Σάββατο 4 Φλεβάρη 2017
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΟ 4ΣΕΛΙΔΟ «ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ»:

  • ΕΚΤ: Πριμοδοτεί τις επιχειρησιακές συμβάσεις για μεγαλύτερη «ευελιξία» στους μισθούς
  • Ομιλία Αμερικανού πρέσβη σε ενεργειακό συνέδριο: «Πάγιες επιδιώξεις» και «αποκλίσεις» στο φόντο των νέων κατευθύνσεων των ΗΠΑ
  • ΤΟΥΡΚΙΑ - ΒΡΕΤΑΝΙΑ: Συμφωνίες και παζάρια σε φόντο γενικότερων ανακατατάξεων, ανταγωνισμών και αντιπαραθέσεων σε ιμπεριαλιστικές συμμαχίες
  • ΒΡΕΤΑΝΙΑ: Η λεγόμενη «Λευκή Βίβλος» για την έξοδο από την ΕΕ, βασική επιλογή του κυρίαρχου τμήματος της αστικής τάξης, παρουσιάζεται ως δήθεν διέξοδος και για το λαό
ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΕΣΒΗΣ
«Πάγιες επιδιώξεις» και «αποκλίσεις» στο φόντο των νέων κατευθύνσεων των ΗΠΑ

Υποστήριξε τη γρήγορη ολοκλήρωση ενεργειακών έργων που άπτονται των αμερικανικών συμφερόντων στην Ελλάδα, την ίδια στιγμή που επέμεινε στη γνωστή μέχρι τώρα αμερικανική στάση για τον περιορισμό της ρωσικής ενεργειακής επιρροής στην Ευρώπη

«Η Ρωσία εργάζεται με όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή της για να αποδυναμώσει την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ενώ την ίδια στιγμή χρησιμοποιεί την Ενέργεια ως όπλο, διακόπτει την προμήθεια φυσικού αερίου κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ανεβάζει τις τιμές για να χειραγωγεί τα έθνη και να λειτουργούν σύμφωνα με τα συμφέροντά της».

Τα παραπάνω λόγια του πρώην αντιπροέδρου των ΗΠΑ, Τ. Μπάιντεν, προ δύο εβδομάδων στο Νταβός, επανέλαβε ο Αμερικανός πρέσβης στη χώρα μας Τζ. Πάιατ, κατά τη διάρκεια της ομιλίας του σε ενεργειακό συνέδριο που πραγματοποιήθηκε την περασμένη βδομάδα στην Αθήνα, ομιλία που το μεγαλύτερο μέρος της αφορούσε στον περιορισμό - αλλά όχι στην πλήρη εξάλειψη - της ρωσικής ενεργειακής επιρροής στην Ευρώπη και αντίστοιχα στην ενίσχυση των αμερικανικών συμφερόντων στο συγκεκριμένο τομέα.

Ο Αμερικανός πρέσβης - ο οποίος πριν αναλάβει καθήκοντα στην Ελλάδα τον περασμένο Σεπτέμβρη, πριν δηλαδή ο Ντ. Τραμπ γίνει ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ, υπηρέτησε για τρία χρόνια ως πρέσβης στην Ουκρανία - τοποθετήθηκε επί του συνόλου των ενεργειακών ζητημάτων που απασχολούν τα τελευταία χρόνια την περιοχή μας και την Ευρώπη συνολικά, μένοντας σταθερά στη γνωστή μέχρι σήμερα ενεργειακή «ατζέντα» των ΗΠΑ. Ευθύς εξαρχής σημείωσε ότι η αμερικανική πρεσβεία στην Ελλάδα και «ολόκληρη η ομάδα μας» έχει ασχοληθεί έντονα με τα ενεργειακά ζητήματα, «αναγνωρίζοντας ότι η προώθηση της ενεργειακής ασφάλειας και της διαφοροποίησης του ενεργειακού εφοδιασμού είναι κρίσιμο στοιχείο στον μακροπρόθεσμο στόχο των Ηνωμένων Πολιτειών για την οικοδόμηση μιας Ευρώπης ενιαίας, ελεύθερης και ειρηνικής» και πρόσθεσε με νόημα: «Η προηγούμενη υπηρεσία μου στην Ουκρανία μου το θύμιζε αυτό κάθε μέρα».

Στη συνέχεια, αφού σημείωσε το ρόλο της Ελλάδας στην ενεργειακή ασφάλεια της ευρύτερης περιοχής της ΝΑ Μεσογείου - «πυλώνας κλειδί» ήταν η ακριβής του έκφραση - και την υποστήριξη των ΗΠΑ σε αυτόν το ρόλο, εξέθεσε με αριθμητικά στοιχεία τις αλλαγές που έχουν επέλθει στο παγκόσμιο ενεργειακό τοπίο τα τελευταία χρόνια, αρχής γενομένης από την πρώτη θητεία του Ομπάμα. Οπως είπε, πριν από οκτώ χρόνια οι ΗΠΑ παρήγαγαν περίπου 5,5 εκατ. βαρέλια πετρελαίου ημερησίως και εισήγαγαν μία αυξανόμενη ποσότητα υγροποιημένου φυσικού αερίου (ΥΦΑ). Σήμερα, οι ΗΠΑ, μετά και τις επενδύσεις στην εξόρυξη από σχιστολιθικά πετρώματα, είναι καθαρός εξαγωγέας ενεργειακών προϊόντων, η παραγωγή πετρελαίου στις ΗΠΑ αυξήθηκε στα 9,6 εκατ. βαρέλια τη μέρα και κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους οι ΗΠΑ εξήγαγαν ΥΦΑ σε δεκάδες χώρες ανά τον κόσμο.

Η εξέλιξη αυτή, συνέχισε, μετασχηματίζει το σύνολο των αγορών Ενέργειας, αναπτύσσοντας αντίστοιχα τις απαραίτητες υποδομές για τη μεταφορά ΥΦΑ, όπως νέες εγκαταστάσεις αποθήκευσης και επαναεριοποίησης, ναυπήγηση νέων δεξαμενόπλοιων, κατασκευή νέων τερματικών σταθμών ΥΦΑ σε όλον τον κόσμο, υποστηρίζοντας τελικά ότι όλη αυτή η διαδικασία «ενισχύει τον ανταγωνισμό, κάτι που είναι καλό για χώρες εισαγωγείς όπως η Ελλάδα». Αυτές οι επισημάνσεις του Αμερικανού πρέσβη δεν είναι άσχετες βέβαια με τις εξελίξεις των τελευταίων ετών στη χώρα μας, όπου ήδη το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο λαμβάνει ενεργά μέρος σε αυτόν το «μετασχηματισμό», επενδύοντας σε δεξαμενόπλοια τέτοιου τύπου, συνεργαζόμενο με εταιρείες αμερικανικών συμφερόντων όπως η γνωστή εταιρεία εμπορίας ΥΦΑ «Cheniere Energy», η οποία επιπλέον εκφράζει κι ενδιαφέρον για τον πλωτό σταθμό ΥΦΑ στην Αλεξανδρούπολη.

Αυτές οι εξελίξεις δεν διαφεύγουν, βέβαια, της ρωσικής προσοχής. Χαρακτηριστικές είναι οι δηλώσεις που έκανε στα μέσα του Γενάρη ο Β. Γκολούμπεφ, ανώτατο στέλεχος της «Gazprom», σε συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στη Μόσχα. Κατά τη διάρκειά της είχε αναγνωρίσει ότι η αύξηση της παραγωγής στις ΗΠΑ και οι μεγάλες εξαγωγές απειλούν τη θέση της ρωσικής εταιρείας στην Ευρώπη. Είχε δηλώσει χαρακτηριστικά πως «είναι φανερό πως βασική πηγή ανταγωνισμού προέρχεται από τις ΗΠΑ. Δεν γνωρίζουμε ποια θα είναι τα πρώτα βήματα της νέας αμερικανικής διοίκησης, ωστόσο κρίνοντας από τις προηγούμενες δηλώσεις, είναι πιθανό ότι θα ενισχύσουν την παραγωγή τους»...

