαση διαφωνούντες γύρω από το Κόμμα, το συρφετό του «Εργατικού Αγώνα» κ.ά., που όχι μόνο πολέμησαν τα βήματα του Κόμματος, αλλά αξιοποιήθηκαν πολύπλευρα από τη σοσιαλδημοκρατία του ΣΥΡΙΖΑ για να χτυπηθεί το ίδιο το Κόμμα.

Σωστά στις Θέσεις της ΚΕ για το 20ο Συνέδριο ανοίγουν στο 4ο κεφάλαιο τα ζητήματα που αφορούν τα ζητήματα ισχυροποίησης του Κόμματος. Ζητήματα και δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε και αντιμετωπίζουμε στη δράση των ΚΟ.

Σωστά οι Θέσεις ανοίγουν το ζήτημα της οικοδόμησης, για τη σχέση Κόμματος - κινήματος, ιδιαίτερα για τη συμβολή στη συλλογική διαμόρφωση θεωρητικών επεξεργασιών, για τα ζητήματα της κοινωνικής συμμαχίας.

Μια ιδιαίτερη πλευρά που πρέπει να κάνουμε περισσότερα βήματα στην εξειδίκευση της δουλειάς μας, είναι η παρέμβαση σε μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους επιστήμονες. Η παρέμβασή μας σε αυτό τον τομέα έχει απαιτήσεις και είναι πολύπλευρη.

Ας σκεφτούμε μόνο το πώς αγκαλιάζει μεθοδικά η αστική τάξη αυτά τα τμήματα βιοπαλαιστών αυτοαπασχολούμενων και μισθωτών, που προσεγγίζουν ή ανήκουν στην εργατική τάξη, για να τα ενσωματώσει στους σχεδιασμούς της για την καπιταλιστική ανάπτυξη, αξιοποιώντας την επιστημονική ιδιότητα.

Η αστική τάξη έχει δημιουργήσει πολυδαίδαλους μηχανισμούς. Αξιοποιείται η επιστημονική ειδίκευση για να διαχωρίσει τους μισθωτούς επιστήμονες από την υπόλοιπη εργατική τάξη. Διαταξικοί επιστημονικοί φορείς (π.χ. ΤΕΕ, ΟΕΕ κ.ά.) διεκδικούν τη συνδικαλιστική εκπροσώπηση στη βάση της επιστημονικής ιδιότητας. Καλλιεργούνται αυταπάτες ότι με την καινοτομία, τα ΕΣΠΑ, την «κοινωνική οικονομία» και την επιχειρηματικότητα μπορεί να εξασφαλιστεί επαγγελματική προοπτική και οικονομικά καλύτερες συνθήκες διαβίωσης.

Σε αυτή την κατεύθυνση αξιοποιούν διάφορους κρατικούς θεσμούς, ινστιτούτα και ιδιαίτερα τα επιστημονικά επιμελητήρια. Διαπερνούν πλατιά την αντίληψη περί δήθεν ομοιοεπαγγελματικών συμφερόντων όλων των επιστημόνων, συσκοτίζοντας τον πραγματικό ταξικό διαχωρισμό.

Στις «πλατείες» και αργότερα ο ΣΥΡΙΖΑ με άλλες δυνάμεις δούλεψαν σχεδιασμένα με αυτά τα στρώματα, αξιοποιώντας το «διαδίκτυο» και υποτίθεται «νέες» μορφές «κινήματος». Παρόμοιο σκηνικό ζήσαμε στις αρχές του 2016 με τον άλλο πόλο της αστικής διαχείρισης, ΝΔ - ΠΑΣΟΚ, με αφορμή τις μεγάλες κινητοποιήσεις για το νέο ασφαλιστικό νόμο - έκτρωμα. Αξιοποιήθηκε το «κίνημα της γραβάτας» για να ποδηγετήσουν τη δίκαιη αγανάκτηση μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων επιστημόνων, εμφυτεύοντας τις πλέον αντιδραστικές θέσεις που υπηρετούσαν τις ανάγκες του κεφαλαίου.

Στο βαθμό που πήραμε πρωτοβουλίες, αδυνατίσαμε την παρέμβαση των άλλων δυνάμεων, συσπειρώσαμε νέα τμήματα, βοηθήσαμε να βγουν γενικότερα πολιτικά συμπεράσματα. Μεγάλη μερίδα μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων επιστημόνων επηρεάζονται από τους επιστημονικούς φορείς ή τους θεωρούν συνδικαλιστικό τους εκπρόσωπο. Ετσι, αυτοί οι φορείς αξιοποιούνται και στην πράξη από τα αστικά κόμματα ως μοχλοί προώθησης της πολιτικής τους.

Η κατάκτηση της ικανότητας επίδρασης απαιτεί πολύπλευρη ιδεολογική και πολιτική παρέμβαση, που αγκαλιάζει το επιστημονικό πεδίο ενασχόλησης αυτών των τμημάτων. Η διαπάλη με την αστική ιδεολογία αγκαλιάζει και αυτόν τον τομέα. Αναπτύσσεται και στους κόλπους αστικών κρατικών θεσμών, όπως είναι τα επιστημονικά επιμελητήρια. Τα τελευταία έχουν αναβαθμίσει τη δραστηριότητα και στον ιδεολογικό τομέα, με συχνές ημερίδες σχετικές με την καπιταλιστική ανάπτυξη, την οικονομία, το «νέο παραγωγικό μοντέλο».

Η ενίσχυση της κομματικής δουλείας, ιδιαίτερα σε κλάδους στρατηγικής σημασίας, απαιτεί σήμερα να παίρνουμε υπόψη μας αυτές τις πλευρές. Να κατακτήσουμε σε καθοδηγητικό επίπεδο να διεξάγουμε με καλύτερους όρους αυτήν τη μάχη, κερδίζοντας περισσότερους μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους επιστήμονες δίπλα στο Κόμμα και αποσπώντας τους από την αστική επιρροή.

Αυτό απαιτεί σχεδιασμό για την οργάνωση και κινητοποίηση σε ταξική βάση (μισθωτοί/αυτοαπασχολούμενοι) σε κάθε κλάδο. Από την άλλη, ενίσχυση της εξειδικευμένης παρέμβασης στους επιστημονικούς φορείς - επιμελητήρια. Η ένταξη αυτής της παρέμβασης στο γενικό σχεδιασμό μας είναι αναγκαία για την αλλαγή του συσχετισμού δύναμης στους μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους επιστήμονες. Διευκολύνει να συνδεθούμε με χιλιάδες εργαζόμενους, άνεργους και ερευνητές, ιδιαίτερα νέους, που δεν έχουμε οποιαδήποτε επαφή μέσα από τα συνδικάτα ή επιτροπές αγώνα.

Οσον αφορά την ανασύνταξη του εργατικού - λαϊκού κινήματος, το ζήτημα σχετίζεται και με τη διαμόρφωση προϋποθέσεων για να προχωρήσει η κοινωνική συμμαχία. Η επεξεργασία πάνω στους στόχους πάλης, παίρνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες τέτοιων στρωμάτων, βοηθάει καθοριστικά στο να ενισχυθεί η ταξική γραμμή, να συσπειρώνονται κι άλλες δυνάμεις σε αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση.

Ξεχωριστή πλευρά της κομματικής παρέμβασης είναι η προσπάθεια να πεισθούν μισθωτοί και άνεργοι επιστήμονες να μένουν στη χώρα μας και να μη φεύγουν στο εξωτερικό παρά τις δυσκολίες. Ακόμα και όταν πηγαίνουν στο εξωτερικό, να συμβάλουν στην ταξική πάλη μέσα από τις γραμμές του Κόμματος. Πάνω απ' όλα να πείθονται να συμβάλουν ως κομμουνιστές στην οργάνωση της ταξικής πάλης και στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού στο μέλλον.

Πλέον έχουμε κατακτήσει σημαντική πείρα. Στο βαθμό που δουλεύουμε με τέτοιον τρόπο, σημειώνουμε σημαντικά αποτελέσματα στην κατεύθυνση της αλλαγής του συσχετισμού δύναμης.


Χρήστος Αγγελόπουλος
Μέλος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ

Για την εξειδίκευση της παρέμβασής μας στον κλάδο του Εμπορίου

Αρκεί ο κομμουνιστής να είναι στο χώρο του πρωτοπόρος στη συνδικαλιστική δράση; Ασφαλώς αυτός είναι αναγκαίος όρος, αλλά όχι από μόνος του ικανός για να βοηθήσει στην ανασύνταξη του εργατικού κινήματος και στον τελικό σκοπό του Κόμματος, που είναι ο σοσιαλισμός - κομμουνισμός. Οι κομμουνιστές κρινόμαστε και δρούμε με βάση το πώς επιδρούμε αποτελεσματικά ιδεολογικοπολιτικά στην οργάνωση και κινητοποίηση των εργαζομένων προς αυτή την κατεύθυνση. Για αυτό, τονίζουν οι Θέσεις, απαιτείται «η ικανότητα να προσαρμόζουν τις γενικές κατευθύνσεις (του Κόμματος) στα δεδομένα του χώρου δουλειάς τους, λαμβάνοντας υπόψη μία σειρά παράγοντες» όπως είναι οι αντιλήψεις των εργαζομένων, η παρέμβαση της εργοδοσίας και του εργοδοτικού συνδικαλισμού, η κοινωνική σύνθεση του χώρου κ.ά.

