Σάββατο 15 Φλεβάρη 2020 - Κυριακή 16 Φλεβάρη 2020
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΙΣΤΟΡΙΑ
Η Συμφωνία της Βάρκιζας

Παράδοση των όπλων από τον ΕΛΑΣ
Παράδοση των όπλων από τον ΕΛΑΣ
Στις 11 Γενάρη 1945 η Μάχη της Αθήνας, ο ηρωικός Δεκέμβρης του '44 όπως έμεινε στην Ιστορία, τέλειωνε με ανακωχή. Ηταν μια δυσμενής για το λαϊκό κίνημα έκβαση, που όμως σε καμία περίπτωση δεν σήμαινε και ήττα του ΕΛΑΣ, ο οποίος κυριαρχούσε στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας, συσπειρώνοντας τον κύριο όγκο των δυνάμεών του. Το ΚΚΕ και το ΕΑΜ διατηρούσαν επιρροή στην πλειοψηφία των λαϊκών μαζών. Παρ' όλα αυτά, στις 12 Φλεβάρη υπογράφηκε η απαράδεκτη Συμφωνία της Βάρκιζας, που σηματοδότησε νέα δεινά για το λαϊκό επαναστατικό κίνημα. Για την αναφορά μας αυτή στη Συμφωνία της Βάρκιζας αντλούμε στοιχεία από τον τόμο Β1 του Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ.

***

Ο στρατηγός του ΕΛΑΣ, Στ. Σαράφης, αναφερόμενος σε εκείνη την περίοδο σημείωνε πως «άρχισε μια εντατική δουλειά ανασυγκρότησης των μονάδων και τακτοποίησής τους με νέα διάταξη, ώστε στις αρχές του Φλεβάρη ο ΕΛΑΣ ήταν έτοιμος ν' αντιμετωπίσει οποιαδήποτε νέα επίθεση».

Ηδη από τις 22 Γενάρη, το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ ζητούσε από την Ομάδα Μεραρχιών Μακεδονίας λεπτομερείς αναφορές για την κατάσταση των δυνάμεων τόσο της ίδιας όσο και του εχθρού «εις Μακεδονία και ιδιαιτέρως περιοχήν Θεσ/νίκης και Καβάλας».

Οσον αφορά την πρωτεύουσα, στις αρχές Φλεβάρη στάλθηκε πολυάριθμη ομάδα κομματικών στελεχών, με επικεφαλής τον Σπ. Καλοδίκη, με σκοπό την ανασυγκρότηση των Οργανώσεων του ΚΚΕ και του ΕΑΜ. Μέχρι τα μέσα προς τέλη Φλεβάρη είχαν ανασυσταθεί η Επιτροπή Πόλης της ΚΟΑ, όλες οι Αχτιδικές Επιτροπές και τα Γραφεία των περισσότερων ΚΟΒ. Με γοργούς ρυθμούς ακολουθούσε η ανασυγκρότηση των ΕΑΜικών και ΕΠΟΝίτικων Οργανώσεων.

