Σάββατο 2 Ιούλη 2022 - Κυριακή 3 Ιούλη 2022
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ
Η σύγχρονη ανάγκη για διεπιστημονική προσέγγιση δεν υπηρετείται από την ad hoc συρραφή προγραμμάτων σπουδών ή γνωστικών αντικειμένων (α' μέρος)

Η ιδέα της διεπιστημονικής προσέγγισης στα προγράμματα σπουδών δεν είναι νέα, ούτε στην Εκπαίδευση ούτε στη χώρα μας. Απασχολεί την επιστημονική και εκπαιδευτική κοινότητα σε όλες τις βαθμίδες, από το δημοτικό μέχρι το πανεπιστήμιο, εδώ και δεκαετίες, τόσο ως προσέγγιση στην έρευνα όσο και ως προσέγγιση της διδακτικής και της ανάπτυξης προγραμμάτων σπουδών και εκπαιδευτικού υλικού.

Στις θέσεις του ΚΚΕ για το Ενιαίο 12χρονο Σχολείο Σύγχρονης Γενικής Παιδείας επισημαίνεται: «Στα αναλυτικά προγράμματα, στα σχολικά βιβλία από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας αποτυπώνονται οι παραπάνω κατευθύνσεις. Η διαθεματικότητα, δίχως τη δυνατότητα γενικότερων συσχετίσεων, οδηγεί σε μερικές εμπειρίες που από τη φύση τους είναι και περιορισμένες. Φιλοσοφική βάση αυτής της κατεύθυνσης αποτελεί η διδασκαλία του κονστρουκτιβισμού, σύμφωνα με την οποία η γνώση δεν είναι αντανάκλαση της αντικειμενικής πραγματικότητας αλλά κατασκευάζεται, είτε ατομικά είτε κοινωνικά, επομένως δεν υπάρχει δυνατότητα για τον άνθρωπο να την γνωρίσει στην ουσία της».

Για την αποσαφήνιση των εννοιών

Η επίκληση στη διεπιστημονικότητα διατρέχει όλα τα κείμενα της αστικής στρατηγικής στην Εκπαίδευση και την Ερευνα, ενώ ως έννοια εργαλειοποιείται για την προώθηση συγκεκριμένων πολιτικών. Αυτή η εργαλειοποίηση αντανακλάται και στην πληθώρα ορισμών και μορφών με τις οποίες απαντάται. Για παράδειγμα, ο όρος interdisciplinarity απαντάται εναλλακτικά ή σε αντιδιαστολή με τον όρο multi-disciplinarity ή cross-disciplinarity. Στη χώρα μας η αντίστοιχη συζήτηση έχει αναπτυχθεί γύρω από το δίπολο διεπιστημονικότητα - διαθεματικότητα. Για την οικονομία της συζήτησης και επειδή δεν είναι στόχος του παρόντος σημειώματος να εμβαθύνει στην ερμηνεία ή να πάρει θέση για τη χρήση των όρων αυτών, θα αρκεστούμε στην εξής χονδρική διάκριση: Η διεπιστημονικότητα ανιχνεύει, μελετά και αξιοποιεί τις εσωτερικές σχέσεις μεταξύ επιστημονικών αντικειμένων προκειμένου να μελετηθεί ένα φαινόμενο, ενώ η διαθεματικότητα εξετάζει ένα συγκεκριμένο πρόβλημα αξιοποιώντας (ακόμα και ασύνδετες μεταξύ τους) γνώσεις από διαφορετικά επιστημονικά αντικείμενα. Αν υποθέσουμε ότι η γνώση είναι μια απέραντη θάλασσα και τα επιστημονικά αντικείμενα είναι νησάκια που αναδύονται και ψηλώνουν ή βουλιάζουν ανάλογα με τους καιρούς, η εξερεύνηση της θάλασσας μπορεί να γίνει επιφανειακά, πηδώντας από νησί σε νησί, ή σε βάθος, ανακαλύπτοντας τους βυθούς που συνδέουν διαφορετικά νησιά.