Στον κλάδο του Εμπορίου οι εμποροϋπάλληλοι βιώνουν την ορθοστασία, τους χαμηλούς μισθούς, τα εξοντωτικά ωράρια, την τρομερή εντατικοποίηση. Ταυτόχρονα, αντιμετωπίζουν την παρέμβαση της εργοδοσίας που αξιοποιεί την τρομοκρατία, αλλά και το «χάιδεμα» της ενσωμάτωσης. Τα ιδεολογήματα του τύπου «είμαστε μια οικογένεια», «είναι επιλογή σου να δουλεύεις εδώ», «έχετε εσείς ευθύνη να βελτιώσετε μέσα στο κατάστημα τις συνθήκες δουλειάς», δεδομένων βέβαια των απαιτήσεων της εταιρείας, συνοδεύονται και από «κεράσματα» με τα κλεμμένα χρήματα από τον ιδρώτα των εργαζομένων, από εξόδους για διασκέδαση. Ταυτόχρονα, χρησιμοποιείται η αξιολόγηση συνδεόμενη και από γραπτές παρατηρήσεις (feedbacks) τόσο από προϊσταμένους όσο και από συναδέλφους, ώστε από τη μία από εργαζόμενος να μετατρέπεται σε κριτή του συναδέλφου του και από την άλλη ως εργαζόμενος να φοβάται περισσότερο την απόλυση και να νιώθει υπεύθυνος για αυτή.

Επιπλέον, η εργασία στο Εμπόριο εμπεριέχει ακόμη μία «ιδιαιτερότητα», την επαφή με τους υπόλοιπους εργαζόμενους στο ρόλο του πελάτη.

Είναι φανερό ότι οι προαναφερόμενες αντικειμενικές δυσκολίες και αντίστοιχα οι υπαρκτές δυνατότητες δεν οδηγούν τον εργαζόμενο να αντιληφθεί αυτόματα τον πραγματικό ένοχο για την κατάστασή του, ούτε τη στρατηγική διέξοδο που είναι προς όφελός του. Εύκολα η δυσαρέσκειά του μπορεί να αποπροσανατολιστεί στον προϊστάμενό του, στον ιδιότροπο πελάτη, στη συγκεκριμένη κυβέρνηση. Εύκολα μπορεί να εγκλωβιστεί στην ηττοπάθεια και στον ανταγωνισμό με τους συναδέλφους του.

Για να σημαδέψει ο εμποροϋπάλληλος στο μεγάλο εμπορικό κέντρο, στο μονοπωλιακό όμιλο, στο κατάστημα, τον πραγματικό αντίπαλο, το κεφάλαιο, πρέπει η κάθε ΚΟΒ (κλαδική και εδαφική) να παρέμβει πολιτικά ολοκληρωμένα και όχι μόνο ως πρωτοπορία στην καθημερινή συνδικαλιστική δράση.

Πώς θα γίνει αυτό χωρίς καλή οργάνωση σχεδιασμού και ελέγχου πάνω σε αυτόν; Πώς θα γίνει χωρίς χρόνο για αυτομόρφωση και τη μελέτη εντύπων του Κόμματος («Ρ» και ΚΟΜΕΠ); Πώς θα γίνει χωρίς και την ατομική βοήθεια στον κάθε σύντροφο, προσαρμόζοντας το σχέδιο στις δυνατότητες και τις ικανότητές του, βγάζοντάς τις στην επιφάνεια και εξελίσσοντάς τις;

Η καλή οργάνωση και ο έλεγχος απαιτεί από τον καθένα μας ξεχωριστά να είναι σε ετοιμότητα να αντιληφθεί γρήγορα τι έρχεται από τους εργαζόμενους, ποια είναι, πώς γίνεται και τι θέλει να πετύχει η παρέμβαση της εργοδοσίας κάθε φορά και πώς αυτό εντάσσεται στις γενικότερες στοχεύσεις της, τη συχνά συγκαλυμμένη δράση άλλων πολιτικών και συνδικαλιστικών δυνάμεων. Ικανότητα να κατανοήσει το κύριο που αναδεικνύεται από την κουβέντα και να τοποθετηθεί πάνω σε αυτό, χωρίς να χάνεται σε έναν κυκεώνα σκέψεων, ικανότητα να γενικεύει την πείρα, να έχει γνώμη και το θάρρος να την υποστηρίξει ώστε να μεταφέρεται και έτσι να συμβάλει στη διαμόρφωση και προσαρμογή του σχεδιασμού και στα αιτήματα πάλης - κρίκους που θα κινητοποιούν τους εργαζόμενους, θα τους βοηθήσουν να βγάλουν συμπεράσματα, να οργανώνονται στα σωματεία. Δεν είναι μόνο η εξόρμηση στον εργασιακό χώρο, αλλά το πριν και το μετά που είναι το ζήτημα ουσίας.

Για την ανάπτυξη αυτής της ικανότητας απαιτείται γνώση των νομοτελειών του καπιταλισμού αλλά και των εξελίξεων τόσο συνολικά όσο και στον κλάδο. Προσπάθεια για τον κλάδο αυτόν έχει ήδη γίνει με επεξεργασία στην ΚΟΜΕΠ. Η αξιοποίησή της είναι στοίχημα για την Οργάνωση.

Εξειδίκευση της δουλειάς και της οργάνωσης σημαίνει συγκεκριμένη καθοδηγητική βοήθεια ώστε ο κάθε σύντροφος να μιλήσει με το συνάδελφό του, να διαμορφώσει κριτήριο που θα τον βοηθήσει να έχει τα μάτια του ανοιχτά, που θα τον κατευθύνει στην παροχή βοήθειας από πλευράς του τόσο στην ουσιαστική συμπλήρωση της εικόνας για τον κλάδο στο Κόμμα όσο και στη διαμόρφωση αιτημάτων πάλης για το εργατικό κίνημα. Πώς θα αποκτήσει αυτή την ικανότητα αν δεν το μελετήσει και πώς θα συμβάλλει στη συνολική δουλειά της Οργάνωσης σε αυτή την κατεύθυνση;

Για να υλοποιηθεί αυτό το εξειδικευμένο σχέδιο κάθε Οργάνωσης απαιτείται χρόνος για αυτομόρφωση, ενημέρωση, επαφή με τους εργαζόμενους και συζήτηση πέραν της εξόρμησης, για άνοιγμα συνολικά των πνευματικών οριζόντων (επαφή με την τέχνη, το θέατρο, τη γυμναστική, το χορό κ.ά.).

Απαιτείται ατομική θυσία, σε περίοδο όπως αυτή που τρέχουν τα πάντα με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αλλά πρωτίστως απαιτείται καθοδήγηση τέτοια που να εξασφαλίζει τη δυνατότητα να αναπτυχθεί συνολικά και ευρέως η ικανότητα να παρεμβαίνουμε ουσιαστικά στο κίνημα, να οργανώνουμε εργαζόμενους στα σωματεία με όρεξη να συμβάλουν. Ικανότητα να συμβάλουμε τελικά στην εξειδίκευση της πολιτικής του Κόμματος.

Εχουμε πολύ δουλειά μπροστά μας, σε δύσκολες συνθήκες αλλά οι δυνατότητές μας και η προσπάθεια όλης αυτής της περιόδου μάς δίνει τη δυνατότητα για ουσιώδη συμπεράσματα και οργάνωση της δουλειάς, ώστε η εργατική τάξη να διεκδικήσει τη ζωή που της αξίζει.


Βαμβακίδου Αιμιλία
Συνεργάτης Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ

Σχετικά με τα ενδιάμεσα στρώματα

Οι Θέσεις κορυφώνονται, θα έλεγα, στο ζήτημα της Κοινωνικής Συμμαχίας (Θέση 56 κ.ε.), κάτι πολύ φυσικό και λογικό, αφού α) διευρύνθηκαν οι γραμμές της εργατικής τάξης με νέα τμήματα από κατεστραμμένα μεσαία στρώματα της πόλης και του χωριού (Θέσεις 23 και 24), β) πρέπει να φροντίζουμε τη συγκέντρωση και διάταξη των δυνάμεών μας (Θέση 42) και γ) χρειάζεται διατήρηση των αγωνιστικών δεσμών με όσους και όσες θέλουν να αντισταθούν (Θέση 49). Οπως επίσης σωστά αναφέρεται στη Θέση 51, χρειάζεται προσοχή και ευελιξία στη διεύρυνση, χωρίς να ατονεί το στοιχείο της επαγρύπνησης και της διαπάλης.

