Κυριακή 16 Μάη 2010
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΔΙΗΓΗΜΑ
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
Μαρτυρολόγιο...

Γρηγοριάδης Κώστας

Στο νησί λαχαίνανε κάθε τόσο τέτοια αγαπησιάρικα μαρτυρολόγια.

Τον άκουσα να παραμιλά.

«Εφευγες κι όταν δεν έβλεπα τίποτα από σένα, ούτε μια τούφα από τα μαλλιά σου, να την ανεμίζει ο αγέρας, έτρεχα και φιλούσα τις πατημασιές σου. Τώρα που σ' έχασα ολότελα, δεν έχω ούτε αυτή την παρηγόρια, την ευκαιρία που μου 'διναν τα πόδια σου και τη δύναμη από την αγάπη μου να τρέξω, να ψάξω για να βρω τα πατήματά σου, που αποτυπωθήκανε, και να φιλήσω το χώμα...».

Κι όλο παραμιλούσε και δάκρυζε. Κι ήταν ένα παλικάρι τριαντάχρονο, που στεκόταν ώρες ολάκερες στο καγκελωτό παραθύρι στο κελί του και δε μίλαγε. Τα καστανά μάτια του κοιτάζανε στο άπειρο. Τα μάτια του χάνονταν πάνω στον φρουρημένο αυλότοιχο, που δεν ήτανε πέντε μέτρα από το παραθύρι στο κελί του. Η ματιά του πάνω στον απειρότοιχο.

Τα γένια του είχανε σημαδέψει πιότερο την πίκρα στο πρόσωπό του. Κι ήτανε μουσκεμένα τα μαλλιά του από την υγρασία στο κελί του. Είχε ανασηκωμένο το γιακά στο σακάκι του και βρισκότανε βουτηγμένος μέσα στη θλίψη του. Κάπου κάπου έβγαζε το 'να χέρι από την τσέπη του και το 'φερνε στα χείλια του. Τα κιτρινισμένα δάχτυλα ξεκολλούσανε το αποτσίγαρο που το 'χε ξεχάσει στο στόμα του.

Κάποτε τον είδα να τον κουβαλάνε με αλυσίδες. Και κείνη είχε περάσει τα χέρια της στο λαιμό του και τον έσφιγγε πάνω στο στήθος της. Του 'λεγε πως τον αγαπά, όσο πλάτος έχει το πέλαγος. Πως θα πηγαίνει κάθε μέρα στο κελί του, ακόμα και σερνάμενη, να τόνε βλέπει. Του 'λεγε πως τα μάτια του την κοιτάζουνε πάντα. Πως η ανάσα του την συντροφεύει σε κάθε βήμα της. Του 'λεγε ακόμα πως οι χτύποι από την καρδιά του είναι μέσα στ' αυτιά της και πως, όσο και ν' αργήσει, θα τον περιμένει κάποτε να γεράσουνε και να πεθάνουνε μαζί σε κάποιο ερημονήσι.

Και το παλικάρι, όσο του μιλούσε εκείνη, της χάιδευε με τα χείλια του τον τράχηλό της. Δεν έβγαζε μιλιά από το στόμα του. Αναστέναζε βαθιά κι ήτανε βυθισμένος στην τρανή του θλίψη.

Σα φτάσανε έξω από το συρματομαντρωμένο χτίριο, τους κόντεψαν οι μπασκίνες και λύσανε τα χέρια που είχε η κοπέλα στο λαιμό του, στο παλικάρι της. Τον σπρώξανε και τον πέρασαν από τη σιδερένια πόρτα. Στην άκρη, μπρος στα ντουφέκια τους, τον είχαν οι μπασκίνες, και κείνος, αλυσοδεμένος προχωρούσε στο βάθος. Ενας αλυσοδεμένος, μπρος από τα ντουφέκια τους. Και πριν περάσει τα σύνορα από το λεύτερο κόσμο, γύρισε, την κοίταξε και της φώναξε:

«Σε παρακαλώ, σε ικετεύω, μην πάψεις να μ' αγαπάς. Αυτό θα μου δώσει τη δύναμη να γυρίσω κάποτε κοντά σου».

Και κείνη πρόλαβε και του είπε:

«Θα σ' αγαπώ πάντα, λεβέντη μου...».