Από πρόσφατη κινητοποίηση στη Θεσσαλονίκη ενάντια στις αντιδραστικές αλλαγές στα πανεπιστήμια
Από πρόσφατη κινητοποίηση στη Θεσσαλονίκη ενάντια στις αντιδραστικές αλλαγές στα πανεπιστήμια
Η διεπιστημονικότητα είναι έννοια σύμφυτη με την ανάπτυξη της επιστήμης. Η επιστήμη επιτρέπει στην ανθρωπότητα να κατακτά την αντικειμενική αλήθεια, με κόπο, με πισωγυρίσματα, με μικρά βήματα αλλά και με άλματα. Η αλληλεπίδραση του ανθρώπου με τη φύση μέσα στους αιώνες, η οργάνωση των κοινωνιών και οι διευρυνόμενες ανάγκες τους, θέτουν διαρκώς νέα προβλήματα προς επίλυση, είτε πρόκειται για τη στοιχειώδη επιβίωση (π.χ. την ανακάλυψη ενός νέου εμβολίου) είτε για τη μελλοντική ανάπτυξη (π.χ. σχεδίαση νέων πόλεων, φιλικών στον άνθρωπο και στο περιβάλλον). Η δε αντιμετώπισή τους απαιτεί ολοένα και μεγαλύτερη εξειδίκευση, αλλά και ουσιαστικότερη συνεργασία μεταξύ διαφόρων ειδικοτήτων.

Η εξέλιξη της επιστήμης οδηγεί με τη σειρά της την εξέλιξη των σπουδών, της εξειδικευμένης δηλαδή επιστημονικής μελέτης μιας περιοχής της γνώσης, χωρίς όμως να χάνεται το νήμα που τις συνδέει. Για παράδειγμα, μέχρι τη δεκαετία του '70 υπήρχαν Σχολές Ηλεκτρολόγων - Μηχανολόγων Μηχανικών, που στην πορεία διαιρέθηκαν σε Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανολόγων Μηχανικών, ώστε να ανταποκριθούν στις αλματώδεις τεχνολογικές εξελίξεις και να ενσωματώσουν το νέο πεδίο των ηλεκτρονικών υπολογιστών και της Πληροφορικής. Με τον καιρό οι δύο επιστήμες έχουν αποκτήσει διακριτά χαρακτηριστικά, χωρίς όμως να αποσπώνται από το κοινό «κλαδί» που θρέφει και τις δύο.

Στη θέση 34 της πρότασης του ΚΚΕ «Για το πανεπιστήμιο των σύγχρονων αναγκών και δυνατοτήτων της εποχής μας» διαβάζουμε ότι «η κατάκτηση νέων περιοχών της διαρκώς αναπτυσσόμενης φυσικής και κοινωνικής πραγματικότητας, σε συνδυασμό με την εμβάθυνση της γνώσης, οδηγούν στη διαφοροποίηση της επιστήμης και στην ανάδειξη νέων πεδίων πιο εξειδικευμένης μελέτης ιδιοτήτων και νομοτελειών που εκδηλώνονται ή/και προσιδιάζουν σε συγκεκριμένα φαινόμενα και αλληλεπιδράσεις. (...) Η τάση ενοποίησης δυναμώνει όσο η επιστήμη προσεγγίζει πιστότερα την πραγματικότητα μέσα από τη διαφοροποίηση των επιμέρους επιστημονικών αντικειμένων. Το στοιχείο αυτό υπηρετείται και μέσα από τη συγκρότηση και ενίσχυση των διακλαδικών - διατμηματικών - διεπιστημονικών συνεργασιών, ερευνών και σπουδών».

Συνεπώς, η διεπιστημονική προσέγγιση είναι αλληλένδετη με την επιστημονική προσέγγιση. Δηλαδή με την αναζήτηση της λύσης σε ένα πρόβλημα - ερώτημα (τεχνικό, ιατρικό, φιλοσοφικό, κοινωνικό, ιστορικό κ.λπ.) με καλή γνώση του υποβάθρου και των ορίων της υφιστάμενης γνώσης, και άρα του ίδιου του προβλήματος, αλλά και με μεθοδολογία τέτοια που δεν παραβιάζει τη διαλεκτική σχέση θεωρίας και πράξης, ώστε η ερμηνεία των αποτελεσμάτων - ευρημάτων να είναι ελεύθερη από ιδεολογήματα και στρεβλώσεις.