Ο Τζ. Πάιατ αναφέρθηκε πιο συγκεκριμένα στο ζήτημα της Ουκρανίας - όπου υπενθυμίζουμε τις τελευταίες μέρες υπάρχει αναζωπύρωση της έντασης στις ανατολικές επαρχίες - λέγοντας ότι η υποστήριξη που παρέχει η ΕΕ και στο ζήτημα της «ανάστροφης ροής» αλλά και στη νέα πολιτική τιμολόγησης που ακολούθησε η κυβέρνηση της χώρας, «έσπασε το μονοπώλιο της Gazprom και στέρησε από τη Ρωσία το ενεργειακό της όπλο, το οποίο η Μόσχα επί μακρόν χρησιμοποιούσε για να κρατά την Ουκρανία υπό τον έλεγχό της».

Στάθηκε, δηλαδή, σε δύο ζητήματα που αποτελούν ακόμη σημείο έντονης τριβής μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας και κυρίως το ζήτημα της «ανάστροφης ροής», καθώς η Μόσχα διαπραγματεύεται τις τιμές φυσικού αερίου με κάθε κράτος - εισαγωγέα ξεχωριστά, μην επιτρέποντας, πρακτικά, ποσότητες φυσικού αερίου που προμηθεύει σε μία χώρα να διοχετεύονται στη συνέχεια σε κάποια άλλη. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθούσε να περιορίσει τον εφοδιασμό της Ουκρανίας με φυσικό αέριο από τα γειτονικά της κράτη, κατά τη διάρκεια κρίσεων μεταξύ των δύο χωρών, που είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό ή και τη διακοπή της παροχής αερίου της Μόσχας προς το Κίεβο.

Μάλιστα, ισχυρίστηκε ότι «η δυνατότητα της Ρωσίας να χρησιμοποιεί την Ενέργεια ως όπλο αναγνωρίζεται επίσης από στελέχη της Διακυβέρνησης Τραμπ» και παρέθεσε τα λόγια του υπουργού Προεδρίας, Ρεξ Τίλερσον, αναφορικά με τα ευρωπαϊκά ενεργειακά ζητήματα ενώπιον του Κογκρέσου, όπου σημείωσε πως «η Ενέργεια είναι ζωτική για κάθε οικονομία σε όλο τον κόσμο, επομένως μπορεί να αξιοποιηθεί ως ισχυρότατο όπλο επιρροής... Οι προμήθειες ΥΦΑ από τις ΗΠΑ μπορούν να προσφέρουν δυνατότητα επιλογών σε χώρες ώστε να μην είναι περιορισμένες σε μία μόνο πηγή ή σε μία μόνη κυρίαρχη πηγή...».

Το «αστείο» βέβαια της υπόθεσης είναι πως ο Αμερικανός πρέσβης επικαλείται τα λόγια ενός στελέχους της κυβέρνησης Tραμπ, που υπήρξε επικεφαλής της «ΕxxonMobil», εταιρείας η οποία πριν την επιβολή κυρώσεων προς τη Ρωσία είχε συστήσει κοινοπρακτικό εταιρικό σχήμα με τη ρωσική πετρελαϊκή «Rosneft» και είχε αποκτήσει άδειες για έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων σε ρωσική περιοχή στον αρκτικό σε μία τεράστια έκταση 600.000 τ.χλμ. Αυτή η τοποθέτηση του Ρεξ Τίλερσον στη θέση του υπουργού Προεδρίας της κυβέρνησης των ΗΠΑ είχε έρθει να προστεθεί στη σειρά των σεναρίων και φημολογιών για μια ενδεχόμενη διαφοροποίηση της νέας αμερικανικής ηγεσίας έναντι της Ρωσίας.

Συνεχίζοντας στο ίδιο ύφος, επανέλαβε τις κρίσεις φυσικού αερίου που έχουν προκληθεί κατά τα προηγούμενα χρόνια εξαιτίας της διένεξης μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας - επιρρίπτοντας φυσικά το σύνολο των ευθυνών στη ρωσική πλευρά - για να επισημάνει τον κρίσιμο ρόλο που παίζει η Ουκρανία στην ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, λέγοντας μάλιστα ότι υπάρχει σύμπτωση απόψεων ως προς αυτό με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Εκανε, μάλιστα, ειδική αναφορά και εξήρε τη στάση των Επιτροπών Ετινγκερ και Σέφκοβιτς στην ενίσχυση της συναντίληψης ΗΠΑ και ΕΕ στο εν λόγω ζήτημα. Να σημειώσουμε ότι τον περασμένο Νοέμβρη, ΕΕ και Ουκρανία προχώρησαν στην υπογραφή μνημονίου «Στρατηγικής Ενεργειακής Eταιρικής Σχέσης» δεκαετούς διάρκειας, το οποίο υπογραμμίζει το στρατηγικό χαρακτήρα της συμμαχίας ΕΕ και Ουκρανίας, ενώ τη μέρα της επίσημης ανακοίνωσης, ο Επίτροπος Σέφκοβιτς είχε χαρακτηρίσει την Ουκρανία ως «αξιόπιστη χώρα μεταφοράς του ρωσικού φυσικού αερίου» και πως αυτόν το ρόλο η ΕΕ επιθυμεί να διατηρήσει η Ουκρανία και στο μέλλον...

Υπό αυτό το πρίσμα, είναι λογικό που στη συνέχεια ο Τζ. Πάιατ μίλησε θερμά για τα υπό κατασκευή ενεργειακά έργα στη χώρα μας, αλλά και όσα σχεδιάζονται - TAP, Ελληνοβουλγαρικός διασυνδετήριος αγωγός φυσικού αερίου IGB και πλωτός σταθμός ΥΦΑ Αλεξανδρούπολης - τα οποία, όπως είπε, «θα συνεισφέρουν σημαντικά στην ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης», που σε συνδυασμό με αντίστοιχα που προωθούνται αυτό το διάστημα αλλού στην Ευρώπη, όπως στην Κροατία και τις Βαλτικές, «θα καθορίσουν την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια τα επόμενα 30 χρόνια». Την ίδια όμως στιγμή, εμφανίστηκε απολύτως αρνητικός στην κατασκευή και ολοκλήρωση έργων που, όπως είπε, «απειλούν το μέλλον της ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας», εντάσσοντας σε αυτά τον «Nordstream II» και τον «ITGI Poseidon». Ο πρώτος είναι ο υποθαλάσσιος αγωγός που θα μεταφέρει απευθείας ρωσικό φυσικό αέριο στη Γερμανία, δίχως χώρες ως ενδιάμεσους σταθμούς και ο δεύτερος - που ακόμη βρίσκεται σε φάση διαπραγματεύσεων - είναι ο ελληνοϊταλικός αγωγός, επίσης υποθαλάσσιος, που θα συνδέεται με τον «Τurkish Stream» και επίσης θα μεταφέρει ρωσικό φυσικό αέριο στην ευρωπαϊκή αγορά.