Oι μπασκίνες χασκογελάσανε και το παλικάρι χάθηκε μπρος από τις κάννες, μπρος από τα ντουφέκια τους.

Πολλά χρόνια τον ζούσε και του 'δινε κουράγιο η αγάπη της. Ονειρα κι ονειροπολήματα μέσα στο κελί σα θα 'ρχότανε κάποια μέρα, ξημέρωμα για τη λευτεριά του.

Κάποτε την έχασε. Δεν πέρασε άλλο από τη σιδερένια πόρτα να του φέρει τσιγάρα και μυριστικά γιασεμιά τυλιγμένα στο μαντιλάκι της.

Στο «επισκεπτήριο» καθότανε στον αυλόγυρο κι απάντεχε να μυρίσει τ' άρωμά της που του μηνούσε τον ερχομό της.

Kι ύστερα, όταν τέλειωνε η ώρα, ο χρόνος, για το «επισκεπτήριο», έτρεχε ξοπίσω της, έπεφτε στο χώμα και φιλούσε τις πατημασιές της. Ενα φεγγάρι τα 'χασε όλα αυτά. Κι από κάμποσο χρόνο στερνά το τραγικό μαντάτο έφτασε στα αυτιά του. Η αγάπη της είχε φτάσει ως εδώ... Αγνωστο γιατί.

Τα κιτρινισμένα δάχτυλά του ξεκολλούσαν τ' αποτσίγαρο που είχε ξεχασμένο στα χείλια του. Τα μάτια του χάνονταν στο άπειρο, στο φρουρημένο αυλότοιχο, που ήτανε πέντε μέτρα από το καγκελωτό παραθύρι, στο κελί του. Αναστέναζε βαθιά κι ήτανε βυθισμένος στην τρανή του θλίψη και μοναξιά. Αβάσταχτη, βαριά θλίψη, μοναξιά στη νύχτα.

Τον άκουσα να παραμιλά.

«Πού είναι οι πατημασιές σου να τρέξω, να καταφιλήσω το χώμα που πάνω του αποτυπωθήκανε...»

Μια κάποια μέρα βγήκε από το κάγκελο. Είχε χάσει το χρόνο, δε θυμότανε πότε κλείστηκε στο κελί. Ο ατέλειωτος χρόνος ήταν αβάσταχτη μοναξιά και περιπέτεια. Σα ξελευτερώθηκε ήτανε πια αόμματος, τυφλός, «ζητιάνος αόμματος, ελεήστε τον», κι άλαλος, είχε χάσει τη λαλιά του. Αόμματος κι άλαλος δεν μπορούσε να μοιρολογήσει τη θλίψη και τον πόνο του, που έχασε την αγαπημένη του. Ξεθύμαινε με κελάδημα με τα χείλια του γι' αυτό του βγάλανε το παρατσούκλι «Κότσυφας».

Σα βγήκε από το κάγκελο, ποιητάρης παραδίπλα του:

«Κατώσκαλο καθότανε,

έπαιζε τη λύρα του,

με τ' ακροδάχτυλα κρουστά,

εσιγομουρμούριζε.

***

Πού είσαι γιασεμάκι μου,

πού είσαι γιασεμί μου,

ασπρομοσχομυρισμένο,

χειμώνα καλοκαίρι;

***

Προσκυνητής σου στο χώμα,

πέφτω, κεφαλοκλίνω,

τις άχραντες πατημασιές,

για να καταφιλήσω.

***

Πού 'ναι γλυκιά σου η λαλιά,

που μου 'δινε κουράγιο,

σαν πίσω από το κάγκελο,

περίμενα ν' ακούσω;

***

Η χαϊδεμένη σου ματιά,

βάλσαμο στην καρδιά μου,

ένα κρινάκι ρόδινο

και τ' άσπρο σου μαντίλι,

στολίζανε την ομορφιά,

που είχες στα μαλλιά σου.

***

Και η ατέλειωτη σιωπή,

που κραύγαζε αγάπη,

θρήνος μακρόσυρτος βουβός,

σε μια μυσταγωγία.

***

Μες στο κλουβί ποτέ δε ζει,

λεύτερο χελιδόνι,

πάντα μεσούρανα πετά

και σχίζει τους αιθέρες.

***

Γλυκά τον ήλιο κελαηδεί,

παίρνει τη ζεστασιά του

και στη λασποφωλίτσα του,

στεγνώνει τα φτερά του.