Αντιπροσωπείες του ΕΑΜ και της κυβέρνησης στο υπουργείο Εξωτερικών αμέσως μετά την υπογραφή της Συμφωνίας. Από αριστερά: Σαράφης, Σιάντος, Τσιριμώκος, Σοφιανόπουλος, Ασκούτης, Παρτσαλίδης
Αντιπροσωπείες του ΕΑΜ και της κυβέρνησης στο υπουργείο Εξωτερικών αμέσως μετά την υπογραφή της Συμφωνίας. Από αριστερά: Σαράφης, Σιάντος, Τσιριμώκος, Σοφιανόπουλος, Ασκούτης, Παρτσαλίδης
Σχετικά με τη συνέχιση ή μη της ένοπλης σύγκρουσης μετά την ήττα του ΕΛΑΣ το Δεκέμβρη, ο Π. Ρούσος αναφέρει: «Τις μέρες της ανακωχής έγιναν στην ηγεσία του αγώνα σκέψεις για ενδεχόμενη συνέχιση του πολέμου κατά των επεμβασιών. Ο ΕΛΑΣ διατηρούσε ακόμα σημαντικές, τις περισσότερες δυνάμεις ανέπαφες. Στη Μάχη της Αθήνας είχαν δοκιμαστεί και χτυπηθεί 3 μεραρχίες 20.000 ανδρών περίπου. Διαθέταμε ακόμα 7 μεραρχίες, δύναμης περίπου 40.000. Ο ΕΛΑΣ μπορούσε να συνεχίσει τον ένοπλο αγώνα του, μάλλον σαν αγώνα τριβής, με την πιθανότητα να πετύχει ευνοϊκούς όρους για το κίνημα. Μα σε κάθε περίπτωση είχαμε ανάγκη από βοήθεια, τουλάχιστο σε πολεμοφόδια. Από πού όμως; Μην ξεχνάμε πως συνεχίζεται η μεγάλη προσπάθεια των Σοβιετικών για τη συντριβή του Χίτλερ και την κατάληψη του Βερολίνου. Ο Χίτλερ μπορεί ακόμα να κάνει ζημιά στους συμμάχους (Αρδέννες). Χρειάζεται η μεγαλύτερη ενότητα των συμμάχων. Και στερέωση των νέων λαϊκών καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη. Για να 'χει κάποια σαφήνεια και προοπτική σ' έναν νέο ένοπλο αγώνα που θα αναλάμβανε κατά των Αγγλων, την ώρα που ο παγκόσμιος πόλεμος βάδιζε προς το τέλος του, το Πολιτικό Γραφείο έστειλε ένα τηλεγράφημα προς τον Γ. Ντιμιτρόφ για να βολιδοσκοπήσει ξανά τις δυνατότητες που θα υπήρχαν στη νέα διεθνή κατάσταση και ιδιαίτερα στην κατάσταση των Βαλκανίων, που ήταν ακόμα λεπτή».

Οι παραινέσεις

Στέφανος Σαράφης, Αρης Βελουχιώτης, Θόδωρος Μακρίδης (Εκτορας)
Στέφανος Σαράφης, Αρης Βελουχιώτης, Θόδωρος Μακρίδης (Εκτορας)
Σε συνάντησή του με τον Κοστόφ στη Σόφια, αρχές του 1945, ο Ζέβγος έθεσε ευθέως το ζήτημα της διεθνούς υλικοστρατιωτικής ή έστω πολιτικής στήριξης προς το λαϊκό κίνημα της Ελλάδας για τη συνέχιση του ένοπλου αγώνα. «Αν θα είναι αδύνατο να έχουμε μια τέτοια ηθική υποστήριξη, πρέπει ή να συνθηκολογήσουμε, πράγμα που θα σήμαινε καταστροφή για το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα, ή να αρχίσουμε πάλι τον πόλεμο. Εμείς θα προτιμήσουμε το δεύτερο». Ωστόσο, πρόσθεσε: «Ο λαός μας κουράστηκε (...) οι άνθρωποι πεινούν. Αυτές οι δυσκολίες έχουν αντανάκλαση στο ηθικό των συμμάχων μας, μικροαστικών ομάδων, που θέλουν να επιτευχθεί ομαλότητα με συμφωνία (...) Ο στρατός μας αριθμεί 50-60.000, το ηθικό του είναι υψηλό, θέλει να συγκρουστεί, όμως δεν έχει εξοπλισμό, κυρίως αντιαεροπορικά, πυροβόλα, τανκς και αντιαρματικά πυροβόλα (...) Χρειαζόμαστε αρβύλες - το 1/2 του στρατού μας είναι ξυπόλητοι - ψωμί, ο στρατός μας πεινά».

Με τη σειρά του ο Κοστόφ απάντησε: «Πολιτική υποστήριξη μπορεί να έχει η Ελλάδα μόνο από τη Σοβιετική Ενωση. Εμείς θα συνεχίσουμε να εκφράζουμε στον Τύπο τις συμπάθειές μας προς εσάς, όμως μεγάλη βοήθεια δεν μπορούμε να δώσουμε (...) Μεγάλες ελπίδες δεν μπορείτε να έχετε ούτε στη Σοβιετική Ενωση, διότι η διεθνής κατάσταση είναι δυσμενής για σας. Η Γερμανία δεν έχει ακόμη συντριβεί. Είναι ανάγκη να διατηρηθεί η συμμαχία με την Αγγλία. Αν αυτή η συμμαχία καταρρεύσει, η Γερμανία μπορεί να σηκώσει και πάλι κεφάλι. Ακριβώς γι' αυτό οι Αγγλοι επέλεξαν τη στιγμή αυτή να σας επιτεθούν. Υποθέτω ότι η Σοβιετική Ενωση δε θα μπορέσει να σας δώσει αποφασιστική βοήθεια, όμως, εννοείται, αυτό είναι υπόθεση της ίδιας της Σοβιετικής Ενωσης».