Ποιο είναι λοιπόν το πρόβλημα με τις προωθούμενες πολιτικές;

«Διεπιστημονικότητα» με το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω

Η επίκληση στη διεπιστημονικότητα όπως διαχέεται στα κείμενα της αστικής στρατηγικής και στα αντίστοιχα νομοθετήματα δεν εκκινεί από τη θέση περί διαλεκτικής ενότητας του κόσμου, αλλά από τις κονστρουκτιβιστικές θεωρίες που βασίζονται στην υποκειμενική θεώρησή του. Σύμφωνα με αυτές, το κάθε παιδί ανακαλύπτει μόνο του πλευρές της γνώσης, αρκεί να του παρασχεθούν πολλά ερεθίσματα. Οικοδομεί τη δική του αλήθεια για τον κόσμο που το περιβάλλει. Τον ερμηνεύει υποκειμενικά, όπως μπορεί. Μαθαίνει να μαθαίνει. Με ατομική του ευθύνη, κι ο Θεός βοηθός.

Διαβάζουμε στο «Ενιαίο 12χρονο Σχολείο Σύγχρονης Γενικής Παιδείας»: «Ετσι περνά από την ταχεία μετάδοση πληροφοριών, χωρίς επιστημονικό μεθοδολογικό υπόβαθρο και κριτήριο, στην αποσπασματική μετάβαση από μέρος σε μέρος (βλ. διαθεματικότητα). Επίσης επικεντρώνεται στο περίφημο "μαθαίνω πώς να μαθαίνω", που στην αστική εκπαιδευτική πολιτική συνδέεται με την ικανότητα διαχείρισης πληροφοριών, αναγκαία μεν στο σημερινό επίπεδο αποθέματος και διάχυσης των γνώσεων, που ωστόσο δεν μπορεί να εξασφαλιστεί δίχως ένα επιστημονικό υπόβαθρο κατανόησης του κόσμου».

Ο νέος νόμος - πλαίσιο για τα πανεπιστήμια που ετοιμάζει η κυβέρνηση της ΝΔ ομνύει σε αυτήν ακριβώς την ψευδεπίγραφη διεπιστημονικότητα και την υπηρετεί με πλήθος διατάξεων για την κινητικότητα, τα προγράμματα - κολάζ πιστωτικών μονάδων, τα διπλά και κοινά πτυχία, τις ατομικές μαθησιακές διαδρομές. Δεν πρόκειται για πρωτότυπη ιδέα, ούτε για ευρωπαϊκή «καλή πρακτική». Αποτελεί κοινό τόπο των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων που «τρέχουν» τις τελευταίες δεκαετίες σε όλες τις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις αντιφάσεις που γιγαντώνονται από τη ραγδαία όξυνση της βασικής αντίθεσης ανάμεσα στην ιδιοποίηση του πλούτου και την κοινωνικοποίηση της εργασίας: Ανεργία και εργασιακή περιπλάνηση των επιστημόνων (brain drain) από τη μία, έλλειψη συγκεκριμένων ειδικοτήτων από την άλλη. Αυξημένες ανάγκες για επιστημονική εξειδίκευση από τη μία, ανάγκη για «ευέλικτους» και «κινητικούς» εργαζόμενους από την άλλη. Επιστημονική πρόοδος και κοινωνική καθυστέρηση.