Δίχως περιστροφές ο Αμερικανός πρέσβης είπε πως και τα δύο αυτά έργα θα προκαλέσουν τεράστια οικονομική επιβάρυνση στην Ουκρανία, καθώς θα περιορίσουν το ρόλο της ως χώρας - μεταφορέα ρωσικού φυσικού αερίου, ενώ θα απειλήσουν συνολικά την ενότητα της Ευρώπης, και ζήτησε επί της ουσίας την ακύρωσή τους. Ο ίδιος, βέβαια, τόνισε ότι οι προσπάθειες των ΗΠΑ για «την επίτευξη της ενεργειακής ασφάλειας στην Ευρώπη δεν εξαιρεί τη Ρωσία ως χώρα προμηθευτή», λέγοντας ότι η Ρωσία είναι ένας σημαντικός κάτοχος ενεργειακών πόρων στα ευρωπαϊκά σύνορα και ως τέτοιος θα πρέπει να παραμείνει ένας από τους βασικούς προμηθευτές Ενέργειας της Ευρώπης, ωστόσο «δεν μπορεί να επιτραπεί στη Ρωσία να μονοπωλεί την ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά ως μοναδικός προμηθευτής»...


Φώτης ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥΡΚΙΑΣ - ΒΡΕΤΑΝΙΑΣ
Αποκτά νέες διαστάσεις στο φόντο ευρύτερων ανταγωνισμών

Η επίσκεψη Μέι στην Τουρκία φώτισε ότι η διμερής σχέση επαναξιολογείται υπό το πρίσμα των ευρύτερων διεργασιών σε Μέση Ανατολή και Ανατολική Μεσόγειο

Στιγμιότυπο από τη συνάντηση της Βρετανίδας πρωθυπουργού με τον Τούρκο Πρόεδρο
Στιγμιότυπο από τη συνάντηση της Βρετανίδας πρωθυπουργού με τον Τούρκο Πρόεδρο
«Η σχέση μεταξύ της Τουρκίας και του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν πάντα σημαντική αλλά, αναμφισβήτητα, σήμερα είναι ακόμα πιο ζωτική, επειδή η Τουρκία βρίσκεται στην πρώτη γραμμή ορισμένων από τις δυσκολότερες και σοβαρότερες προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε».

Τα παραπάνω επισήμανε η Βρετανίδα πρωθυπουργός, Τερέζα Μέι, το περασμένο Σάββατο, 28 Γενάρη, από την Αγκυρα, στη συνέντευξη Τύπου, που έδωσε με τον Τούρκο ομόλογό της, Μπιναλί Γιλντιρίμ, στη διάρκεια της ημερήσιας επίσημης επίσκεψής της στη χώρα.

Η Μέι βρέθηκε στην τουρκική πρωτεύουσα αμέσως μετά την επίσκεψή της στις ΗΠΑ, όπου έγινε η πρώτη ξένη ηγέτης που συνάντησε το νέο Αμερικανό Πρόεδρο και ενώ το βρετανικό κεφάλαιο επανεξετάζει εδώ και καιρό τις προτεραιότητές του στις γεωπολιτικές και άλλες συνεργασίες του, πράγμα που αποτυπώθηκε με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο στην ίδια την έναρξη της διαδικασίας για έξοδο από την ΕΕ (σ.σ. «Brexit»). Σήμερα, η ίδια η πορεία προς το «Brexit» επιδρά στην αξιολόγηση μιας σειράς συνεργασιών υπό νέο πρίσμα και ενώ ευρύτερες ανακατατάξεις προχωρούν ή κυοφορούνται (βλ. συζήτηση για μέλλον ΝΑΤΟ, συζήτηση για σχέσεις ΗΠΑ - Ευρώπης).

Σε αυτές τις συνθήκες, πολλοί σχολίασαν ότι Τουρκία και Βρετανία θα είναι σύντομα και οι δύο χώρες που θα έχουν «ιδιαίτερες» σχέσεις με την ΕΕ, με διαφορετικές βέβαια προοπτικές η καθεμία.

Από την άλλη μεριά, ενδεικτική είναι και η «κατανόηση» που οι δύο πλευρές φαίνεται ότι μοιράζονται σε κρίσιμα για τις αντίστοιχες αστικές τάξεις θέματα όπως είναι το Κυπριακό. Ειδικά μετά την έναρξη της Διάσκεψης για την Κύπρο στη Γενεύη (12/1) πύκνωσαν οι εκτιμήσεις ότι το Λονδίνο αντιλαμβάνεται πια την «αγωνία» της Αγκυρας για την παραμονή έστω ενός αριθμού τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο, ενώ η τουρκική πλευρά περιόρισε τις «απορίες» για τη διατήρηση των βρετανικών βάσεων στο ...«αβύθιστο αεροπλανοφόρο».

Εμφαση στην «αμυντική συνεργασία»

Στις δηλώσεις της, η Μέι μίλησε ακόμα για τη «νέα στρατηγική εταιρική σχέση» που οι δύο χώρες συμφώνησαν να εγκαινιάσουν, δίνοντας έμφαση στη συνεργασία τους για την «αντιμετώπιση της τρομοκρατίας» (σ.σ. ενδεικτικά έθιξε τους τομείς της «ανταλλαγής πληροφοριών», της «ασφάλειας στις αερομεταφορές», αλλά και την «εγχώρια ασφάλεια»), αλλά στάθηκε και στην ενίσχυση ευρύτερα της «αμυντικής συνεργασίας». Σε αυτό το πλαίσιο, τις συναντήσεις της Μέι απασχόλησαν και οι εξελίξεις σε Συρία αλλά και το Κυπριακό, επιβεβαιώνοντας ότι και τα δύο «μέτωπα» διαπλέκονται με γενικότερες διεργασίες γύρω από συνταγές για τη «σταθερότητα» της περιοχής, όπως ευνοεί κάθε αντιμαχόμενο ιμπεριαλιστικό «στρατόπεδο».

Ως διακριτό στοιχείο ενίσχυσης της διμερούς συνεργασίας στην Αμυνα προβλήθηκε η συμφωνία που υπογράφτηκε για την κατασκευή μιας νέας γενιάς τουρκικών μαχητικών αεροσκαφών. «Δεν πρόκειται απλά για μια εμπορική συμφωνία. Είναι η απαρχή μιας βαθιάς αμυντικής εταιρικής σχέσης που θα συμβάλει στη συνολική μας ασφάλεια», έσπευσε να επισημάνει η Μέι.

Η συγκεκριμένη συμφωνία αφορά τη βρετανική εταιρεία «BAE Systems» (δραστηριοποιείται στους τομείς των συστημάτων άμυνας, ασφάλειας αλλά και την αεροδιαστημική) και την τουρκική «Turkish Aerospace Industries ». Οι δυο εταιρείες υπέγραψαν «Πρωτόκολλο συμφωνίας» για τη δημιουργία συνεταιρισμού που θα αναπτύξει το σύστημα «Turkish Fighter Programme TF-X». Αλλά και από εμπορικής πλευράς, η συμφωνία επίσης δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητη, αφού η αξία του συμβολαίου υπολογίζεται ότι ξεπερνά τα 125 εκατομμύρια δολάρια και ήδη συζητιέται ότι είναι μόνο η πρώτη από πολλές ακόμα, αντίστοιχες, που θα ακολουθήσουν. Στελέχη της BAE τόνιζαν ότι ένα ευρύτερο πρόγραμμα θα διασφαλίσει πιθανώς την πρόκριση της εταιρείας σε διαγωνισμούς για την προμήθεια μηχανών, ραντάρ και άλλων πολεμικών συστημάτων στην Αγκυρα.