Στις 15 Γενάρη 1945, ο Λεωνίδας Στρίγκος, όντας στη Θεσσαλονίκη, απέστειλε τηλεγράφημα προερχόμενο από τη Σόφια προς το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, που τότε βρισκόταν στα Τρίκαλα.

Ανάμεσα σε άλλα ανέφερε: «Σας μεταδίδουμε τηλ/μα που στάλθηκε από... στοπ. Αρχίζει στοπ. Ο Παππούς (Ντιμιτρόφ) νομίζει ότι με τη σημερινή διεθνή κατάσταση η ένοπλη ενίσχυση προς τους Ελληνες συντρόφους απ' έξω γενικά αδύνατη. Βοήθεια από μέρους της Βουλγαρίας ή Γιουγκοσλαβίας, η οποία να τους δέσμευε με το μέρος του ΕΛΑΣ εναντίον ενόπλων αγγλικών δυνάμεων, σήμερα λίγο θα βοηθήσει τους Ελληνες συντρόφους ενώ πάρα πολύ θα μπορούσε να βλάψει τη Γιουγκοσλαβία και Βουλγαρία. Ολα αυτά πρέπει να τα υπολογίζουν οι φίλοι μας οι Ελληνες. Ελληνες και ΕΛΑΣ πρέπει να καθορίσουν τα περαιτέρω βήματά τους, ξεκινώντας απ' αυτή ακριβώς την κατάσταση, όχι ευνοϊκή γι' αυτούς. Δεν πρέπει τραβήξουν σχοινί. Αλλά να δείξουν εξαιρετική ευλυγισία και ικανότητα χειρισμών για να διατηρήσουν όσο το δυνατόν δυνάμεις τους και να περιμένουν ευνοϊκότερη στιγμή για πραγματοποίηση δημοκρατικού τους προγράμματος. Για Ελληνικό Κόμμα το σπουδαιότερο είναι να μην επιτρέψει να απομονωθεί από μάζες ελληνικού λαού και από δημοκρατικές ομάδες που ανήκουν στο ΕΑΜ. Γιατί ΕΑΜ, ΓΣΕΕ και χωριστές προσωπικότητες ηγέτες δεν απευθύνονται επίσημα στα Συνδικάτα και Εργατικό Κόμμα Αγγλίας, στις αμερικανικές μαζικές οργανώσεις και Συνδικάτα και κοινή γνώμη εξωτερικού για να διαφωτίσουν για σκοπούς και χαρακτήρα πάλης τους, για να ξεσκεπάσουν ελληνική αντιδραστική κλίκα και τους καλέσουν ενίσχυσή τους; Αυτό θα 'πρεπε να κάνουν με όλους τους δυνατούς τρόπους και μέσα ακατάπαυστα στοπ. Πρωτότυπο στείλαμε με σύνδεσμο στοπ».

Είχε προηγηθεί συνομιλία του Ντιμιτρόφ με τον Στάλιν, στις 10 Γενάρη 1945. Σύμφωνα με τον Ντιμιτρόφ, ο Στάλιν τού είπε: «Συμβούλεψα την Ελλάδα να μην αρχίσουν αυτόν τον αγώνα (...) δεν έπρεπε να βγουν από την κυβέρνηση Παπανδρέου. Καταπιάστηκαν με μια δουλειά για την οποία δεν επαρκούν οι δυνάμεις τους. Φαίνεται υπολόγιζαν ότι ο Κόκκινος Στρατός θα κατέβαινε ως το Αιγαίο. Αυτό δεν μπορούμε να το κάνουμε. Δεν μπορούμε να στείλουμε και στην Ελλάδα δικά μας στρατεύματα. Οι Ελληνες έκαναν βλακεία».

Το παραπάνω τηλεγράφημα της 15ης Γενάρη αναμφίβολα άσκησε επίδραση στην πολιτική του ΚΚΕ. Κατά τον Θ. Χατζή, στο ΠΓ και στην ΚΕ διεξαγόταν διαπάλη. Οι Σιάντος και Ζέβγος, στηριζόμενοι και στις απόψεις του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ, υποστήριζαν τη συνέχιση του αγώνα εναντίον της Αγγλίας, ενώ η πλειοψηφία του ΠΓ ήταν υπέρ της εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης. Ο Σιάντος τελικά υποχώρησε, ενώ ο Ζέβγος παρέμεινε αμετακίνητος.