Από την άλλη πλευρά, στη Θέση 50 απαριθμούνται κλάδοι στρατηγικής σημασίας (Ενέργεια, Τράπεζες, Μεταφορές, Τηλεπικοινωνίες, Δημόσια Διοίκηση, Υγεία, Εκπαίδευση), όπου οι δυνάμεις μας είναι μικρές, τονίζοντας παράλληλα ότι το Κόμμα δεν υποχώρησε ιδεολογικά και οργανωτικά, παρά την πολύ έντονη πίεση.

Στο άρθρο του «Τρεις Κρίσεις» τον Ιούλη του 1917 (είναι επίκαιρο να θυμόμαστε το τι και πώς έγινε το κάθε τι πριν από 100 χρόνια!) ο Λένιν επέσυρε την προσοχή στις κινητοποιήσεις με ευρύτατο περιεχόμενο και με όλο και πιο σαφείς πολιτικούς στόχους ως εξής: «...ότι αυτό δεν είναι μια συνηθισμένη διαδήλωση, είναι κάτι σημαντικά περισσότερο από διαδήλωση και λιγότερο από επανάσταση. Είναι έκρηξη της επανάστασης και της αντεπανάστασης μαζί, είναι ένα οξύ και σχεδόν ξαφνικό ξέπλυμα (ή ξεσκαρτάρισμα, Τ. Λ. Ο ρωσικός όρος στο κείμενο είναι vymyvanije) των μεσαίων στοιχείων ως προς την ανακάλυψη των προλεταριακών και των αστικών στοιχείων»1.

Επιστρέφοντας στη γενίκευση της πείρας της πάλης, σύμφωνα με την Πολιτική Απόφαση του 19ου Συνεδρίου που επαναλαμβάνει η Θέση 40, πρέπει να δοθεί - και μάλιστα αυτήν τη χρονιά ιδιαίτερα - η μέγιστη προσοχή στους αυτοαπασχολούμενους των πόλεων (Θέση 58), αυτό το κοινωνικό στρώμα του οποίου η συρρίκνωση αναμένεται να ενταθεί. Εδώ πρέπει να δημιουργηθούν νέες και μόνιμες βάσεις επαφής και αφομοίωσης. Θεωρώ επίσης ότι στην προσπάθεια αυτή μεγάλος θα πρέπει να είναι ο ρόλος της ιδεολογικής κατάρτισης και διαφώτισης, καθώς υπάρχουν οι σχετικές προϋποθέσεις και, πολύ περισσότερο, επειδή το ενδιάμεσο αυτό στρώμα έχει την εγγενή τάση να αμφιταλαντεύεται. Ελπίζω το 20ό μας Συνέδριο να αποτελέσει ξεκίνημα γι' αυτό που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «το φωτεινό μέλλον της Ανθρωπότητας», το Σοσιαλισμό - Κομμουνισμό.

1 . Β. Ι . Λένιν, Tri krizisa, Izbrannye Proizvedenija, τόμ. ΙΙ, Μόσχα 1973, σελ. 126.


Τηλέμαχος Λουγγής
ΚΟΒ Ερευνας

Ιδεολογικά μέτωπα γύρω απ' τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο

Συμφωνώ με τις Θέσεις της ΚΕ για το 20ό Συνέδριο. Θέλω να σταθώ στο ζήτημα του πολέμου που θίγεται σε σημαντικό κομμάτι του κειμένου. Η κατάσταση στη Συρία, τα συνεχή τρομοκρατικά χτυπήματα, που αποτελούν φάσεις του ιμπεριαλιστικού πολέμου τον 21ο αιώνα και η μεγάλη συγκέντρωση πολεμικού υλικού σε συνδυασμό με την άνοδο της τουρκικής προκλητικότητας είναι εξελίξεις που προβληματίζουν τη νεολαία. Θεωρώ ότι είμαστε ικανοί να εξηγήσουμε ότι ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής των ανταγωνισμών με βίαια - ένοπλα μέσα, ότι είναι αυτός που σαρώνει ό,τι άφησε όρθιο η ειρήνη τους. Οπως επίσης μπορούμε να πείσουμε και με βάση την κοινωνική πείρα ότι μόνιμο θύμα, από τα τραπέζια των διαπραγματεύσεων μέχρι τα πεδία των μαχών, είναι η εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της.

Πού πρέπει να σταθούμε; Μπροστά στις επικίνδυνες εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή, οφείλουμε να δώσουμε βάρος στις επεξεργασίες του 19ου Συνεδρίου για τη στάση του Κόμματος σε περίπτωση είτε επιθετικής επέμβασης είτε εισβολής. Κρίνοντας ότι τα ιμπεριαλιστικά κέντρα έχουν ευθύνη (ακόμα και σε περίπτωση που δέχονται επίθεση) εξαιτίας της διαπάλης τους το προηγούμενο διάστημα, ανεξάρτητα από μείγμα διαχείρισης, οι κομμουνιστές θα δράσουν στην κατεύθυνση αυτοτελούς οργάνωσης της εργατικής τάξης κάτω από τη σημαία της, κόντρα στις σοβινιστικές και ψευτοπατριωτικές εκκλήσεις που αντικειμενικά θα κάνει η αστική τάξη στο λαό. Η ιστορική πείρα έχει δείξει ότι το ενδεχόμενο δημιουργίας επαναστατικής κρίσης, την ώρα που ο πόλεμος είναι σε εξέλιξη, είναι υπαρκτό. Τότε είναι που το Κόμμα θα κριθεί στην έγκαιρη προετοιμασία του υποκειμενικού παράγοντα, αν την κατάλληλη στιγμή η λαϊκή πλειοψηφία συνειδητά θα στρέψει την πάλη της ενάντια και στον ντόπιο και τον ξένο κατακτητή. Αλλωστε, οι θυσίες του λαού για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο είναι αυτές που θα πιάσουν τόπο και η σοσιαλιστική κοινωνία θα είναι η βάση για την εξάλειψη των πολέμων.

Το ζήτημα του ιμπεριαλιστικού πολέμου αντιμετωπίζεται κατά τη γνώμη μου ως ταμπού στις γραμμές μας. Πέραν του ότι αποτελεί σύνθετο ζήτημα που απαιτεί σταθερή μελέτη των εξελίξεων και της ιστορικής πείρας, υπάρχει δικαιολογημένα σε πολύ κόσμο έντονος φόβος. Συνεπώς θέλει προσοχή πώς το ανοίγουμε, μιας και στόχος μας δεν είναι να τρομοκρατήσουμε, αλλά να ατσαλώσουμε συνειδήσεις ιδεολογικά - πολιτικά, να συσπειρώσουμε ευρύτερες μάζες στην πάλη κατά του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Μπορούμε να αφήσουμε βαθύ πολιτικό στίγμα, ανοίγοντας μια σειρά από μέτωπα γύρω από το θέμα. Για παράδειγμα, η Οκτωβριανή Επανάσταση, που φέτος γιορτάζουμε τα 100χρονα της, ξέσπασε μέσα από τις στάχτες του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Οι μπολσεβίκοι εκμεταλλεύτηκαν τις άλυτες αντιθέσεις Γερμανίας και Μ. Βρετανίας και αποδέσμευσαν οριστικά τη Ρωσία από τον πόλεμο με τη συμπαράσταση λαών της Ευρώπης (Γερμανία, Ελβετία, Ιταλία, Φινλανδία κ.τ.λ.). Παράλληλα, η νεαρή Σοβιετική εξουσία ακύρωσε τα δάνεια της Τσαρικής και της Προσωρινής Κυβέρνησης Κερένσκι, αρνήθηκε να αναγνωρίσει τα χρέη των προηγούμενων κυβερνήσεων και διέγραψε τα χρέη μιας σειράς χωρών, όπως η Ελλάδα (χρέος 100 εκατομμύρια γαλλικά φράγκα απέναντι στο ρωσικό κράτος και παραίτηση απ' τα δικαιώματα της Τσαρικής Αυλής στο Αγιο Ορος). Το εργατικό κράτος αντικατέστησε το τσακισμένο αστικό και κοινωνικοποίησε τις ιδιωτικές τράπεζες, τις μεταφορές και το εξωτερικό εμπόριο, υποδομές που πλέον εξυπηρετούσαν τις λαϊκές ανάγκες. Η πολιτική του ΚΚ των μπολσεβίκων είναι ιδιαίτερα διδακτική και ξεσκεπάζει θεωρίες των οπορτουνιστών, όπως ότι μια κυβέρνηση στο έδαφος του αστικού κράτους και του καπιταλιστικού συστήματος, χωρίς σύγκρουση με αυτά μπορεί με μεταρρυθμίσεις να κάνει βήματα προς το σοσιαλισμό. `Η το γεγονός πως μπορεί η Ελλάδα να αποδεσμευτεί από τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες (στην περίπτωση της Ρωσίας ήταν ο Διεθνής Οικονομικός Ελεγχος όπου είχε ηγετική θέση) μέσα από μια κυβερνητική απόφαση κάτω από την «πίεση» του εργατικού κινήματος.