Επίσης, φαίνεται ότι η τουρκική αγορά είναι στις προτεραιότητες της βρετανικής πολεμικής βιομηχανίας. Το περασμένο φθινόπωρο, βρετανικά δημοσιεύματα σημείωναν όχι απλά πως, μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του Ιούλη, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει πουλήσει στην Τουρκία πυραύλους, βόμβες, μη επανδρωμένα τηλεκατευθυνόμενα αεροσκάφη, άλλα αεροσκάφη κ.τ.λ. αλλά και ότι η συγκεκριμένη ασιατική χώρα συγκαταλέγεται στις 35 σημαντικότερες προτεραιότητες για την «αμυντική» βιομηχανία της Βρετανίας. Οι ίδιες πηγές τόνιζαν ότι από το 2015 μέχρι σήμερα, η Τουρκία έχει αγοράσει βρετανικά οπλικά συστήματα αξίας 330 εκατομμυρίων λιρών, όταν παλιότερα, μόνο σε μια χρονιά (το 2010) οι αντίστοιχες αγορές έφταναν μόλις τα 48 εκατομμύρια λίρες.

Πάντως, πρέπει να σημειωθεί ότι, από τη δική της μεριά, η Αγκυρα επιδιώκει να ενισχύσει τη δική της ικανότητα παραγωγής οπλικών συστημάτων εντός των συνόρων της και από αυτήν την πλευρά έχει σημαντικές προσδοκίες από την «αξιοποίηση» της βρετανικής τεχνογνωσίας. Σύμφωνα με πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού Αμυνας, Φικρί Ισίκ, η χώρα σχεδιάζει να μειώσει την εξάρτησή της από τις εισαγωγές όπλων, επιδιώκοντας να καλύπτει τις ανάγκες της κατά 80% από την εγχώρια παραγωγή, στόχος βέβαια αρκετά φιλόδοξος με τα σημερινά δεδομένα.

«Το 2002 η Τουρκία κάλυψε το 80% των αναγκών της σε όπλα με εισαγωγές, ενώ σήμερα αυτό το ποσοστό βρίσκεται στο 40% που σημαίνει ότι το 60% καλύπτεται από δική μας παραγωγή», εξήγησε ο Ισίκ, τονίζοντας ότι βασικό μέλημα είναι η παραγωγή συστημάτων νέας τεχνολογίας, αλλά και ότι ήδη προχωρά η ανάπτυξη συστημάτων αεράμυνας.

Ομάδα εργασίας για τη «μετα-Βrexit» εποχή

Μέι και Γιλντιρίμ ανακοίνωσαν ακόμα τη συγκρότηση «Ομάδας Εργασίας» που θα διερευνήσει τρόπους για την περαιτέρω ανάπτυξη των εμπορικών δεσμών, ειδικά μετά την έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ.

Τον περασμένο Σεπτέμβρη, όταν ο Βρετανός ΥΠΕΞ, Μπορίς Τζόνσον (που σημειωτέον - την περασμένη άνοιξη είχε διακριθεί σε διαγωνισμό ποίησης εξύβρισης του Τούρκου Προέδρου Ρ. Τ. Ερντογάν) επισκεπτόταν την Αγκυρα είχε εκφράσει τις προσδοκίες του για μια «τεράστια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου» με την Τουρκία.

Εκείνες τις μέρες, ο Βρετανός υπουργός για το Διεθνές Εμπόριο Γκρεγκ Χαντς σημείωνε στην τουρκική εφημερίδα «Σαμπάχ» ότι οι σχέσεις των δύο χωρών θα είναι καλύτερες μετά την αποχώρηση της Βρετανίας από την ΕΕ, εξηγώντας ότι Αμυνα, Υποδομές, Υγεία, Πυρηνική Ενέργεια και Χρηματοπιστωτικός τομέας είναι κλάδοι που θεωρούνται προτεραιότητες στις διμερείς σχέσεις. Σχολιάζοντας ότι η Τουρκία θα αποτελέσει ακόμα πιο σημαντικό εταίρο για τη Βρετανία μετά την έξοδό της από την ΕΕ, ο Χαντς επισήμαινε ότι ο όγκος των εμπορικών συναλλαγών που σήμερα έχει η χώρα του με την Τουρκία είναι μεγαλύτερος από αυτόν με άλλες το ίδιο μεγάλες χώρες, όπως η Ρωσία ή το Μεξικό.

Μεταξύ άλλων, ο Βρετανός αξιωματούχος υπογράμμιζε ότι είναι κρίσιμο ζήτημα η Τουρκία να ξεπεράσει προβλήματα που έχει (χωρίς διευκρινίσεις) ως ένας μεγάλος περιφερειακός παίκτης και ο οποίος είναι σε επαφή με τη Μέση Ανατολή, τη Ρωσία και την Κεντρική Ασία. Αναφέρθηκε ακόμα στις «άμεσες επαφές που το Ηνωμένο Βασίλειο έχει με τις εξελίξεις στην περιοχή, λέγοντας ότι οι δύο χώρες έχουν σημαντικές ευκαιρίες συνεργασίας. Ως παράδειγμα, μάλιστα, παρέθεσε το σημαντικό ρόλο που η Τουρκία μπορεί να διαδραματίσει για την «εξάλειψη του "Ισλαμικού Κράτους" από τη Συρία και το Ιράκ», ενώ συμπλήρωσε: «Η Τουρκία είναι κρίσιμη (χώρα) και για τα Ενεργειακά, επίσης. Είμαι σίγουρος ότι θα μπορέσουμε να έχουμε στενότερες πολιτικές σχέσεις στο μέλλον...».

Αν μη τι άλλο, τα παραπάνω δείχνουν ότι η μεγάλη τουρκική αγορά - πύλη προς Ασία και Μέση Ανατολή - προκαλεί ενδιαφέρον και στα ισχυρά βρετανικά μονοπώλια, στο πλαίσιο και των εναλλακτικών που αναζητά (και) κατά την έξοδό της από την ΕΕ. Αλλωστε, οι φιλοδοξίες της Τουρκίας να αναδειχθεί σε ευρύτερο ενεργειακό κόμβο, αξιολογούνται στα «κιτάπια» πολλών μονοπωλίων, σε μια περίοδο έντονων ανταγωνισμών και αναβαθμίσεων, ή και υποβαθμίσεων, παλιών και νέων συμμαχιών.

Και η Μέρκελ στην Αγκυρα

Ενταγμένες στο πλαίσιο των ενδοϊμπεριαλιστικών διεργασιών και ανακατατάξεων είναι και οι επαφές που είχε η Γερμανίδα Καγκελάριος, η οποία επίσης βρέθηκε στην Αγκυρα την Πέμπτη. Εκεί, η Αγκελα Μέρκελ σημείωσε, μεταξύ άλλων, το σημαντικό ρόλο που η Τουρκία μπορεί να διαδραματίσει στον «αγώνα κατά της τρομοκρατίας». Στο «τραπέζι» και της τουρκικής ηγεσίας με την Γερμανίδα ηγέτη επίσης τέθηκαν Συριακό, Κυπριακό, το μέλλον της συνεργασίας ΕΕ - Τουρκίας για το Μεταναστευτικό, όπως και η κατάσταση στο Αιγαίο. Ακόμα, στην ατζέντα της επίσκεψης Μέρκελ ήταν και θέματα διμερούς οικονομικής συνεργασίας, αν και δεν δόθηκαν περαιτέρω πληροφορίες και διευκρινίσεις.


Α. Μ.