Η υπογραφή της Συμφωνίας

Στις 2 Φλεβάρη 1945 ξεκίνησαν στη Βάρκιζα διαβουλεύσεις μεταξύ των εκπροσώπων του ΕΑΜ και της κυβέρνησης Ν. Πλαστήρα, οι οποίες στις 12 του μήνα κατέληξαν σε συμφωνία. Η Συμφωνία της Βάρκιζας προέβλεπε την αποστράτευση και τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ, του ΕΛΑΝ και της Εθνικής Πολιτοφυλακής. Ακόμα: Τη διασφάλιση των πολιτικών και συνδικαλιστικών ελευθεριών, την άρση του στρατιωτικού νόμου, την άμεση απελευθέρωση των συλληφθέντων ΕΑΜιτών, με το άρθρο 3 την αμνήστευση των «πολιτικών αδικημάτων» που διαπράχθηκαν κατά τις μάχες του Δεκέμβρη (εξαιρούνταν τα «κοινά αδικήματα κατά της ζωής και της περιουσίας», καθώς και όσοι δεν παρέδιδαν τα όπλα έως την προκαθορισμένη ημερομηνία της 15ης Μάρτη), την απελευθέρωση των ομήρων του ΕΛΑΣ (όσοι κατηγορούνταν ως δωσίλογοι θα παραδίδονταν στη Δικαιοσύνη για να δικαστούν), τη συγκρότηση εθνικού στρατού, την εκκαθάριση των κρατικών υπαλλήλων και των σωμάτων ασφαλείας από δωσιλογικά στοιχεία και, τέλος, τη διενέργεια «το ταχύτερο δυνατόν» ελεύθερων και γνήσιων εκλογών και δημοψηφίσματος για το Πολιτειακό.

Μιλώντας στην ΚΕ του ΚΚΕ στις 14 Φλεβάρη 1945, όπου συζητήθηκε η Συμφωνία, ο Γ. Ιωαννίδης τόνισε μεταξύ άλλων: «Η γραμμή του Πολιτικού Γραφείου ήταν να συνάψουμε κάθε είδους συμφωνία, εκτός από μια τέτοια συμφωνία που δεν θα μας άφηνε κανένα ίχνος ελεύθερου πολιτικού βίου ή θα απαιτούσε να παραδοθούμε χωρίς όρους. Ηταν απαραίτητο να συνάψουμε τη συμφωνία. Η συμφωνία συνάφθηκε στις βάσεις που προβλέψαμε. Η αλήθεια είναι ότι ορισμένα σημεία της συμφωνίας θα μπορούσαν να αποσαφηνιστούν περισσότερο, αλλά αυτό δεν είναι η ουσία του όλου ζητήματος (...) Η σημερινή συμφωνία είναι αποτέλεσμα της διεθνούς κατάστασης της Ελλάδας (...) Δεν πρέπει να τρέφουμε αυταπάτες. Διεξάγουμε πόλεμο. Θα κερδίσουμε, αν θέσουμε σωστά αυτό το πράγμα. Είχαμε και έχουμε σωστή πολιτική, αλλά οι σημερινές συνθήκες δεν μας επιτρέπουν να την εφαρμόσουμε. Αν αύριο οι συνθήκες αλλάξουν, θα νικήσουμε. Οι εσωτερικές αντιφάσεις της μπουρζουαζίας μας θα οξυνθούν περισσότερο και πρέπει να τις εκμεταλλευτούμε κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Μπροστά στο Κόμμα τίθενται σήμερα τα ακόλουθα καθήκοντα:

1. Να υποστηρίζουμε το συμμαχικό μέτωπο (τη συμφωνία) και να το επεκτείνουμε. Να δημιουργήσουμε πλατύ μέτωπο των δημοκρατικών δυνάμεων. Να συσπειρώσουμε στο μέτωπο αυτό όλες τις δημοκρατικές δυνάμεις, που δεν είναι φασιστικές, ακόμα και τον ίδιο τον Πλαστήρα. Θα οργανώσουμε γρήγορα το συνέδριο του ΕΑΜ.

2. Πρέπει να στρέψουμε την προσοχή στο Κόμμα μας. Πρέπει να ενισχύσουμε και να εξασφαλίσουμε τη δράση του κάτω από κάθε όρους. Το Πολιτικό Γραφείο πρέπει να μελετήσει το οργανωτικό ζήτημα και να βρει τις μεθόδους για την ποιοτική βελτίωση του Κόμματος.