***

Kι ήρθαν με τα ντουφέκια τους,

τ' αγγελοχελιδόνι,

να το μαντρώσουνε αυτοί,

οι άκαρδοι φονιάδες.

***

Τ' άσπρο μαύρο έγινε,

ο πόνος και η θλίψη,

στο χελιδόνι δώσανε,

θωριά και το σκαρί του.

***

Υποδοχή η άνοιξη,

σου 'κανε με κρινάκι,

στο φράχτη σου σκαρφάλωσε,

άλικο λουλουδάκι.

***

Κι ένα τραγούδι σου 'στειλε,

σε σένα που αγαπώ,

μεσ' από τα φυλλοκάρδια,

τον ύμνο δοξαστικό.

***

Ολάνθιστο τ' αγιόκλημα,

μυρίζουν πεταλούδες,

ασπροκιτρινοκόκκινες,

ανάερες νυφούδες.

***

Βουτάνε τη μουσούδα τους,

στο μοσχολουλουδένιο,

ρουφούν γυριμελίδονο,

ανθογλυκομελένιο.

***

Ο τζίτζικας κι ο κότσυφας,

ομορφοτραγουδούνε,

κι αυτές σε τούτους τους σκοπούς,

χορό τρελό βαστούνε.

***

Κατώσκαλο σαν άκουσε,

θλιμμένη τη λαλιά του,

εσκίστηκε και ράγισε,

με την απελπισιά του.

***

Kι η λύρα η γλυκόχορδη,

βαρυσκοπολαλούσε,

κλαίει το νιο που έχασε,

την πολυαγαπημένη».

Kι ήταν ένα παλικάρι τριαντάχρονο που στεκόταν ώρες ολάκερες στο καγκελωτό παραθύρι, στο κελί του, και δε μίλαγε...

Στο νησί λαχαίνανε κάθε τόσο τέτοια αγαπησιάρικα μαρτυρολόγια.


Βασίλης ΠΛΑΤΑΝΟΣ

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ Του Βασίλη ΠΛΑΤΑΝΟΥ

Γεννήθηκε στη λεσβιακή Αντισσα, πατρίδα του μεγαλύτερου μουσικού και ποιητή στην αρχαιότητα Τέρπανδρου, όπου τέλειωσε το Δημοτικό. Γυμνάσιο πήγε στη Μυτιλήνη. Πριν υπηρετήσει ναύτης, δούλεψε σε ψαροκάικα κι απόκτησε ναυτικό φυλλάδιο. Φοίτησε στη Σχολή Δημοσιογραφίας Σπύρου Μελά (1962) και στη Σχολή Σκηνοθεσίας Κατσέλη (1972). Αρχισε να δημοσιογραφεί από τη Μυτιλήνη (1950) και συνέχισε ως καλλιτεχνικός και πολιτιστικός συντάκτης στις εφημερίδες: «Νίκη», «Νέα», «Μεσημβρινή», «Εξόρμηση», «Αυγή», «Ελευθεροτυπία», «Ριζοσπάστης» κ.ά. Συνεργάτης σε πολλά περιοδικά. Από νέος ασχολήθηκε με την ποίηση, το διήγημα, τις λαϊκές τέχνες, το Θεόφιλο, τον Ελληνικό Καραγκιόζη, τη λαογραφία. Για ένα διάστημα αρχισυντάκτης στο ραδιοσταθμό Αιγαίου ΕΡΑ.

Μέλος της ΕΠΟΝ, της ΕΣΗΕΑ, της Διεθνούς Ενωσης Δημοσιογράφων, του Ινστιτούτου Εναλίων Αρχαιολογικών Ερευνών, της Χορωδίας Μυτιλήνης, του ETUDES TSIGANES στο Παρίσι, της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, του Ιδρύματος Σοσιαλιστικών Ερευνών «Σταύρος Καλλέργης» (ιδρυτικό). Βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών, την Εταιρεία Λεσβιακών Μελετών, την ΕΡΤ, τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά. Τύπωσε τα βιβλία: «Τρανές λειτουργιές», διηγήματα, «Εξοχή ελληνική», «Εν πλω», «Διάψαλμα», ποιητικά, «Προσκυνητάρι της Αίγινας», «Ηριννα», αισθητικά και λαογραφικά.




Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org