Στοιχεία για την κατάσταση στην Ελλάδα

Η ...προτίμηση της ΕΚΤ και των άλλων «θεσμών» του κουαρτέτου προς τις επιχειρησιακές συμβάσεις, έναντι των κλαδικών, δεν προέκυψε ξαφνικά. Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, θυμίζουμε ότι από τον Ιούνη του 2016, το «άτυπο διαπραγματευτικό πλαίσιο των θεσμών για τη μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας», που κατατέθηκε στο Γιούρογκρουπ (Background Note, Select Labor Market reforms in Greece: Rationale and Future Considerations, Ιούνιος 2016) και περιλαμβάνει τις βασικές θέσεις των «θεσμών» για τη μεταρρύθμιση στα Εργασιακά, μεταξύ άλλων σημειώνει:

«Οι θεσμοί υποστηρίζουν την επέκταση του πεδίου των επιχειρησιακών συμβάσεων (μισθοί και απασχόληση), διότι βοηθούν τις επιχειρήσεις να προσαρμοστούν σε περιόδους οικονομικής δυσχέρειας ή προσαρμογής. Η μεταρρύθμιση των συλλογικών διαπραγματεύσεων συμβάλλει, σύμφωνα με τους θεσμούς, στην ευελιξία των επιχειρήσεων προκειμένου να προσαρμόσουν το εργασιακό κόστος μέσω των τιμών και όχι μέσω των απολύσεων».

Είναι κι αυτό μια ατράνταχτη απόδειξη για το πόσο αντεργατικό είναι το «ευρωπαϊκό κοινωνικό κεκτημένο» που επικαλείται η κυβέρνηση, για να θολώσει τα νερά ως προς τις δικές της προθέσεις και της ΕΕ αναφορικά με τη διαπραγμάτευση στα Εργασιακά.

Θυμίζουμε, επίσης, ότι την ίδια θέση διατύπωνε και ο ΣΕΒ στο υπόμνημά του προς την «Επιτροπή των ειδικών» για τα Εργασιακά. Εκεί τασσόταν αναφανδόν υπέρ των επιχειρησιακών συμβάσεων, για τις οποίες σημείωνε: «Η χώρα πρέπει με οριστικό τρόπο να ενταχθεί στη λογική ότι υπερισχύουν εκείνες οι συμβάσεις που είναι πλησιέστερα στο χώρο εργασίας στον οποίο αφορούν. Με άλλα λόγια, οι επιχειρησιακές συμβάσεις πρέπει σε κάθε περίπτωση να κατισχύουν, καθεστώς που υφίσταται τώρα».

Συντριβή των κλαδικών

Βέβαια, η πραγματικότητα που διαμορφώθηκε στη χώρα μας μετά την ΠΥΣ του 2012, ήδη ξεπερνά τις κατευθύνσεις που δίνουν τα ευρωενωσιακά όργανα. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου Εργασίας για το 2015, οι επιχειρησιακές συμβάσεις ήταν ο κυρίαρχος τύπος σύμβασης μισθωτών, καθώς αποτελούν το 94% των συμβάσεων που συνήφθησαν μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών. Συγκεκριμένα, σε σύνολο 282 συμβάσεων, οι 263 συμβάσεις είναι επιχειρησιακές, μόλις 12 εθνικές κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές και 7 τοπικές ομοιοεπαγγελματικές.

Σημειώνεται, επίσης, ότι μετά το «μπουμ» των επιχειρησιακών συμβάσεων που έγινε το 2012 - συνήφθησαν 976 επιχειρησιακές συμβάσεις - χρονιά υπογραφής της αντεργατικής Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ αρ. 6) για τις συμβάσεις και τους κατώτερους μισθούς, σταδιακά παρατηρείται μια μείωση και των επιχειρησιακών συμβάσεων.

Η αποκλιμάκωση αυτή επιβεβαιώνει ότι ένα όλο και πιο μεγάλο μέρος των μισθωτών αμείβεται πλέον με τα κατώτερα μισθολογικά όρια (586 και 511 ευρώ μεικτά) που καθορίστηκαν μονομερώς από την κυβέρνηση με την ΠΥΣ. Ως εκ τούτου, οι εργοδότες αποφεύγουν να υπογράψουν ακόμα και οποιαδήποτε επιχειρησιακή σύμβαση που να προβλέπει αμοιβές και παροχές πάνω από αυτά που προβλέπονται στην κατάπτυστη ΕΓΣΣΕ.

Στα Τάρταρα οι μισθοί

Η επικράτηση των επιχειρησιακών συμβάσεων και η γενίκευση των ατομικών οδήγησε σε μια τεράστια μείωση των μισθών στους εργαζόμενους. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΚΑ για τους μισθούς του ιδιωτικού τομέα τον Απρίλη του 2016, προκύπτει πως ο μέσος μισθός διαμορφώθηκε μόλις στα 955,55 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου και του φόρου).

Ειδικότερα, ο μέσος μισθός για τη μερική απασχόληση είναι μόλις 396,67 ευρώ. Σημειώνουμε ότι η μερική απασχόληση το συγκεκριμένο μήνα έφτασε το 28,9% του συνόλου των μισθωτών. Αντίστοιχα, για όσους εργάζονται ακόμα με πλήρη απασχόληση, ο μέσος μισθός τον Απρίλη του 2016 ήταν στα 1.181 ευρώ (στο ποσό περιλαμβάνεται και ο φόρος), όταν τον ίδιο μήνα του 2012 ήταν 1.401 ευρώ. Δηλαδή, μέσα στην τετραετία 2012 - 2016, οι μέσες αποδοχές ακόμα και αυτών που εργάζονταν με πλήρη απασχόληση, μειώθηκαν περαιτέρω κατά 14,85%.

Η μείωση των μισθών συνδέεται άμεσα με τη γενίκευση των επιχειρησιακών, αλλά και των ατομικών συμβάσεων. Είναι ενδεικτικό πως η αύξηση των επιχειρησιακών είναι αντιστρόφως ανάλογη της πορείας των μισθών. Ετσι, δεκαπλασιάστηκαν σχεδόν οι επιχειρησιακές συμβάσεις των «ενώσεων προσώπων», από 130 το 2012 στις 1.300 σήμερα, με το 80% να οδηγούν σε μεγάλες μειώσεις μισθών.

Επίσης, ο μέσος μισθός στο σύνολο της οικονομίας την πενταετία 2009 - 2014 μειώθηκε κατά 26,3%! Ειδικότερα, στο Δημόσιο μειώθηκε κατά 26%, στις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας (πρώην ΔΕΚΟ) κατά 35,4%, στις τράπεζες κατά 30%, στον ιδιωτικό τομέα (χωρίς τις τράπεζες) κατά 27,4%, ενώ ο κατώτερος μισθός, με κυβερνητική απόφαση, μειώθηκε μεσοσταθμικά κατά 24,8%. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της επίθεσης στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, οι οποίες πλέον καλύπτουν μόλις το 10% των μισθωτών, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία ουσιαστικά έχει οδηγηθεί σε ατομικές συμβάσεις.

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ
Πριμοδοτεί τις επιχειρησιακές συμβάσεις για μεγαλύτερη «ευελιξία» στους μισθούς

Αποκαλυπτική η μελέτη που υιοθετεί η ΕΚΤ στο τελευταίο οικονομικό της δελτίο

Από παλιότερη κινητοποίηση για τις Συμβάσεις
Από παλιότερη κινητοποίηση για τις Συμβάσεις
Την επέκταση των επιχειρησιακών Συμβάσεων Εργασίας σε βάρος των κλαδικών εισηγείται μελέτη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προκειμένου να ενισχυθεί η δυνατότητα των επιχειρηματικών ομίλων να διαμορφώνουν με μεγαλύτερη ευελιξία τους μισθούς προς τα κάτω, συμπιέζοντας παραπέρα την τιμή της εργατικής δύναμης, με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας τους.