3. Πρέπει να οργανώσουμε διαφωτιστική και προπαγανδιστική δραστηριότητα του Κόμματος στις τάξεις των κομματικών μελών και στο λαό (...) Για το ζήτημα των Αγγλων: Δεν πρέπει να ξεχνάμε το ζήτημα της ανεξαρτησίας της χώρας. Κάθε φορά που τίθεται το ζήτημα από τη σκοπιά αυτή, πρέπει να υπογραμμίζουμε ότι η αγγλική επέμβαση δεν εξυπηρετεί την ομαλή πολιτική ανάπτυξη της χώρας».

Την ίδια μέρα συνεδρίασε και η ΚΕ του ΕΑΜ, η οποία ενέκρινε ομόφωνα τη Συμφωνία.

Στις 15 Φλεβάρη η ΚΕ του ΕΛΑΣ εξέδωσε προκήρυξη για την αποστράτευση του ΕΛΑΣ. «Η συμφωνία της 12ης Φλεβάρη», τόνιζε η προκήρυξη απευθυνόμενη στους μαχητές του ΕΛΑΣ, «τερματίζει τον ένοπλο αγώνα σας. Τώρα ήλθε η ώρα να καταθέσετε με τιμή τα δοξασμένα όπλα σας. Ομως το έργο σας δεν ολοκληρώθηκε. Ο δεύτερος μεγάλος σκοπός του αγώνα μας, η κατοχύρωση της λαϊκής κυριαρχίας και η δημιουργία των προϋποθέσεων εκείνων που θα εξασφαλίσουν την ανεμπόδιστη δημοκρατική εξέλιξη του τόπου, περιμένει την πραγματοποίησή του».

Την ίδια μέρα εκδόθηκε και η σχετική Ημερήσια Διαταγή του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ. Οπως αναφέρει ο Στ. Σαράφης, ο Αρης Βελουχιώτης αρνήθηκε αρχικά να υπογράψει τη διαταγή. Τότε ο Σαράφης τού είπε ότι αν δεν την υπογράψει αυτός, δε θα την υπέγραφε και ο ίδιος, ζητώντας του να αποταθεί στο Κόμμα. Τελικά, ο Βελουχιώτης συνυπέγραψε τη διαταγή.

Η επιστροφή στην Αθήνα

Τα άμεσα καθήκοντα των ΚΟ του ΚΚΕ τέθηκαν τηλεγραφικά στις 15 Φλεβάρη ως εξής: «Σ' όλα τα μέλη μας, ΕΑΜ, ΕΛΑΣ αναλυθεί συμφωνία και οι λόγοι που επέβαλαν υπογραφή της στοπ. Βασικές κατευθύνσεις στοπ. Πάλη για δημοκρατικές ελευθερίες και εξέλιξη Χώρας στοπ. Διατήρηση ενότητας συμμαχικού αγώνα γραμμές ΕΑΜ και δημιουργία πλατιού πανδημοκρατικού μετώπου στοπ. Διαφώτιση Κόμματος και λαού σημερινές συνθήκες πρώτιστο καθήκον στοπ. Οργανωτικά προβλήματα αποκτούν σήμερα αποφασιστική σημασία στοπ. Ανάγκη εξασφαλιστεί λειτουργία και προφύλαξη οργανώσεων και τεχνικού μηχανισμού στοπ. Πάρουμε μέτρα σ' επιστράτευση οργανώνοντας εθνοφυλακή, κομμ. δυνάμεις κατά υπόδειγμα παλιού ΑΜΙ στοπ. Βασική προϋπόθεση πραγματοποίησης καθηκόντων μας είναι η σύνδεσή μας με τις μάζες στοπ. Συγκεκριμένες πράξεις τρομοκρατίας κυβέρνησης Πλαστήρα πρέπει ξεσκεπάζονται καθημερινά από οργανώσεις στοπ. Χαρακτηρισμός κυβέρνησης Πλαστήρα φασιστικής σήμερα όχι ορθός στοπ. Οργανώσεις μας με προσωπική ευθύνη γραμματέων περιοχής και σε συνεργασία καπεταναίους διαφυλάξουν σημαντικό μέρος οπλισμού στοπ. Επίσης διαφυλάξουν τρόφιμα και άλλη περιουσία ΕΛΑΣ λ/σμο Πολ. Γραφείου στοπ. Πρέπει γίνουν συνελεύσεις ανταρτών όπου εξηγηθεί γιατί διαλύθηκε ΕΛΑΣ και καθήκοντα ΕΛΑΣιτών με γυρισμό τους πόλεις και χωριά στοπ. Εξηγηθεί ΕΛΑΣίτες ότι θα δημιουργήσουμε συλλόγους αγωνιστών εθνικοαπελευθερωτικού πολέμου 1941-1944 όπου θα μπούνε όλοι ΕΛΑΣίτες φαντάροι αξιωματικοί».