Επιπλέον, ένα ζήτημα ιστορικής σημασίας που συνδέεται άμεσα με τις σύγχρονες εξελίξεις είναι και η παραδοσιακή σχέση σοσιαλδημοκρατίας - φασισμού. Φασισμός και σοσιαλδημοκρατία παρά τις μεγάλες διαφορές όσον αφορά στην ιστορική καταγωγή, τις ιδεολογικές αναφορές ως συνιστώσες του αστικού πολιτικού συστήματος έχουν κοινό παρονομαστή την υπεράσπιση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Το τελευταίο διάστημα έχουμε καταγγείλει την ανοχή του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στη Χρυσή Αυγή (όπως η στάση της Κωνσταντοπούλου ως Πρόεδρος της Βουλής, η κοινή επίσκεψη στο Καστελόριζο και οι πρόσφατες δηλώσεις Παρασκευόπουλου περί εκδημοκρατισμού της ΧΑ), που μόνο τυχαία δεν είναι. Η ιστορία της σοσιαλδημοκρατίας δείχνει ότι σε περίοδο οικονομικής κρίσης και πολιτικής αστάθειας, η αστική τάξη τη χρησιμοποιεί για να αποδιοργανώσει το εργατικό κίνημα. Χρησιμοποιεί επαναστατική φρασεολογία και αναγάγει τους στόχους της αστικής τάξης σε εθνικούς, προωθεί την ταξική ανακωχή. Μια βαθιά κρίση μπορεί να πυκνώσει τα σύννεφα ενός γενικευμένου πολέμου, περίοδος όπου απαιτείται να υπάρχει ένα πιο μακρύ χέρι για το σύστημα όπου θα τρομοκρατεί, θα κρατά το κίνημα υποταγμένο, θα χύνει ρατσιστικό και αντικομμουνιστικό δηλητήριο προετοιμάζοντας το έδαφος της σύγκρουσης. Συνεπώς, τα συμπεράσματα από τον 20ό αιώνα γι' αυτήν την αναγκαία για το αστικό σύστημα διεργασία στις συγκεκριμένες συνθήκες (Σοσιαλιστικό Κόμμα Ιταλίας - Μουσολίνι μετά από αποτυχημένη επανάσταση που ξεπουλήθηκε από τους ρεφορμιστές, SPD - Χίτλερ την περίοδο της κρίσης 1929-1933) είναι καθρέφτης στο σήμερα που ο ΣΥΡΙΖΑ συμμετέχει ενεργά στους περιφερειακούς πολεμικούς σχεδιασμούς και το ΝΑΤΟ, δεν βγάζει άχνα για την έντονη κινητικότητα στο χώρο της ακροδεξιάς στην Ελλάδα και καλλιεργεί εφησυχασμό κι ελπίδα ότι η «βελτίωση της γεωπολιτικής θέσης της χώρας» θα ωφελήσει το λαό.

Τέλος, εκφράζω την αισιοδοξία μου ότι το Συνέδριο θα βγάλει το Κόμμα πιο ατσαλωμένο, πιο ικανό να βοηθήσει την ΚΝΕ να περάσει σε φάση ιδεολογικής - πολιτικής αντεπίθεσης. Εχουμε δείξει αντοχή μέσα στη δίνη της αντεπανάστασης, αποκαθιστούμε όλο και περισσότερο τον επαναστατικό μας χαρακτήρα. Τα έγκαιρα αντανακλαστικά που έχουμε μπροστά στην ταχύτητα των εξελίξεων (όπως η αλλαγή της Θέσης μας για το Κυπριακό) δείχνει ότι είμαστε Κόμμα που καθοδηγούμαστε ουσιαστικά απ' το Μαρξισμό - Λενινισμό, εμπλουτίζοντας και εκλαϊκεύοντας τις θέσεις μας με ζωντάνια και νέες επεξεργασίες.

Ζήτω το 20ό Συνέδριο του ΚΚΕ!


Δημήτρης Πέππας
Μέλος του ΤΣ Πανεπιστημίου Πειραιά της ΚΝΕ

Να κερδίσουμε την καρδιά και το μυαλό αυτών που έχουν συμφέρον να ανατρέψουν τον καπιταλισμό

Η συζήτηση με τις Θέσεις μπορεί να συμβάλει στην παραπέρα ωρίμανση, να αναδειχθεί όχι τόσο το ΤΙ κάναμε, αλλά ΠΩΣ το κάναμε.

Κάποιοι είχαν το θράσος να κατηγορήσουν το ΚΚΕ για τους όρους του προσυνεδριακού διαλόγου, όταν όλο αυτό το συνονθύλευμα των αστών, των οπορτουνιστών και η ηγεσία τους δεν ρωτάνε ούτε τα μέλη τους, δεν λειτουργούν οι οργανώσεις τους, στοιχίζονται γύρω από πρόσωπα, «διασημότητες», φραξιονίζουν και αλληλοϋπονομεύονται συνεχώς.

Ομως εμείς είμαστε περήφανοι για τις κομματικές αρχές μας, μάθαμε να μελετάμε σελίδα - σελίδα τα ντοκουμέντα, το Αρχείο του Κόμματος, να συζητάμε συλλογικά τα συμπεράσματα απ' την εκατοντάχρονη Ιστορία του.

Οσο κι αν σήμερα όλα μοιάζουν γκρίζα και το «θηρίο» ανίκητο, όσο κι αν η αντίδραση και ο οπορτουνισμός μιλάνε για το τέλος της Ιστορίας, δεν θα τους γίνει το χατίρι. Αυτοί που δεν ξεσηκώνονται σήμερα, θα το κάνουν αύριο, γιατί θα το φέρει η ίδια η ζωή, η εξέλιξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα και διεθνώς. Αλλά ο μαζικός ξεσηκωμός μπορεί να μην οδηγήσει σ' ένα φωτεινό μέλλον αν έγκαιρα δεν ανοίξουμε ρωγμές εμείς μέσα στο σημερινό αρνητικό συσχετισμό. Γι' αυτό χρειάζεται να βιαστούμε στην οικοδόμηση ισχυρών δεσμών με τις νέες βάρδιες της εργατικής τάξης, να ριζώσει για τα καλά το Κόμμα στους κρίσιμους χώρους. Γι' αυτό παλεύουμε να διαμορφωθούν έστω και οι ελάχιστες προϋποθέσεις επιτυχίας της ταξικής πάλης με σκληρούς εργατικούς - λαϊκούς αγώνες, πρώτ' απ' όλα απέναντι στην εργοδοσία, στον τόπο δουλειάς, αλλά και απέναντι στο κράτος των καπιταλιστών.

Οι σημερινές θυσίες είναι μαγιά για τις νέες θύελλες, τις κρίσιμες ταξικές αναμετρήσεις που μέλλονται να 'ρθουν.

Η ιστορική πείρα δείχνει ότι η μαζική συστράτευση με την επαναστατική πρωτοπορία ποτέ δεν έγινε με τον τρόπο που ισχυρίζονται διάφοροι οπορτουνιστές και σοσιαλδημοκράτες. Οι οποίοι θα ήθελαν το ΚΚΕ να μην έχει επαναστατική στρατηγική, να μην αντιπαλεύει το καπιταλιστικό σύστημα και να συμμετέχει σε αστικές κυβερνήσεις μέσα σ' αυτό. Συνειδητά κρύβουν ότι οι Μπολσεβίκοι πριν τον Οκτώβρη δεν είχαν την πλειοψηφία ούτε καν μέσα στα Σοβιέτ, ενώ ΚΚ με πολύ μεγάλη εκλογική δύναμη (Ιταλικό ΚΚ για χρόνια πάνω από 30%) δεν κατάφεραν κανένα επαναστατικό ρήγμα. Οι Μπολσεβίκοι κέρδισαν την εμπιστοσύνη των μαζών σε μια πορεία 9-10 μηνών επαναστατικής κατάστασης, με σκληρή διαπάλη με όσους απέφευγαν τη ριζική κοινωνική και πολιτική ανατροπή. Αλλά μέχρι και σήμερα, η εμπειρία του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος έχει αντίστοιχα θετικά και αρνητικά παραδείγματα.

Ιστορικά συνεχώς νέα διλήμματα έμπαιναν από το σύστημα και τους οπορτουνιστές, ώστε το εργατικό - λαϊκό κίνημα να αφήνει παραπίσω την πάλη για την εξουσία. Τα τελευταία χρόνια, ο σοσιαλισμός κατέστη και πάλι ανεπίκαιρος λόγω μνημονίων! Εκατό χρόνια το ίδιο! Και αύριο, πάλι θα τεθεί κάποιο άλλο αστικό δίλημμα, ώστε ο λαός να μη σηκώσει ανάστημα.