Οι «διεπιστημονικές» σπουδές είναι ήδη ένα από τα πιο πολυδιαφημιζόμενα εκπαιδευτικά προϊόντα σε ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο κ.α. Τα αντίστοιχα προγράμματα σπουδών σχεδιάζονται με βάση επαγγελματικά περιγράμματα που παραγγέλνει η αγορά εργασίας. Τα μαθήματα στοχεύουν στην απόκτηση διαφορετικών γνώσεων γύρω από το αντικείμενο ενός δυνητικού επαγγέλματος, στην εξάσκηση σε συναφείς τεχνικές και εργαλεία και στην ανάπτυξη «soft skills», ώστε ο μελλοντικός απασχολήσιμος να μπορεί να είναι «ευέλικτος» και να έχει «μάθει να μαθαίνει». Τα υποχρεωτικά μαθήματα υποδομής είναι λίγα, ενώ τα επιλογής μπορεί να ανήκουν και σε εντελώς διαφορετικά προγράμματα σπουδών. Δηλαδή οι φοιτητές είναι ατομικά υπεύθυνοι για τη μαθησιακή τους διαδρομή και το πού αυτή θα τους οδηγήσει. Στα πλέον εμπορευματοποιημένα εκπαιδευτικά συστήματα, τα διεπιστημονικά προγράμματα προσφέρονται για προσέλκυση πελατών με ελάχιστο λειτουργικό κόστος: «Πακετάρουν» μαθήματα από διάφορα προγράμματα σπουδών σε ένα νέο, «διεπιστημονικό», και έτσι προσθέτουν ένα ακόμα προϊόν στη βιτρίνα.

Η εμπειρία που μας έρχεται από το εξωτερικό δημιουργεί έντονους προβληματισμούς. Οι φοιτητές σε αυτά τα προγράμματα έχουν διαφορετικό επίπεδο γνώσεων κάθε φορά - αφού έχουν ακολουθήσει διαφορετική μαθησιακή διαδρομή μέχρι εκεί - με αποτέλεσμα ένα μάθημα να μην μπορεί να αναπτυχθεί όπως έχει σχεδιαστεί (στην Ελλάδα αυτό το ζούμε ήδη στα προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών, που, ως προγράμματα ειδίκευσης, δέχονται φοιτητές από διάφορα προπτυχιακά προγράμματα σπουδών). Αυτό αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα για τους διδάσκοντες, οι οποίοι και χρεώνονται συνήθως την αποτυχία τέτοιων «διεπιστημονικών» προγραμμάτων. Οι δε απόφοιτοι έχουν ελλείψεις σε γνώσεις αλλά και σε ικανότητα κατανόησης, ή καταλήγουν με πτυχία απροσδιόριστου αντικειμένου. Είτε έτσι είτε αλλιώς, το λειψό ή ασαφές προφίλ το χρεώνονται οι ίδιοι ως εργαζόμενοι.

Στο δεύτερο μέρος του άρθρου θα παρουσιάσουμε τις διάφορες μορφές «διεπιστημονικών» προγραμμάτων σπουδών που προσφέρονται σε πανεπιστήμια του εξωτερικού και το αποτύπωμά τους στην ποιότητα των σπουδών και της επαγγελματικής διαδρομής των αποφοίτων.

Με αφορμή έναν κλιματισμό που χάλασε...

Το κλειστό γήπεδο του ΕΑΚ Λάρισας
Το κλειστό γήπεδο του ΕΑΚ Λάρισας
Τα όσα έγιναν πριν λίγες βδομάδες στον αγώνα της σειράς των ημιτελικών της Βasket League μεταξύ Λάρισας και Παναθηναϊκού στο κλειστό γήπεδο της Νεάπολης, με τον χαλασμένο εδώ και μια δεκαετία κλιματισμό του, έφεραν με τον πιο γλαφυρό τρόπο στην επικαιρότητα την αντιμετώπιση των αθλητικών υποδομών και των αναγκών του λαού για αθλητισμό από πλευράς κυβερνώντων.

Χύθηκαν τόνοι μελάνι και έγιναν δεκάδες δηλώσεις στα ΜΜΕ και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για το θέμα, όπου πέρα από τα τετριμμένα «γίναμε ρεζίλι διεθνώς» είχαμε και την επίσης συνηθισμένη εκμετάλλευση του θέματος από τους διάφορους «σωτήρες», που έσπευσαν με τη «γαλαντομία» τους να μας ...ξανασώσουν.