Στις 18 Φλεβάρη η καθοδήγηση του ΚΚΕ και του ΕΑΜ επέστρεψε στην Αθήνα. Στα Τρίκαλα παρέμεινε η ΚΕ του ΕΛΑΣ για την τήρηση των στρατιωτικών όρων της Συμφωνίας. Στις 20 Φλεβάρη κατέφτασε εκεί και βρετανική αντιπροσωπεία. Ο «Ριζοσπάστης», που μέχρι τότε εκδιδόταν στα Τρίκαλα, άρχισε να τυπώνεται και πάλι στην πρωτεύουσα στις 20 Φλεβάρη (από τις 3-18 Φλεβάρη κυκλοφορούσε τοπική έκδοση Αθήνας του «Ριζοσπάστη»).

Η συγκέντρωση των όπλων του ΕΛΑΣ πραγματοποιήθηκε σε 32 πόλεις, όπου ο ΕΛΑΣ παρέδωσε περισσότερα όπλα από όσα είχε δεσμευτεί: «Από τα 42.500 όπλα που είχε αναληφθή υποχρέωση παραδίδονται 49.200». Υπήρχαν και άλλα όπλα, τα οποία έκρυψε ο ΕΛΑΣ σε διάφορες τοποθεσίες ανά την Ελλάδα, σύμφωνα και με τις παραπάνω οδηγίες προς τις ΚΟ του Κόμματος.

Οι συζητήσεις μετά

Στις 28 Φλεβάρη 1945, ο ΕΛΑΣ αποστρατεύτηκε. Πέντε χρόνια αργότερα, κατά την ομιλία του στην 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, το Μάη του 1950, ο Δ. Παρτσαλίδης αναφέρθηκε στην τρίτη σύσκεψη που είχε γίνει στη Μόσχα το Γενάρη του 1950, ανάμεσα στις ηγεσίες του ΚΚΣΕ (Στάλιν, Μόλοτοφ, Μάλενκοφ, Σουσλόφ), του ΚΚ Αλβανίας (Χότζα, Σέχου) και του ΚΚΕ (Ζαχαριάδης, Παρτσαλίδης). Σε αυτήν τη σύσκεψη συζητήθηκε και η Συμφωνία της Βάρκιζας. Γι' αυτό το θέμα ο Δ. Παρτσαλίδης ανέφερε: «Η Συμφωνία της Βάρκιζας. Ο σ. Στάλιν είπε: "Είτανε λάθος, δεν έπρεπε να παραδώσετε τα όπλα". Οταν ο σ. Ζαχαριάδης ανάφερε πως δεν παραδώσαμε όλα τα όπλα και εγώ ότι πολεμήσαμε στην Αθήνα και ότι είχαμε και την υπόδειξη του σ. Ντιμιτρόφ για συμφωνία, ο σ. Στάλιν απάντησε: "Επρεπε να πολεμήσετε έξω από την Αθήνα. Ο σ. Ντιμιτρόφ δεν είναι ΚΕ του Μπολσεβίκικου Κόμματος"».

Η τοποθέτηση του Στάλιν το 1950, ότι το ΚΚΕ έπρεπε να μην παραδώσει τα όπλα και να συνεχίσει τον ένοπλο αγώνα έξω από την Αττική, ήταν απόλυτα σωστή, αλλά δεν υπάρχει αρχειακό εύρημα για ανάλογη τοποθέτηση το 1945. Και αυτό το ζήτημα υπάγεται σε εκείνα που παραμένουν σχετικά ανοιχτά στην παραπέρα μελέτη τους, σε συνδυασμό με πρόσβαση στο σχετικό αρχειακό υλικό.