Η μελέτη «συστήνει» στα κράτη - μέλη της ΕΕ περαιτέρω μεταρρυθμίσεις προς την κατεύθυνση του καθορισμού των μισθών με διαπραγματεύσεις σε επίπεδο επιχείρησης, τις οποίες χαρακτηρίζει «επωφελείς», στη μελέτη που συμπεριλαμβάνει στο τελευταίο οικονομικό της δελτίο.

Κατά τη διάρκεια της κρίσης, υποστηρίζεται στη μελέτη, ορισμένες χώρες της Ευρωζώνης θέσπισαν μεταρρυθμίσεις που έδωσαν στις εταιρείες περισσότερες επιλογές να κινηθούν προς μία διαπραγμάτευση των μισθών σε επίπεδο επιχείρησης, αντί με Συλλογικές Συμβάσεις σε πιο κεντρικό επίπεδο (εθνικό, περιφερειακό ή κλαδικό).

Τα αποτελέσματα της έρευνας, αναφέρεται στη μελέτη, έδειξαν ότι τέτοιες μεταρρυθμίσεις στις συλλογικές διαπραγματεύσεις έκαναν ευκολότερη την προσαρμογή των μισθών για τις εταιρείες. «Συνεπώς», σημειώνεται, «περαιτέρω μεταρρυθμίσεις στην κατεύθυνση αυτή πιθανόν να είναι ωφέλιμη για τις χώρες της Ευρωζώνης και θα μπορούσαν να έχουν την προοπτική να περιορίσουν τις απώλειες θέσεων εργασίας σε μελλοντικές υφέσεις».

Οι συντάκτες της έρευνας επιχειρούν να θωρακίσουν το χτύπημα των Συλλογικών Συμβάσεων με το επιχείρημα της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας ή της διατήρησης των υπαρχουσών, αν μειωθεί παραπέρα η τιμή της εργατικής δύναμης, μέσω της γενίκευσης των επιχειρησιακών συμβάσεων. Ενοχοποιούν δηλαδή τους ίδιους τους εργαζόμενους για την ανεργία και εμμέσως απειλούν όποιον ζητάει αξιοπρεπείς μισθούς και Συλλογικές Συμβάσεις ότι καταδικάζει τον εαυτό του και τους άλλους στην ανεργία!

«Ακαμψία» στους μισθούς

Η μελέτη, στο πλαίσιο της οποίας εξετάσθηκαν οι οικονομικές συνθήκες και οι Συλλογικές Συμβάσεις σε 25 χώρες της ΕΕ κατά την περίοδο 2010 - 2013, κατέληξε και στα εξής αποκαλυπτικά συμπεράσματα:

«Συνολικά, τα ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι οι θεσμοί για τις μισθολογικές διαπραγματεύσεις έχουν συμβάλει σε ακαμψίες των μισθών στην Ευρώπη και πιθανόν να διογκώνουν τις απώλειες απασχόλησης κατά τη διάρκεια υφέσεων (...) Τα αποτελέσματα δείχνουν την αρνητική επίδραση της δυσκαμψίας των μισθών στην απασχόληση (...) Η πιθανότητα η απασχόληση να μειωθεί ή να παραμείνει αμετάβλητη είναι σημαντικά χαμηλότερη όταν οι μισθοί μειώνονται. Η πιθανότητα αύξησης της απασχόλησης κατά συνέπεια αυξάνεται όταν οι μισθοί μειώνονται».

Η ίδια μελέτη συμπεραίνει ότι «δεδομένης της έκτασης της πτώσης της ζήτησης και της μείωσης της απασχόλησης, το σχετικά χαμηλό ποσοστό μισθολογικών μειώσεων φαίνεται να αποτελεί ένδειξη μίας ακαμψίας των ονομαστικών μισθών προς τα κάτω» και συμπληρώνει ότι «το πάγωμα των μισθών αποτελεί επίσης μία ισχυρή ένδειξη ακαμψίας των μισθών προς τα κάτω, καθώς δείχνει ότι οι επιχειρήσεις διατηρούν σταθερούς τους μισθούς για να αποφύγουν τις πιθανές εντάσεις από τη μείωσή τους, ακόμη και όταν οι οικονομικές συνθήκες μπορεί να δικαιολογούν μισθολογικές περικοπές».

Με άλλα λόγια, η ΕΚΤ διαπιστώνει «ακαμψία» στη μείωση των μισθών εξαιτίας των κλαδικών κυρίως συμβάσεων, ακόμα και στις συνθήκες της κρίσης, επιβεβαιώνοντας έμμεσα τη σημασία που έχει για τους εργαζόμενους να διεκδικούν συλλογικά την υπογραφή συμβάσεων στο επίπεδο του κλάδου, όπου η εργοδοσία «μετράει» διαφορετικά τη δύναμή τους, απ' ό,τι στο επίπεδο της επιχείρησης, όπου είναι ευκολότερο να επιβληθούν μειώσεις.

Οπως μάλιστα απροκάλυπτα σημειώνεται στη μελέτη, «όσο υψηλότερο είναι το ποσοστό των εργαζομένων στην εταιρεία που καλύπτονται από Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, τόσο μικρότερη είναι η πιθανότητα της μείωσης των μισθών και τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα της αύξησής τους...»!

Σύμφωνα με άλλη ανάλυση της ΕΚΤ, το «πρόβλημα» με τις κλαδικές συμβάσεις είναι ότι «οι μισθολογικές αυξήσεις καθορίζονται σύμφωνα με το μέσο ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας της περιφέρειας ή του κλάδου ή ακόμη σύμφωνα με την αύξηση της παραγωγικότητας μεγαλύτερων και συνήθως πιο παραγωγικών επιχειρήσεων», με αποτέλεσμα ο προσδιορισμός ενός κατώτατου ορίου στις μισθολογικές αμοιβές να οδηγεί σε απώλεια «ανταγωνιστικότητας κόστους», κλάδους ή και επιχειρήσεις που ανήκουν στον ίδιο κλάδο, σε περίπτωση που αυτές δεν ανταποκρίνονται στις γενικότερες συνθήκες της ανταγωνιστικότητας.

Υπόδειγμα οι χώρες χωρίς Συμβάσεις

Οπως αναφέρει η μελέτη, το ποσοστό των εργαζομένων στις χώρες της Ευρωζώνης, που καλύπτονται από Συλλογικές Συμβάσεις μισθών (κατά μέσο όρο σχεδόν 75%) είναι πολύ υψηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό των χωρών εκτός της Ευρωζώνης (σχεδόν 30%). Αρκετές χώρες έχουν ποσοστά σημαντικά μεγαλύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ιδιαίτερα η Ιταλία, η Ισπανία, η Γαλλία, το Βέλγιο και η Ολλανδία. Με εξαίρεση την Ολλανδία και τις βαλτικές χώρες, αυτά τα υψηλά επίπεδα προκύπτουν κυρίως από Συλλογικές Συμβάσεις εκτός της εταιρείας.

Στην Ιρλανδία, στην Εσθονία, στη Λετονία και τη Λιθουανία τα ποσοστά των εργαζομένων που καλύπτονται από Συλλογικές Συμβάσεις είναι σημαντικά χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (π.χ. κάτω από 20%). Από τις χώρες της ΕΕ που δεν είναι μέλη της Ευρωζώνης, η Βουλγαρία, η Ουγγαρία, η Πολωνία και η Βρετανία έχουν χαμηλότερα ποσοστά κάλυψης των εργαζομένων από Συλλογικές Συμβάσεις, ενώ η Ρουμανία και η Κροατία έχουν υψηλότερα.