Από την ίδια την κοινωνική εξέλιξη, η πάλη για την κάλυψη οποιασδήποτε κοινωνικής ανάγκης οδηγεί αντικειμενικά σε σύγκρουση με την καπιταλιστική ιδιοκτησία κι εξουσία. Γι' αυτό κάθε οικονομικός ή πολιτικός αγώνας, σε οποιονδήποτε δύσκολο συσχετισμό, συνδέεται με το κύριο καθήκον, την πάλη για την εργατική εξουσία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι όσες πιο πολλές φορές αναφέρουμε την «εργατική εξουσία», την «ανασύνταξη» κ.λπ., τα κολλήσουμε στο τέλος κάθε ομιλίας, αφίσας ή συνθήματος για να μας φύγει το άγχος, ξεμπερδέψαμε. Πρέπει να κρίνουμε πότε θα αναδείξουμε τι, με ποιο τρόπο, κλιμάκωση, ώστε την κατάλληλη χρονική στιγμή να εκμεταλλευτούμε τις διαθέσεις, να έχουμε τη μεγαλύτερη διεισδυτικότητα και αποτελεσματικότητα.

Εχουμε περιθώρια να βελτιώσουμε αιτήματα, συνθήματα, μορφές δράσης, ώστε να φέρουμε πιο κοντά όσους μας ενδιαφέρουν κοινωνικοταξικά, ηλικιακά ή που έχουν αγωνιστικές διαθέσεις. Η απόδειξη ότι έρχονται χειρότερα δεν φτάνει πια. Χρειάζεται αποκάλυψη ΓΙΑΤΙ συμβαίνει αυτό και ποιος κερδίζει, αλλιώς η λογική του μικρότερου κακού θα σπάει κόκαλα. Να ενισχύουμε ΓΙΑΤΙ η πρόταση διεξόδου του Κόμματος συμφέρει το λαό. Τι σημαίνει να περάσουμε στην αντεπίθεση με ισχυρό ΚΚΕ.

Μπορούμε να μετρήσουμε βήματα μπροστά στα 100χρονα της Οκτωβριανής Επανάστασης, στα 100χρονα του Κόμματος. Σε κάθε Οργάνωση αν ψαχτούμε έχουμε συντρόφους, οπαδούς με εξειδικευμένες γνώσεις στην επικοινωνία, το διαδίκτυο, τη σκηνοθεσία, τη γραφιστική, το μοντάζ κ.ά. Με σχέδιο, την πολιτικο-ιδεολογική βοήθεια, μπορούμε να 'χουμε θετικά αποτελέσματα στους τομείς που περιλαμβάνουν από τη στοχευμένη παρέμβασή μας στις εξελίξεις μέσω διαδικτύου, τηλεόρασης κ.λπ., μέχρι τον πρωτότυπο σχεδιασμό των πολιτικών - πολιτιστικών εκδηλώσεών μας, τη δημιουργία των δικών μας παραγωγών, εκθέσεων, ντοκιμαντέρ, ταινιών κ.ά.

Μπορούμε καλύτερα ώστε ο λόγος, το ύφος μας, χωρίς να κρύβουν τις δυσκολίες, να καλλιεργούν την αισιοδοξία, την πεποίθηση για το δίκιο μας, που στηρίζεται στην ορθότητα της πολιτικής μας, στα ιδανικά μας, στις ανεξάντλητες δυνάμεις της εργατικής τάξης.

Να δίνουμε θάρρος, φωτίζοντας τις μικρές και μεγάλες επιτυχίες απ' τη δράση του Κόμματος και της ΚΝΕ, μιλώντας με ζεστό, άμεσο λόγο. Να παρεμβαίνουμε πιο αποτελεσματικά στο συναίσθημα των σημερινών μαχητών, διαλύοντας την απογοήτευση όπου εμφανίζεται, με παραδείγματα απ' την ιστορία του κινήματος, με αξιοποίηση μεγάλων καλλιτεχνικών έργων.

Η συνένωση της ψυχικής δύναμης με τη γνώση είναι που οδηγεί στις μεγάλες πράξεις της Ιστορίας, που πετυχαίνει αυτό που φαίνεται ακατόρθωτο.

Αυτό είναι και το καθήκον του κομμουνιστή, της πρωτοπορίας. Γιατί πάντα κάποιος ανοίγει το δρόμο για να συντριβεί το παλιό, να έρθει το νέο, κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες υποχώρησης, κρίσης, ιμπεριαλιστικού πολέμου.

«Την επιθυμία των λαών για ειρήνη την γέννησε η εξάντληση από τον πόλεμο. Η κουρασμένη ψυχή σκέφτεται μόνο πώς θα βρει ανάπαυλα, με κάθε τρόπο. Δεν αναλύει, δεν ψάχνει για αιτίες: "Ας τελειώσει πια!". Αλλά οι επαναστάτες, που εξαρχής γνώριζαν το πώς και το γιατί του πολέμου, έλεγαν: "Αν δεν ξεριζώσουμε τα αγριόχορτα, θα ξαναμεγαλώσουν. Ο καπιταλισμός θα φέρει νέο πόλεμο, νέα βάσανα, αν δεν τελειώσουμε μαζί του". Ηθελαν ακριβώς αυτό που τρομάζει τους καλοσυνάτους φιλειρηνιστές: "Επανάσταση εναντίον του πολέμου!", αυτό ήταν το σύνθημά τους». (Ερνο Γκόντος, «Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και η προϊστορία του. 1870-1918». Εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»).


Γιάννης Κλεφτογιάννης
ΚΟΒ Α' Διαμερίσματος Πειραιά, Υπεύθυνος Τμήματος Προπαγάνδας της ΚΕ του ΚΚΕ

Για την Κοινωνική και Αλληλέγγυα οικονομία

Ο νόμος υπ' αριθ. 4430/2016 ρυθμίζει τα της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας.

Ξεκινώντας ήδη από το άρθρο 2 (ορισμοί) γίνεται φανερή η χρησιμοποίηση λέξεων προς εντυπωσιασμό: Δημοκρατία, ισότητα, αλληλεγγύη, συνεργασία, σεβασμός στον άνθρωπο και το περιβάλλον. Λέξεις που εκφράζουν αγωνίες των ανθρώπων των τελευταίων αιώνων, διεκδικήσεις για τις οποίες έχει χυθεί αίμα στους ταξικούς αγώνες, χάνουν την αιχμηρότητά τους και ευνουχίζονται χρησιμοποιούμενες σε χαριτωμένη παράθεση μέσα στον αστικό λόγο.

Μιλάνε, λοιπόν, οι αστοί νομοθέτες για «διαμόρφωση ισότιμων σχέσεων παραγωγής» και για «σταθερή και αξιοπρεπή εργασία», ενώ έχουν ξεπατώσει ό,τι είχε απομείνει όρθιο από προηγούμενες κατακτήσεις. Μιλάνε για «κοινωνικές σχέσεις βασιζόμενες στη συλλογικότητα και στην ισοτιμία και όχι στον ανταγωνισμό», λες και δεν αποτελεί ο ανταγωνισμός θεμέλιο λίθο του ίδιου του συστήματος που αυτοί με πίστη υπηρετούν. Για «οικονομική και κοινωνική ισότητα», λες και είναι ποτέ δυνατόν να υπάρξουν αυτές μέσα στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η διαβόητη «βιώσιμη ανάπτυξη». Πρόκειται για οξύμωρο. Μια τέτοιου είδους ανάπτυξη δεν μπορεί να έχει στόχο την οικονομική ισότητα, την ισότητα των φύλων, τον σεβασμό των τοπικών ιδιαιτεροτήτων, την πολυπολιτισμικότητα, την προστασία του περιβάλλοντος και των απειλουμένων ειδών (εντυπωσιακό πάλι το πώς όλα αυτά με μια σαρωτική χειρονομία μπαίνουν στο ίδιο τσουβάλι!). Η ανάπτυξη εκ των πραγμάτων έναν και μόνο στόχο μπορεί να έχει: Το κέρδος των καπιταλιστών. Γι' αυτούς και μόνο είναι βιώσιμη. Για τους υπόλοιπους γίνεται ο βίος αβίωτος και η καθημερινότητα άχθος.

Για να αναφέρω ένα τυχαίο παράδειγμα: Η αποτροπή διείσδυσης γενετικά τροποποιημένων οργανισμών και το δίκαιο και αλληλέγγυο εμπόριο (διεθνώς μάλιστα!) μόνο ως ανέκδοτα μπορούν να ακουστούν πάνω στο πεδίο του ανταγωνισμού των ισχυρών και των συμφωνιών τύπου ΤΤΙΡ που άλλες έχουν υπογραφεί και άλλες βρίσκονται στα σκαριά.

Φαίνεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, με τη σοσιαλδημοκρατική λογική που κουβαλάει από τότε που ήταν ακόμα ένα μικρό κόμμα, τότε που αυτοαποκαλείτο «Συνασπισμός της Αριστεράς, της Προόδου, των Κινημάτων και της Οικολογίας» (όλα αυτά μαζί κι ανάκατα), συνεχίζει να διαφημίζει ότι μπορεί να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα του καπιταλισμού μέσα από μεγαλοστομίες. Συνειδητά αποκρύπτει ότι όλα τα προβλήματα της ανισότητας, της φτώχειας, της περιθωριοποίησης, του ρατσισμού, της μετανάστευσης, της προσφυγιάς, της καταστροφής του περιβάλλοντος είναι γεννήματα του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος και του ιμπεριαλισμού ως ανώτατου σταδίου του.

Οι δε περιθωριοποιημένες και δυσκολευόμενες να ενταχθούν στην αγορά εργασίας και την κοινωνία γενικότερα ομάδες, για τις οποίες τόση ευαισθησία επιδεικνύει η κυβέρνηση, αποτελούν αναπόδραστο αποκύημα της ασκούμενης πολιτικής, εγχώριας και διεθνούς. Και ακόμα μεγαλύτερη γίνεται η υποκρισία όταν έχουμε να κάνουμε με ανθρώπινες ζωές κατεστραμμένες από τον πόλεμο και την ακραία φτώχεια και πείνα.

Ολη αυτή η «εναλλακτική» φιλολογία (λέξη που κατ' επανάληψη χρησιμοποιείται και στον συγκεκριμένο νόμο, ακριβώς διότι σημαίνει τα πάντα και τίποτα) είναι προπέτασμα καπνού, μια θαυμάσια υπεκφυγή για να ριχτεί το βάρος της αντιμετώπισης των προβλημάτων σε οποιονδήποτε άλλον εκτός από αυτόν που θα όφειλε να έχει την πραγματική ευθύνη: το κράτος. Υπάρχει μόνο μια μικρούτσικη αναφορά στο άρθρο 2 παρ. 6: «χωρίς, ωστόσο, να υποκαθιστούν (οι υπηρεσίες) τις γενικές υποχρεώσεις του κράτους στην άσκηση κοινωνικής πολιτικής». Τόσο σύντομα και γενικόλογα, σαν για να προληφθούν οι οποιεσδήποτε «από τα αριστερά» αντιδράσεις, μην αναλαμβάνοντας, ταυτοχρόνως καμία πρακτική ευθύνη. Θαυμάσιο ευχολόγιο!

Ποιος καλείται λοιπόν να σηκώσει το βάρος αυτής της ευθύνης; Οι φορείς κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας: Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις, Κοινωνικοί Συνεταιρισμοί Περιορισμένης ευθύνης και Συνεταιρισμοί Εργαζομένων. Αυτοί οι συνεταιριστικού τύπου φορείς (επιχειρήσεις ουσιαστικά, αφού με κεφάλαια των συνεταιριζομένων δημιουργούνται) θα εποπτεύονται από δύο κυβερνητικές επιτροπές και μία ειδική γραμματεία που επί τούτου θα συσταθεί. Η μέχρι τώρα, βέβαια, εμπειρία, μας έχει δείξει πώς λειτουργούν αυτά τα πράγματα και πώς αλλάζουν χέρια τεράστια χρηματικά ποσά. Αλλωστε κι οι φορείς αυτοί έχουν τη δυνατότητα να χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Κοινωνικής Οικονομίας (επίσης επί τούτου δημιουργούμενου) και το Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης. Αυτό το τελευταίο, ως Ανώνυμη Εταιρεία που είναι, δεν αποκρύπτει τον σκοπό του: την «προώθηση νέων μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής (financial engineering) και τη διευκόλυνση της πρόσβασης των επιχειρήσεων σ' αυτά, ώστε να καταστούν ανταγωνιστικές. Και εννοείται ότι τα πακέτα χρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Ενωση αποτελούν βασική πηγή εσόδων σε όλο αυτό το πανηγύρι, με το γνωστό κυνήγι απορρόφησης κονδυλίων.

Και οι εργαζόμενοι σε αυτές τις επιχειρήσεις; Θα μπορούν να εντάσσονται στα εξευτελιστικά προγράμματα του ΟΑΕΔ με όλα τα παρεπόμενα όσον αφορά την αμοιβή, τα ωράρια, την ασφάλιση, τη διάρκεια της σύμβασης κ.λπ. Ετσι εννοούν, φαίνεται, την ένταξη στην αγορά εργασίας.

Εξυπακούεται ότι ο εθελοντισμός παίζει και εδώ τεράστιο ρόλο, με τον νόμο να ορίζει ειδικά «μητρώα εθελοντών», καθώς και τους ακριβείς όρους υπό τους οποίους οι «αγνών αισθημάτων» άνθρωποι θα παρέχουν ωραιότατα απλήρωτη και ανασφάλιστη εργασία.

Είναι, νομίζω, προφανές μέσα στο γενικό περιβάλλον ανθρωποφαγικής κερδοσκοπίας στο οποίο ζούμε, ότι τα λαϊκά προβλήματα δεν αντιμετωπίζονται με τέτοιες ψευδομεθόδους. Οποιος είναι έστω και λίγο υποψιασμένος για το πώς βαδίζουν οι ανθρώπινες κοινωνίες, μόνο μία μορφή αλληλεγγύης μπορεί να παραδεχτεί: την ταξική. Η δε «εναλλακτική μορφή οργάνωσης των σχέσεων παραγωγής» που ευαγγελίζονται μόνο μία μπορεί να είναι και έχει όνομα: σοσιαλισμός.

ΥΓ.: Στο άρθρο 2 παρ. 6 γίνεται αναφορά σε «κοινωνικές υπηρεσίες γενικού συμφέροντος». Στο άρθρο 14 παρ. 2β, ο όρος που χρησιμοποιείται είναι «κοινωνικές υπηρεσίες γενικού ενδιαφέροντος». Πέρα από το γεγονός ότι η διατύπωση είναι τρομερά αφηρημένη, δείχνει και κάτι ακόμα: Οτι πρόκειται για τσαπατσούλικη μετάφραση της αγγλικής λέξης interest, που σημαίνει και ενδιαφέρον και συμφέρον. Θα επρόκειτο για μια ανούσια φιλολογική παρατήρηση, μόνο που εδώ έχει πολιτική σημασία: Χρησιμοποιούν ολοφάνερα τη γνωστή μέθοδο αντιγραφής - επικόλλησης, από ανάλογα κιτάπια της ΕΕ, χωρίς καν να ασχοληθούν με μια μετάφραση της προκοπής!


Εύα Πούλιου

Ορισμένα ζητήματα για τις Θέσεις της ΚΕ

Παρόλο τη μεγάλη προσπάθεια που έγινε τα τελευταία χρόνια για την προγραμματική αφομοίωση που ήταν σημαντική και απαραίτητη, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να δημιουργηθεί κλίμα εφησυχασμού και αυτάρκειας, καθώς έχουμε ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μας για να κατακτήσουμε βαθύτερη αφομοίωση της προγραμματικής αντίληψης.

Ισως είναι μια διαδικασία που στο Κομμουνιστικό Κόμμα δεν σταματά, καθώς υπάρχει ανανέωση στις γραμμές του Κόμματος. Οπως επίσης ότι και η ίδια η ταξική πάλη γεννάει κάθε φορά νέα καθήκοντα και απαιτήσεις από το ΚΚ ή ακόμα και πλευρές που σωστά συζητάμε δοκιμάζονται στην ίδια τη ζωή και στην πορεία της ταξικής πάλης.

Να το πούμε πιο απλά: το Κόμμα μας, η ΚΝΕ, οι οπαδοί θα πρέπει να προετοιμαζόμαστε για να ανταπεξέλθουμε στο επαναστατικό μας καθήκον σε κάθε φάση και καμπή του αγώνα. Καθώς όσο σωστό είναι ότι οι κομμουνιστές χρειάζεται να παίρνουν υπόψη τις διαθέσεις της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, άλλο τόσο σωστό είναι ότι η πρωτοπορία δεν μπορεί να υποτάσσεται σε αυτές και πρέπει να κάνει τη δουλειά της σε κάθε φάση.

Από αυτή τη σκοπιά, τώρα πρέπει να δυναμώσει η συζήτηση και να υπάρξει συναντίληψη για παράδειγμα για τη στάση των κομμουνιστών στο ενδεχόμενο ιμπεριαλιστικού πολέμου. Αυτή η συζήτηση δεν μπορεί να κατανοείται ως μία γενικά μόνο ιδεολογική και θεωρητική συζήτηση που αφορά κάτι που θα γίνει στο μέλλον. Ασφαλώς και οι κομμουνιστές πρέπει να έχουμε καθαρό το τι θα κάνουμε σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, αλλά αυτή η στάση σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο καθορίζεται από τον επαναστατικό σκοπό και ασφαλώς έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις, αλλά δεν μπορεί να κατανοείται ως κάτι μη σχετικό με τη στάση που κρατάει το ΚΚ σε συνθήκες ιμπεριαλιστικής ειρήνης.