Η υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας βαραίνει την ηγεσία του ΚΚΕ. Ανεξάρτητα από τις όποιες διεθνείς παραινέσεις για την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης, έπρεπε να απορρίψει και την παραμικρή σκέψη για την παράδοση των όπλων και τη διάλυση του ΕΛΑΣ. Επρεπε το Κόμμα να ανασυνταχθεί και ο ΕΛΑΣ να συνεχίσει τον αγώνα έξω από την Αθήνα. Αυτή η στάση ήταν η μοναδική που θα βοηθούσε και το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα (ΔΚΚ) και πρωταρχικά τη Σοβιετική Ενωση. Η απαράδεκτη υποχώρηση, όντας σε βάρος του ΕΑΜικού κινήματος και γενικά του λαού, απέβαινε σε βάρος και του ΔΚΚ.

Οι παράγοντες που οδήγησαν στην υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, πέρα από την υποτίμηση της δύναμης του λαϊκού κινήματος και την υπερτίμηση του αντίπαλου, ήταν πρωταρχικά: Η εμμονή στον κοινοβουλευτικό στόχο της «ομαλής δημοκρατικής εξέλιξης», σε συνάρτηση και με την πίεση που ασκούσαν στο ΚΚΕ οι σύμμαχοί του στο ΕΑΜ να υπογραφεί συμφωνία. Η υποχώρηση στην πίεση ήταν απόρροια της οπορτουνιστικής άποψης ότι σε αντίθετη περίπτωση το ΕΑΜ θα διαλυόταν και το ΚΚΕ θα οδηγούνταν στην απομόνωση.

Ελλειψη συλλογικής λειτουργίας

Οπως ήδη αναφέραμε, με τη Συμφωνία της Βάρκιζας διαφώνησε ο Αρης Βελουχιώτης, ενώ στις τάξεις του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, βεβαίως και του ΚΚΕ, δεν ήταν περιορισμένης έκτασης η αντίδραση ή η δυσφορία για την υπογραφή της. Πλατιές λαϊκές μάζες διαισθάνονταν το τι σήμαινε η παράδοση των όπλων του ΕΛΑΣ.

Από την τραγική κατάληξη της εξέλιξης της ιστορίας του Αρη μέσα στην Ιστορία του ΚΚΕ το δίδαγμα που βγαίνει είναι ότι μια λαθεμένη απόφαση μπορεί να διορθωθεί αποτελεσματικά μόνο μέσα από τη συλλογική επεξεργασία και την πρακτική υλοποίησή της. Ταυτόχρονα, τα βαθύτερα διδάγματα αφορούν τις συλλογικές ευθύνες των ανώτερων καθοδηγητικών οργάνων του Κόμματος, δηλαδή της ΚΕ και του ΠΓ. Η έλλειψη συλλογικής λειτουργίας τους σε κρίσιμες περιόδους της ταξικής πάλης εκμηδενίζει την ουσιαστική λειτουργία της αρχής του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού: «Αποφασίζουμε συλλογικά, πλειοψηφικά, δρούμε ενιαία, μονολιθικά». Η απόφαση για τη Συμφωνία της Βάρκιζας δεν ήταν αποτέλεσμα μιας τέτοιας λειτουργίας.

Ερμηνείες και εκτιμήσεις

Για την όλη εξέλιξη, την υπαγωγή του ΕΛΑΣ στο Στρατηγείο Μέσης Ανατολής και τις Συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας, που με τη σειρά τους οδήγησαν στη Βάρκιζα, έχουν διατυπωθεί πολλές ερμηνείες. Μεταξύ των αιτιών έχει γίνει λόγος περί ανικανότητας του κομματικού ηγετικού πυρήνα, έλλειψης πολιτικής διορατικότητας, αρνητικού επηρεασμού της ηγεσίας του Κόμματος από συμμαχικές δυνάμεις στο ΕΑΜ κ.ά.

Οσο κι αν αυτά αποτυπώνουν τη μία ή την άλλη πλευρά σε ένα σύνολο παραγόντων που οδήγησαν σε καθοριστικά λαθεμένες επιλογές, δεν προσεγγίζουν την κύρια αιτία: Την έλλειψη ανάλογης προγραμματικής ετοιμότητας και προσανατολισμού από την πλευρά της κομμουνιστικής ηγεσίας, αλλά και τη μη απόκτησή της σε συνθήκες μάχης, σε συνδυασμό με την ικανότητα σωστής εκτίμησης του συσχετισμού δυνάμεων και έγκαιρης προσαρμογής ή και διόρθωσης της γραμμής πάλης. Βέβαια, πρέπει να σημειωθεί ότι μια σειρά από εξελίξεις στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα επέδρασαν αρνητικά στην πολιτική του ΚΚΕ (στρατηγική της ΚΔ και στη συνέχεια αυτοδιάλυσή της, συμμετοχή των ΚΚ Γαλλίας και Ιταλίας σε αστικές κυβερνήσεις στη διάρκεια του πολέμου κ.ά.), δίχως να αναιρούνται οι ευθύνες της τότε ΚΕ του ΚΚΕ. Η ηγεσία του ΚΚΕ δεν έδειξε την απαιτούμενη επάρκεια ώστε να υπερβεί τις όποιες αρνητικές εκδηλώσεις στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα.