ΒΡΕΤΑΝΙΑ - ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΕ
Το νέο σχέδιο του κεφαλαίου το ίδιο εχθρικό για το λαό

Μια πρώτη προσέγγιση στη λεγόμενη «Λευκή Βίβλο» που παρουσίασε η βρετανική κυβέρνηση

Η βρετανική κυβέρνηση προχωράει στο σχεδιασμό της για νέα σχέση με την ΕΕ
Η βρετανική κυβέρνηση προχωράει στο σχεδιασμό της για νέα σχέση με την ΕΕ
Υπό τις συνεχιζόμενες κόντρες των μονοπωλίων και τμημάτων της αστικής τάξης για τη νέα πορεία που θα πρέπει να χαράξουν μπροστά στο δρόμο της επικείμενης διαπραγμάτευσης με την ΕΕ για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ (Brexit), η κυβέρνηση της Βρετανίδας πρωθυπουργού Τερέζα Μέι παρουσίασε την Πέμπτη την 77σέλιδη «Λευκή Βίβλο», το σχέδιο που θα ακολουθήσει, προκειμένου να πετύχει μια καλύτερη νέα συμφωνία και σχέση με τη λυκοσυμμαχία.

Βασικό στοιχείο της παρουσίασης των κυβερνητικών θέσεων για το Βrexit, είναι πως η διαδικασία αποχώρησης από την ΕΕ μπορεί να αποδειχθεί «ευκαιρία» ώστε να εξασφαλιστεί η πρωτοκαθεδρία της Βρετανίας στο διεθνές εμπόριο και αυτό προβάλλεται και ως όφελος που δήθεν θα έχουν τα ασθενέστερα λαϊκά στρώματα, από την όποια ανάπτυξη φέρει η επαναδιαπραγμάτευση των σχέσεων Λονδίνου - Βρυξελλών... Το παραμύθι της ευημερίας και του «μεριδίου στον πλούτο για όλους» διαπνέει το σχέδιο, προκειμένου να πείσει την εργατική τάξη στο Ηνωμένο Βασίλειο πως έχει μόνο να κερδίσει από το διαζύγιο με την ΕΕ, επειδή τάχα σχεδιάζεται να αποβεί προς όφελός του. Συνεχίζεται, δηλαδή, η προσπάθεια παραπλάνησης του λαού, που πάντα πλήρωνε την καπιταλιστική κερδοφορία με αντιλαϊκά μέτρα και περικοπές είτε πριν, είτε κατά τη διάρκεια της ένταξης στην ΕΕ, είτε, όπως αναμένεται, και μετά την αποχώρηση από αυτή, αφού η εξουσία των μονοπωλίων είναι το βασικό δεδομένο, που δεν αλλάζει.

Σχεδιασμοί με γνώμονα τα μονοπωλιακά συμφέροντα

Μέσα στις δεκάδες σελίδες της «Λευκής Βίβλου» που τιτλοφορείται «Η έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ και η νέα εταιρική σχέση με την ΕΕ», περιγράφονται οι ισχυρές σχέσεις αλληλεξάρτησης μεταξύ μονοπωλιακών συμφερόντων μεταξύ «Γηραιάς Αλβιόνας» και των άλλων 27 χωρών της ηπειρωτικής Ευρώπης στη βάση «12 αρχών», αλλά και τα πεδία στα οποία η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να εξασφαλίσει καλύτερη θέση για τα βρετανικά μονοπώλια.

Δίνεται έμφαση στους τομείς παροχής υπηρεσιών, με ιδιαίτερη αναφορά στο χρηματοπιστωτικό τομέα και του ισχυρού ρόλου που μπορεί να παίξει το Σίτι του Λονδίνου στις σχέσεις των άλλων χωρών της ΕΕ με άλλες δυνάμεις σε κάθε ήπειρο του πλανήτη. Γίνεται εκτενής αναφορά στις προθέσεις της κυβέρνησης για ενίσχυση του ρόλου των βρετανικών μονοπωλίων στους τομείς της Ενέργειας (και δη της πυρηνικής, που χαρακτηρίζεται «στρατηγικός πυλώνας»), της ανάπτυξης των επιστημών και καινοτόμων τεχνολογιών. Υπογραμμίζεται, όπως άλλωστε αναμενόταν, ότι προτεραιότητα της κεντρικής στρατηγικής θα είναι η ανάκτηση όλων των νομοθετικών εξουσιών που είχε η Βρετανία πριν ενταχθεί στην ΕΕ, η πλήρης αποχώρηση από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ο έλεγχος πάνω στη μετανάστευση και η διαπραγμάτευση μίας συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου με τις άλλες χώρες της ΕΕ και μίας νέας τελωνειακής συμφωνίας, ώστε να διευθετηθούν οι διμερείς εμπορικές συναλλαγές όσο το δυνατόν «πιο ελεύθερα και ανεμπόδιστα». Αποσαφηνίζεται πως δεν θα επιχειρηθεί στις νέες σχέσεις με την ΕΕ να εφαρμοστούν προηγούμενα μοντέλα, όπως π.χ. το νορβηγικό, ενώ δεν αποκλείεται κάποια μορφή συνδρομής στον προϋπολογισμό της ΕΕ, μετά την αποχώρηση της Βρετανίας γύρω στα μέσα του 2019, εφόσον κριθεί πως είναι απαραίτητο για την προώθηση κάποιων σχεδίων διμερούς συνεργασίας.

Η κυβέρνηση Μέι ξεκαθαρίζει επίσης πως σκοπεύει να χρησιμοποιήσει στη διαπραγμάτευση με την ΕΕ «μηχανισμούς» που είναι κοινοί στις διαπραγματεύσεις της ΕΕ με τρίτες χώρες, φέρνοντας ως παράδειγμα τη συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου ΕΕ - Καναδά (CETA), αλλά και εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν για την επίλυση διαφορών σε συμφωνίες όπως η NAFTA (Βορειοαμερικανική Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου), το Mercosur («Κοινή Αγορά του Νότου» που απαρτίζεται από λατινοαμερικανικές χώρες) κ.ά.

Παράλληλα, υποστηρίζει πως θα παζαρεύσει την αποχώρηση από την ΕΕ, αναζητώντας μία «φιλόδοξη μελλοντική σχέση», ενώ ταυτόχρονα θα εξασφαλίζει τα συμφέροντα των επιμέρους μελών του Ηνωμένου Βασιλείου, δηλαδή της Αγγλίας, της Σκοτίας, της Ουαλίας και της Βόρειας Ιρλανδίας. Ξεκαθαρίζει πως δεν σχεδιάζει να επαναλάβει το δημοψήφισμα, ούτε πως θα παραμείνει υπό άλλο σχήμα στην ΕΕ, τονίζοντας πως θα τιμήσει «τη βαθιά διεθνιστική ιστορία της χώρας (σ.σ προφανώς εννοεί το αποικιοκρατικό παρελθόν) και την κουλτούρα της, κτίζοντας ένα πραγματικά διεθνές Ηνωμένο Βασίλειο». Θεωρεί πως είναι συμφέρον και του Λονδίνου και των Βρυξελλών μία αμοιβαία επωφελής διαπραγμάτευση, υποστηρίζοντας ότι σε καμία περίπτωση «δεν επιθυμούμε να γυρίσουμε το ρολόι πίσω στις μέρες που η Ευρώπη ήταν λιγότερο ειρηνική, λιγότερο ασφαλής και λιγότερο ικανή να κάνει εμπόριο ελεύθερα». Μεγάλο τμήμα επίσης αναφέρεται στις σχέσεις που θα διευρυνθούν με άλλες χώρες εκτός ΕΕ, με ειδική αναφορά σε ΗΠΑ, Κίνα, Βραζιλία, χώρες του Περσικού Κόλπου, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία, Ινδία, τις 52 χώρες της Βρετανικής Κοινοπολιτείας. Φυσικά, στα ζητήματα της «ασφάλειας» σημειώνεται ο πρωταγωνιστικός ρόλος της Βρετανίας στο ΝΑΤΟ αλλά και διάφορους ευρωπαϊκούς (ευρωπαϊκή αστυνομία, συνθήκη Σένγκεν) και διεθνείς θεσμούς. Επίσης, στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, ΟΟΣΑ, στις G-7 και G-20 θα διεκδικήσει πιο αναβαθμισμένο ρόλο.