Το σύνθημα (που δεν είναι σύνθημα αλλά ουσία) «να μην παλέψει η εργατική τάξη κάτω από ξένη σημαία» σε συνθήκες ιμπεριαλιστικού πολέμου πάει νύχι - κρέας με τη σημερινή κοπιαστική δουλειά που προετοιμάζει το έδαφος. Δηλαδή, χωρίς να υποτιμάμε τις ιδιαίτερες δυσκολίες που θα προκύψουν σε περίπτωση ιμπεριαλιστικού πολέμου, όπως για παράδειγμα τον εθνικό πατριωτισμό που θα φουντώνει τουλάχιστον στην αρχή του πολέμου κ.ά., η δουλειά που κάνουμε σήμερα και καλεί τον εργάτη να παλέψει για τα δικά του συμφέροντα και να μην τα ταυτίζει με του καπιταλιστή, είναι χρήσιμη, αφήνει παρακαταθήκη, ακόμα και αν σήμερα δεν μπορούμε να δούμε ορατό αποτέλεσμα. Εχουμε δει, για παράδειγμα, εργάτες με παρέμβαση άλλων δυνάμεων και της εργοδοσίας να ζητάνε τζάμπα πετρέλαιο και ρεύμα για το αφεντικό, ή ακόμα και περιπτώσεις που είναι πιο δύσκολες να τις εξηγήσεις, όπως π.χ. στο λιμάνι του Πειραιά, που και τμήματα του ελληνικού κεφαλαίου πάλευαν για τα δικά τους συμφέροντα ενάντια στην παραχώρηση στην COSCO, και αν δε βάζεις σωστά το ζήτημα ότι το κράτος σήμερα είναι όργανο των καπιταλιστών για να επιβάλουν την κυριαρχία τους στην εργατική τάξη, αν δεν θυμίζεις την πείρα με ιδιωτικοποιήσεις και κρατικοποιήσεις που έγιναν σε μια σειρά στρατηγικής σημασίας κλάδους, τότε είναι εύκολο να παρασυρθείς και κάτω από το αίτημα «δημόσιο λιμάνι» να συνυπάρχουν και να παλεύουν εργάτες και τμήματα του κεφαλαίου μαζί, και τα τμήματα του κεφαλαίου να εμφανίζονται ως φίλοι του λαού και αύριο ως σωτήρες και επίδοξοι επενδυτές.

Τέτοιες δυσκολίες υπάρχουν στην κατανόηση των ζητημάτων και εκφράζονται και με λαθεμένα ερωτήματα και ταλαντεύσεις για το αν οι κομμουνιστές θα μπουν σε έναν τέτοιο πόλεμο. Να γίνει καθαρό ότι οι κομμουνιστές, όπως και σε συνθήκες ιμπεριαλιστικής «ειρήνης» έτσι και σε συνθήκες ιμπεριαλιστικού πολέμου, θα πρωτοστατήσουν στην οργάνωση της πάλης. Στην αντίθετη περίπτωση, ουσιαστικά μιλάμε για αφοπλισμό της πρωτοπορίας μπροστά στα μεγάλα γεγονότα που μπορούν να εγκυμονήσουν γρήγορες εξελίξεις, που με την παρέμβαση της πρωτοπορίας να τραβήξουν τα πράγματα προς τα μπρος, σημαίνει διευκόλυνση της αστικής τάξης να κάνει τη δουλειά της, να λύσει τις αντιθέσεις της χωρίς να απειλείται να χάσει την εξουσία της και πάνω απ' όλα η εργατική τάξη, με την πρωτοπορία να απέχει, θα χύνει το αίμα της δήθεν για μεγάλο εθνικό σκοπό, μα στην ουσία για εντελώς αντίθετα ταξικά συμφέροντα.

`Η άλλο ζήτημα, χωρίς τώρα να μπορεί να εξαντληθεί: πώς κατανοείται το ζήτημα της κοινωνικής συμμαχίας και της κατεύθυνσης της πάλης που πρέπει να υιοθετεί, ότι δεν είναι θέσφατο επειδή σωστά το βάζουμε στα ντοκουμέντα μας, αλλά απαιτεί σκληρή αντιπαράθεση με τον αντίπαλο, πειθώ και αφορά και το πώς μαθαίνουμε σήμερα να δουλεύουμε στην εμβρυακή της κατάσταση, βλέποντας μπροστά και όχι στατικά.

Τέλος, ένα ζητήματα που αφορά αυτό που λέμε οικοδόμηση και απασχολεί και τις Θέσεις της ΚΕ του Κόμματος, είναι το πώς φροντίζουμε καθοδηγητικά για τη συνεχή ηλικιακή ανανέωση των γραμμών του Κόμματος, πώς δηλαδή θα ανεβάσουμε τους ρυθμούς στρατολόγησης από την ΚΝΕ και σε ηλικίες 18-40 ετών.

Νομίζω ότι παρά τα βήματα που έχουμε μετρήσει στην καλύτερη καθοδήγηση της ΚΝΕ, έχουμε ακόμα πολλά περιθώρια στρατολόγησης στο Κόμμα από την ΚΝΕ, αν πιο καλά και πιο σταθερά στοχοπροσηλώσουμε. Αυτό το ζήτημα δεν μπορεί να επαφίεται στην ΚΝΕ.

Είναι ζήτημα που καλύτερα πρέπει να ασχοληθούμε στο επίπεδο των Τομεακών Επιτροπών και των Γραφείων των ΚΟΒ. Δεν μπορούμε να πηγαίνουμε με τη λογική ότι για το Κόμμα κάνουν μόνο οι σύντροφοι που αναδεικνύονται σε στελεχική θέση στην ΚΝΕ, αναμφίβολα αυτοί, αλλά στις ΟΒ της ΚΝΕ υπάρχουν αξιόλογοι σύντροφοι, που έχουν μεγάλη κομματικότητα, όμως για διάφορους λόγους και λόγω και δικών μας αδυναμιών και καθυστερήσεων, αυτοί οι σύντροφοι δεν έχουν οργανωθεί στο Κόμμα. Είναι ζήτημα πώς τη συζήτηση για το Πρόγραμμα του ΚΚΕ, στοιχεία κομμουνιστικής διαπαιδαγώγησης τα διαπερνάει η καθημερινή μας καθοδηγητική δουλειά στις Οργανώσεις της ΚΝΕ και δεν αρκούμαστε μόνο σε μια - δυο συζητήσεις από τη στιγμή που μπαίνει ως στόχος στρατολόγησης από τα όργανα.

Οπως επίσης ένα ουσιαστικό ζήτημα είναι πώς τα όργανα του Κόμματος και της ΚΝΕ παρακολουθούν στενά την πορεία των μελών της ΚΝΕ, έχουν κοινή αντίληψη γι' αυτή, από κοινού πέφτουν και βοηθάνε ακόμα και εξατομικευμένα.

Συμφωνώ με τις Θέσεις της ΚΕ και θεωρώ ότι από τη συζήτηση σε όλο το Κόμμα και την ΚΝΕ μπορούμε να βγούμε πιο δυνατοί.


Τάτσης Γιώργος
Μέλος της ΠΕ Δυτικής Αθήνας του ΚΚΕ

Για τις Θέσεις

Η συζήτηση των Θέσεων της ΚΕ για το 20ό Συνέδριο του Κόμματος αποτελεί πρωτόγνωρη διαδικασία για την πλειοψηφία των μελών της ΚΝΕ. Ταυτόχρονα, έχουμε την τύχη να καλούμαστε να πούμε γνώμη, να αφομοιώσουμε τις Θέσεις, υπό το πρίσμα του νέου Προγράμματος, του οποίου αποτελούν εμπλουτισμό και εξειδίκευση.

Αυτήν την τετραετία που μεσολάβησε μπορούμε να εκτιμήσουμε ορισμένα θετικά στοιχεία που ξεχώρισαν στη δουλειά μας. Καταρχάς, βελτιώθηκε σημαντικά η ικανότητα να τεκμηριώνουμε το αντικειμενικό γεγονός της επιβεβαίωσης των θέσεων του Κόμματος, με βάση την κοσμοθεωρία μας. Εχει διαμορφωθεί ως ένα βαθμό μεθοδολογία στη σκέψη των συντρόφων, στο πώς ερμηνεύουμε τις πολιτικές εξελίξεις. Διαμορφώνεται ένα δυναμικό, που, με βάση τα παραπάνω, «στέκεται» καλύτερα στη διαπάλη, ιδιαίτερα στις δύσκολες συνθήκες στις οποίες κληθήκαμε να δράσουμε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η στάση των συντρόφων μας στο δημοψήφισμα, που η θέση του Κόμματος ξεχώριζε «σαν την μύγα μέσα στο γάλα»: μέσα σε κλίμα πόλωσης οι δυνάμεις μας ανέδειξαν το ρόλο του, ως μηχανισμό του αστικού κράτους και τι εξυπηρετούσε εκείνη την στιγμή, μαχητικά υπερασπίστηκαν τη θέση μας. Αντίστοιχα, βελτιώθηκε η ικανότητα προβολής της θέσης μας για το χαρακτήρα της αστικής κυβέρνησης. Μια «μαγιά» συντρόφων ξεχώρισε με την πρωτοπόρα στάση της, στους χώρους δουλειάς, μαθητές μας δίνουν καθημερινά τη μάχη με τον αντικομμουνισμό μέσα και έξω από την τάξη. Σύντροφοι από μικρή ηλικία διαπαιδαγωγούνται με τα κομμουνιστικά ιδανικά, σε συνθήκες όξυνσης της ταξικής πάλης. Σε αυτό συνέβαλε καθοριστικά η οργανωμένη επαφή των μελών της ΚΝΕ, με πλευρές της Ιστορίας του Κόμματός μας, στα πλαίσια των δραστηριοτήτων που αναπτύξαμε, μπροστά στον εορτασμό των 100 χρόνων από την ίδρυση του Κόμματος, των 70 χρόνων από την ίδρυση του ΔΣΕ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το «αποτύπωμα» που άφησε στην Οργάνωση το Διήμερο της Ο Π Κεντρικής Μακεδονίας στη Νάουσα, πώς σύντροφοί μας την επόμενη κιόλας μέρα, γέμισαν με θάρρος και κουράγιο, αντιπαρατέθηκαν, ανοίχτηκαν στον περίγυρό τους, τη στιγμή που δίσταζαν μέχρι τώρα.