Υπήρχε υποτίμηση του γεγονότος ότι το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ βρισκόταν στο ίδιο χαράκωμα με σημαντικά βαλκανικά κινήματα (Γιουγκοσλαβίας, Βουλγαρίας, Αλβανίας), αλλά και με το στρατιωτικό κίνημα της Μέσης Ανατολής, ενώ εκλαμβανόταν χωρίς ευελιξία η συμμαχία της Σοβιετικής Ενωσης με τη Μ. Βρετανία και τις ΗΠΑ, στο πλαίσιο της αντιαξονικής σύμπραξης (Χάρτης του Ατλαντικού, αποφάσεις της Διάσκεψης της Τεχεράνης κ.ο.κ.). Ταυτόχρονα, υπήρχε υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων της Βρετανίας, εκφρασμένη στη σταθερή άποψη ότι «δεν μπορούμε να τα βάλουμε με την Αγγλία», καθώς και υποτίμηση των δυνατοτήτων του λαϊκού κινήματος. Είναι διαφορετικό ζήτημα να ηττηθεί η επανάσταση εξαιτίας του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων και τελείως άλλο ζήτημα να μη σχεδιαστεί και πραγματοποιηθεί σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης.

Στην ανάλυση που γινόταν συνυπήρχε και το γεγονός ότι η Μ. Βρετανία ήταν σύμμαχος στον αντιφασιστικό αγώνα και δεν θεωρούνταν ο πιο επικίνδυνος και ισχυρός ταξικός εχθρός, που συμμάχησε με την ΕΣΣΔ συγκυριακά. Γεννιούνταν, λοιπόν, και αυταπάτες σχετικά με τις προθέσεις της βρετανικής πολιτικής να συντρίψει το ΕΑΜικό κίνημα.

***

Η δύναμη του Κόμματος βρίσκεται πρώτα απ' όλα στην ιδεολογικοπολιτική του ποιότητα, στην ικανότητά του να δρα ως κόμμα επαναστατικό. Αρρηκτα συνδεδεμένο με αυτό ήταν και το οργανωτικό πρόβλημα: Η οργανωτική χαλαρότητα στο Κόμμα, σε συνδυασμό με ορισμένη διάχυση του ΚΚΕ στις γραμμές του ΕΑΜ. Η ορμητική μαζικοποίηση του Κόμματος και η σχετικά εύκολη στρατολογία, δίχως την ανάλογη ιδεολογικοπολιτική προετοιμασία και την απαιτούμενη εσωκομματική ζωή, είχαν ως αποτέλεσμα η κομματική - κομμουνιστική συνείδηση λίγο να διαφέρει από την ΕΑΜική. Η διάκριση των οργάνων του ΚΚΕ από αυτά του ΕΑΜ ήταν ελάχιστα ορατή και η όποια αυτοτέλεια του Κόμματος περιοριζόταν στον κεντρικό καθοδηγητικό πυρήνα και σε καθοδηγητικά όργανα μεγάλων Οργανώσεων. Επομένως, η κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση, προετοιμασία και ετοιμότητα των κομματικών δυνάμεων ήταν πολύ κατώτερη σε σχέση με τις ανάγκες και απαιτήσεις της ταξικής πάλης. Η ιδεολογικοπολιτική και οργανωτική ανεπάρκεια του Κόμματος ήταν συνυφασμένη με τη διαπαιδαγώγηση μόνο στην πάλη για ελευθερία και ανεξαρτησία και όχι στην ταξική πάλη για τη νίκη στο πεδίο της εξουσίας. Αυτό ερχόταν σε αντίθεση με τον βασικό σκοπό ύπαρξης του ΚΚΕ, ως ιδεολογικής - πολιτικής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης: Την πάλη για την κατάργηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, με την κατάκτηση της εξουσίας για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού - κομμουνισμού.




Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org