Ομως η πραγματικότητα είναι σκληρή και δεν μπορεί ορισμένοι να συνεχίζουν να μοιράζουν καθρεφτάκια σε ιθαγενείς. Το πρόβλημα που επιδιώκουν να κρυφτεί, και το οποίο προς τιμήν του παραδέχτηκε δημόσια ο πρόεδρος του ΕΑΚ Λάρισας, είναι η πενιχρή χρηματοδότηση που λαμβάνει διαχρονικά το ΕΑΚ Λάρισας από όλες τις κυβερνήσεις, ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ, περίπου 700.000 ευρώ, τα οποία δεν φτάνουν ούτε για «ζήτω»: Μόνο φέτος με τις αυξήσεις στην Ενέργεια θα κληθεί να πληρώσει για φυσικό αέριο πάνω από το 50% του ετήσιου προϋπολογισμού του, ενώ πέρα από το κλειστό της Νεάπολης κλιματισμό δεν διαθέτει κανένα άλλο κλειστό γυμναστήριο της Λάρισας, όπως το «Αλκαζάρ», το Βαρέων, ο «Αγιος Θωμάς», το κολυμβητήριο. Σε όλους αυτούς τους χώρους, εδώ και πολλά χρόνια, «λιώνει» από τη ζέστη τα καλοκαίρια η νεολαία της πόλης μας, που προσπαθεί να έχει πρόσβαση και να αθληθεί. Η δε στελέχωση της υπηρεσίας στηρίζεται σε ποσοστό άνω του 50% σε συμβασιούχους και όχι σε μόνιμο προσωπικό, και έτσι εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να ανταποκριθεί στη συντήρηση των χώρων, που «φορτώθηκε» και αυτή στα αθλητικά σωματεία ως επιπλέον έξοδο.


Eurokinissi Sports

Αυτή η κατάσταση έχει συγκεκριμένους ενόχους. Είναι τα στελέχη και οι βουλευτές όλων των κυβερνήσεων στην περιοχή μας, όλοι εκείνοι που σήμερα προσπαθούν να κρυφτούν πίσω από υποσχέσεις και διαπιστώσεις για τις διαχρονικές τους ευθύνες, αλλά και οι εκλεγμένοι τους δήμαρχοι και περιφερειάρχες, που το παίζουν «γαλαντόμοι» με «ξένα κόλλυβα». Και πάντως όχι για τις ανάγκες του λαού και της νεολαίας στον αθλητισμό, αλλά για τα συμφέροντα των ΠΑΕ και ΚΑΕ, που τρέχουν να τα εξυπηρετήσουν άμεσα.

***

Θα πει κανείς: «Κοντά στον βασιλικό ποτίζεται και η γλάστρα», επομένως γιατί διαμαρτύρεστε; Δεν θα λυθεί το πρόβλημα; Δεν το χρησιμοποιούν και άλλοι το γυμναστήριο;

Είναι όμως έτσι;

Ποια έργα είναι αυτά που μπαίνουν σε προτεραιότητα από το κράτος και την Τοπική Διοίκηση στο κομμάτι των αθλητικών υποδομών; Είναι εκείνα που εξυπηρετούν τον στρατηγικό στόχο τα γυμναστήρια και τα γήπεδα να βγάζουν χρήμα. Δηλαδή είτε να προσελκύουν αθλητικές διοργανώσεις, εξυπηρετώντας την επιχειρηματική δράση στον αθλητισμό και στον τουρισμό, είτε να λειτουργούν ανταποδοτικά και να βάζουν το χέρι στην τσέπη των αθλούμενων για να έχουν πρόσβαση σε αυτά. Ετσι, λοιπόν, για να βουτήξεις στις πισίνες των δύο κολυμβητηρίων της πόλης, της ΓΓΑ στο Αλκαζάρ και του δήμου στη Νέα Πολιτεία, χρειάζεται να βάλεις το χέρι στην τσέπη του αθλητικού συλλόγου και μέσω αυτού στους αθλητές και τις οικογένειές τους. Επίσης, για όποια άλλη χρήση αιθουσών και χώρων που κάνουν τα αθλητικά σωματεία καλούνται να υπογράψουν σύμβαση παραχώρησης, είτε με τον δήμο είτε με τη ΓΓΑ, που ξεκινάει από 800 ευρώ τον χρόνο και φτάνει μέχρι και 12.000, ανάλογα με τις ώρες.

Ετσι, αντί το κεντρικό κράτος να ενισχύσει οικονομικά την προσπάθεια των αθλητικών σωματείων να αντεπεξέλθουν στο βάρος που μετακύλησε στις πλάτες τους, βάζει νέα εμπόδια στη λειτουργία τους.