Παρά τα θετικά βήματα, υπάρχουν μια σειρά υποκειμενικές αδυναμίες, χωρίς φυσικά να παραγνωρίζονται και οι αντικειμενικές δυσκολίες που εντοπίζουν οι Θέσεις. Σωστά τοποθετείται το κέντρο βάρους στο Τομεακό Οργανο - Κόμματος και ΚΝΕ, με συγκεκριμένη ευθύνη των Επιτροπών και Συμβουλίων Περιοχών, Κεντρικής Επιτροπής και Κεντρικού Συμβουλίου αντίστοιχα. Πρώτα από όλα, χρειάζεται να απασχολήσει η απόσταση που υπάρχει μεταξύ αυτών που αποφασίζουμε, και τι τελικά υλοποιούμε, η συζήτηση στα Τομεακά Συμβούλια ως πραγματικών επιτελείων μάχης και όχι ως συντονιστικών Γραμματέων ΟΒ. Η μαχητική λειτουργία στη βάση των καθηκόντων που μπαίνουν στις Θέσεις (40-42) που πολλές φορές ατονεί. Εχει σημασία να αναζητήσουμε την αιτία αυτών των αδυναμιών. Το επίπεδο της πολιτικής συζήτησης πρώτα από όλα, που πατάει στην έλλειψη πολλές φορές κατάλληλου ιδεολογικοπολιτικού υποβάθρου. Σε αυτήν την κατεύθυνση, χρειάζεται να απασχολήσει καλύτερα πόσα στελέχη της ΚΝΕ έχουν επαφή με το μαρξιστικό βιβλίο, με τη λογοτεχνία, πώς εντάσσουν τέτοιες πλευρές στην καθοδηγητική τους δουλειάς. Πώς αντιλαμβάνονται το στόχο της κατάκτησης ενός στέρεου ιδεολογικού υποβάθρου, όχι μόνο ως ζήτημα προγραμματισμού ενός ιδεολογικού μαθήματος - που και αυτό είναι σημαντικό, αλλά συνολικότερα. Πώς καθοδηγούν την οργάνωση, αλλά και πώς προσπαθούν και οι ίδιοι να διαμορφώσουν εκείνα τα χαρακτηριστικά της ολοκληρωμένης κομμουνιστικής προσωπικότητας. Το στοιχείο της χαμηλής κοινωνικής πείρας που αντικειμενικά υπάρχει σήμερα στην ΚΝΕ είναι υπαρκτή δυσκολία, δεν μπορούμε όμως να συμβιβαστούμε με την ανυπαρξία πολλές φορές στέρεων πολιτικών δεσμών με νεολαία στους χώρους ευθύνης, με την έλλειψη σταθερού περιγύρου των στελεχών της ΚΝΕ.

Ενα άλλο ζήτημα είναι η βελτίωση του επιπέδου συνεργασίας ΚΟΒ - ΟΒ. Εχουμε μετρήσει βήματα και έχει σημασία αφενός γιατί η ΚΝΕ είναι βασικός αιμοδότης του ΚΚΕ, αφετέρου διότι με αυτόν τον τρόπο κατακτιέται ενιαία αντίληψη στο σχέδιο ιδεολογικοπολιτικής παρέμβασης μεταξύ ΚΟΒ - ΟΒ. Και αν αυτό είναι ως ένα βαθμό κατακτημένο σε μια εδαφική ΟΒ, μέσα από κοινές ομάδες παρέμβασης, κοινό σχέδιο μπροστά σε σταθμούς, πολύ πιο αργά προχωράει σε σχέση με τις μαθητικές ΟΒ. Οπου γίνεται έχουμε θετικά παραδείγματα. Π.χ, δράση πυρήνα γονιού - εκπαιδευτικού - μαθητή σε σχολεία, όπου ουσιαστικά αυξήθηκε η πολιτική επιρροή της Οργάνωσης.

Τέλος, αν και μετράμε ουσιαστικά βήματα στη βελτίωση της παρέμβασης των κομμουνιστών σε μαζικούς φορείς - βοήθησε και η συζήτηση σε όργανα και ΟΒ της Απόφασης της Ευρείας Ολομέλειας της ΚΕ -, ωστόσο, υπάρχει δυσκολία να ακολουθήσουμε αυτά τα βήματα στην οργάνωση και διεκδίκηση στο έδαφος, μέσα από Λαϊκές Επιτροπές, Επιτροπές Ανέργων. Παραμένουν ακόμα συγχύσεις για το ρόλο τους, που σχετίζονται φυσικά με τα ζητήματα της σχέσης Κόμματος - κινήματος που βάζουν και οι Θέσεις. Συχνά στις εδαφικές ΟΒ το ζήτημα αντιμετωπίζεται ως χρέωση ενός συντρόφου που θα παρακολουθεί τα Συντονιστικά των Λαϊκών Επιτροπών, θα ενημερώνει τα άλλα μέλη της Οργάνωσης που στην καλύτερη περίπτωση θα πηγαίνουν καλεσμένοι στις δράσεις των Λαϊκών Επιτροπών. Υπάρχουν ουσιαστικές δυνατότητες για αναβάθμιση της λειτουργίας τους, στο βαθμό που θα προχωράει η ανασύνταξη του εργατικού - λαϊκού κινήματος. Πρέπει να μας απασχολήσει πώς από αυτές τις δραστηριότητες θα αποκτιέται πείρα στο κομμάτι του δυναμικού μας που δεν έχει, στην οργάνωση ενός αγώνα, στη διαμόρφωση πλαισίου πάλης, στην ανάληψη πρωτοβουλιών, στην καλή γνώση οξυμένων προβλημάτων ανά χώρο, στην ικανότητα να δένεται ένα οξυμένο πρόβλημα με το ποιος έχει τα κλειδιά της οικονομίας σήμερα, στη δουλειά με ανώριμες μάζες, στη διαμόρφωση κοινής δράσης, στη δουλειά με ανώριμες πολιτικά μάζες, στην κοινή δράση μαζί τους, στη συσπείρωσή τους με σταθερά χαρακτηριστικά. Σε αυτό χωλαίνουμε συμβιβαζόμενοι συχνά με τον αρνητικό συσχετισμό, χωρίς να βλέπουμε τη δυναμική που μπορεί να έχει η αγανάκτηση του κόσμου αυτού, ακόμα και αν δεν έχει βρει ταξικό προσανατολισμό. Σε αυτό δεν αρκεί μόνο η πρωτοπόρα στάση ενός συντρόφου που σίγουρα μπορεί να εμπνεύσει. Χρειάζεται να εκπαιδευτούμε στο πώς σε κάθε χώρο, γνωρίζοντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του θα απαντάμε σε αυτό που πραγματικά απασχολεί τον κόσμο, πώς συνολικά θα προβάλλουμε σαν κριτήριο το σύνολο της ζωής ενός νέου εργάτη/ ανέργου που ζει σήμερα σε σχέση με αυτό που θα μπορούσε να έχει και γιατί δεν το έχει, με εύστοχες μορφές. Χρειάζεται υπομονή, δεν είναι εύκολη δουλειά.

Η αφομοίωση των Θέσεων είναι δεμένη με την αφομοίωση του Προγράμματος του Κόμματος. Θα κληθούμε να μετρήσουμε βήματα σε αυτά μέσα σε σύνθετες συνθήκες. Είναι ευθύνη μας να βγει η Οργάνωση και το Κόμμα μας πιο ισχυροποιημένοι από αυτήν τη διαδικασία.

Ζήτω το 20ό Συνέδριο του Κόμματός μας!


Δήμητρα Χατζή
Μέλος του ΚΣ της ΚΝΕ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org