Η δήθεν «ευημερία» για όλους...

Είναι χαρακτηριστική η προσπάθεια της πρωθυπουργού Μέι να πείσει το λαό πως τα παζάρια με τις Βρυξέλλες «μπορούν» να αποβούν προς όφελός του, επειδή τάχα σχεδιάζει να κτίσει μία... «πιο ισχυρή, πιο δίκαιη και πιο παγκόσμια Βρετανία»...

Οι συντάκτες της «Λευκής Βίβλου» για το Brexit κάνουν έτσι εκτενείς αναφορές στην «προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων», ωστόσο κάτω από τις υποσχέσεις και τα ωραία λόγια δεν αργεί κανείς να αντιληφθεί πως αυτό που σχεδιάζεται για το μέλλον είναι ακόμη πιο σκληρές και επισφαλείς εργασιακές σχέσεις, που θα εντείνουν κι άλλο την υπονόμευση της μισθωτής εργασίας και των εργασιακών δικαιωμάτων. Επιχειρούν έτσι να «χρυσώσουν το χάπι», φέρνοντας (επιλεκτικά) ορισμένα παραδείγματα για να πείσουν πως το εσωτερικό εργατικό δίκαιο «είναι πιο γενναιόδωρο» σε σχέση με το κοινοτικό, αναφέροντας π.χ. πως ο βρετανικός νόμος δίνει στον εργάτη 5, 6 βδομάδες ετήσια άδεια μετ' αποδοχών, ενώ στην ΕΕ η αντίστοιχη άδεια έχει διάρκεια τέσσερις βδομάδες και προσφέρει άδεια μητρότητας 39 βδομάδες μετ' αποδοχών, ενώ η ΕΕ μόνον 14... Διαλαλεί ότι χάρη στις προσπάθειες της βρετανικής κυβέρνησης θεσπίστηκε τον περασμένο Απρίλη το «κατώτατο βιώσιμο ωρομίσθιο» που αυξήθηκε κατά 6,2% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Οτι αυξήθηκαν τα πρόστιμα σε εργοδότες που δεν συμμορφώνονται με το νόμο και ότι συγκροτήθηκαν ομάδες επιθεωρητών εργασίας για να αντιμετωπιστούν οι πιο σοβαρές υποθέσεις σε βάρος των εργαζομένων.

Υπογραμμίζει, επίσης, ότι έχουν ήδη ξεκινήσει έρευνες ώστε να εξεταστούν από την αρχή οι κανονισμοί απασχόλησης, γιατί «πρέπει να αλλάξουν ώστε να συμβαδίζουν με σύγχρονα επιχειρηματικά μοντέλα», όπως: α) η γρήγορη αύξηση του τομέα της αυτο-απασχόλησης, β) η μετάβαση από εργασιακές σχέσεις πρόσληψης μισθωτών σε σχέσεις «σύμβασης έργου», γ) αύξηση νέου τύπου εργασιακών συμβάσεων (non standard), δ) ανάπτυξη νέων επιχειρηματικών μοντέλων και εργασιακών σχέσεων στη βάση «της πλατφόρμας ανάλογα με τη ζήτηση» (σ.σ. με το μοντέλο «platform on demand» λειτουργούν π.χ. υπηρεσίες ταξί από διαδικτυακές εταιρείες όπως η «Uber»), που στην ουσία δεν εξασφαλίζουν ούτε τις ελάχιστες αποδοχές, πόσο μάλλον βιώσιμο, αξιοπρεπή μισθό.

Δηλαδή, αυτό που περιγράφεται είναι μια ακόμα πιο ζοφερή πραγματικότητα για την εργατική τάξη, διεύρυνση των εργασιακών σχέσεων - λάστιχο, των λεγόμενων μηδενικών συμβολαίων (zero - contracts), των δουλεμπορικών γραφείων και των νοικιαζόμενων εργαζομένων. Πρόκειται για τις λεγόμενες «βέλτιστες πρακτικές», που πλασάρονται στην ΕΕ και στη χώρα μας, με στόχο να αυξηθεί ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης και άρα και της κερδοφορίας των καπιταλιστών στον ανταγωνισμό τους με καπιταλιστές από άλλες χώρες της ΕΕ και όχι μόνο (π.χ. των ΗΠΑ, της Κίνας, της Ινδίας, όπου η τιμή της εργατικής δύναμης είναι ακόμα πιο κάτω).

Ανοιχτό το αντιλαϊκό παζάρι

Βεβαίως, δεν αποκλείεται τα σχέδια αυτά, σε διάφορα επίπεδα και τομείς, να «αναπροσαρμοστούν» στα τραπέζια των παζαριών που θα ξεκινήσουν οι Βρετανοί με τους αξιωματούχους της ΕΕ. Είναι επίσης σίγουρο ότι οι τελευταίοι σε καμία περίπτωση δεν προτίθεται να φανούν «επιεικείς», με δεδομένο ότι ο αστικός ευρωσκεπτικισμός δυναμώνει και προτάσεις δημοψηφίσματος για αποχώρηση από την ΕΕ διατυπώνονται σε πολλές χώρες. Το αντίθετο αναμένεται να συμβεί. Ηδη τα επιτελεία της ΕΕ έχουν προειδοποιήσει πως δεν προτίθενται να δώσουν στη Βρετανία την ευχαρίστηση να έχει «και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο», δηλαδή το διεθνοποιημένο κεφάλαιο και τα κάθε λογής μονοπώλια, και πρόσβαση στην ενιαία αγορά, και έλεγχο της μετανάστευσης... Το πιο ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί που κρατούν οι αξιωματούχοι της ΕΕ είναι αυτό της ενιαίας αγοράς. Η κυβέρνηση Μέι, από την άλλη, δεν αποκλείεται να αντιτείνει στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης ακόμη και σχέδια μετατροπής της χώρας σε παγκόσμιο «φορολογικό παράδεισο» μέσω σημαντικής μείωσης της φορολογίας ξένων επιχειρήσεων, ώστε να γίνει ακόμη πιο ελκυστική για επενδύσεις. Η Γερμανία, μέσω του υπουργού Οικονομικών, Β. Σόιμπλε, έχει ήδη προειδοποιήσει ότι θα αντιδράσει σθεναρά σε μία τέτοια προσπάθεια...

Σε κάθε περίπτωση, όταν ξεκινήσουν και επίσημα, ενδεχομένως από τον ερχόμενο Απρίλη, τα παζάρια Λονδίνου - Βρυξελλών, οι ενδοϊμπεριαλιστικές κόντρες αναμένεται να οξυνθούν παραπέρα, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι ο άξονας Βρετανίας - ΗΠΑ θα δυναμώσει, όπως άφησε να διαφανεί η πρόσφατη συνάντηση της Μέι με τον Αμερικανό Πρόεδρο, Ντόναλντ Τραμπ.


Δ. Ο




Τετρασέλιδα του «Ρ»
Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org