Από τη μία, τα λίγα ψίχουλα που δόθηκαν - κάτω και από την πίεση του αθλητικού κόσμου - είναι «σταγόνα στον ωκεανό», καθώς δεν φτάνουν ούτε για τα διαδικαστικά της εγγραφής στο ηλεκτρονικό μητρώο της ΓΓΑ.

Από την άλλη, τα οικονομικά περιθώρια στενεύουν για την οικογένεια, εξαιτίας των περικοπών στο εισόδημα, όπως και για τους ανθρώπους των αθλητικών σωματείων να στηρίζουν ως χορηγοί την προσπάθεια να παραμείνουν ενεργά. Η εικόνα αυτή γιγαντώθηκε την περίοδο της πανδημίας, με επιπτώσεις που ήρθαν να προστεθούν στις ήδη οριακές καταστάσεις τις οποίες εδώ και χρόνια αντιμετωπίζει ο αθλητισμός.

Είναι βέβαιο ότι το επόμενο διάστημα θα υπάρξουν σωματεία που, αν δεν σταματήσουν τη λειτουργία τους, στην καλύτερη περίπτωση θα συγχωνευτούν με άλλα. Θα συνεχιστεί ο Γολγοθάς για την αναζήτηση χρημάτων ώστε να βγει η χρονιά και να καλύψουν βασικές πλευρές, όπως η πληρωμή των προπονητών, η ύπαρξη γιατρού στους αγώνες, η μεταφορά αθλητών, οι αποζημιώσεις διαιτητών και γραμματειών, καθώς και τα δικαιολογητικά εγγραφής, ανανέωσης και πιστοποίησης στο ηλεκτρονικό μητρώο.

Επομένως, η ανάπτυξη συνολικά του αθλητισμού στη χώρα μας δεν μπορεί να στηριχτεί αποκλειστικά στις τσέπες των αθλητών και των οικογενειών τους, ούτε να εξαρτάται από τις οικονομικές διαθέσεις των χορηγών. Το ότι ακόμα επιβιώνουν χιλιάδες αθλητικοί σύλλογοι οφείλεται στην προσπάθεια των ανθρώπων των σωματείων (παραγόντων, προπονητών, οικογενειών και αθλούμενων).

***

Η ανάπτυξη του κάθε αθλήματος και η μαζική καλλιέργεια του ταλέντου έχει αποδειχθεί εδώ και καιρό ότι δεν μπορεί να γίνει αν δεν στηριχτεί γενναία από το κράτος. Γι' αυτό εμείς οι άνθρωποι του αθλητισμού χρειάζεται να επιλέξουμε τον δρόμο της διεκδίκησης, της ανιδιοτελούς προσφοράς, της αλληλεγγύης. Μακριά από τη λογική της ανάθεσης σε κάποιους να λύσουν τα προβλήματα, που αφορούν όλους (ή τους περισσότερους). Να διεκδικήσουμε από την πολιτεία τη δυνατότητα να συνεχίσουμε να υπάρχουμε και να προσφέρουμε στη νεολαία μας το δικαίωμα στην άθληση.

Κριτήριο πρέπει να είναι:

-- Η στήριξη των αθλητικών σωματείων, η δυνατότητα να συνεχίσουν να υπάρχουν και να προσφέρουν στη νεολαία μας το δικαίωμα στην άθληση.

-- Η ενίσχυση της Φυσικής Αγωγής στο σχολείο, με σύγχρονες υποδομές και ειδικευμένο προσωπικό, που θα βοηθούν στην ανίχνευση του ταλέντου.

-- Η άμεση ενίσχυση όλων των Εθνικών Αθλητικών Κέντρων και των Δημοτικών Αθλητικών Κέντρων - οργανωτικά και οικονομικά, με άμεσες και μαζικές προσλήψεις μόνιμου υπαλληλικού προσωπικού - τα οποία υπολειτουργούν.


Πέτρος ΚΡΙΚΗΣ
Προπονητής πάλης, μέλος του Τμήματος Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού της ΚΕ του ΚΚΕ




Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org