«Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι παρεμβάσεις που έχουν γίνει έχουν αρχίσει και αποδίδουν», δήλωσε η υπουργός Παιδείας για τα αποτελέσματα της PISA. Και πράγματι ...«αποδίδουν». Στην Ελλάδα οι επιδόσεις των 15χρονων έπεσαν από το 2022 κατά 16 μονάδες στην Κατανόηση Κειμένου, κατά 6 στα Μαθηματικά και κατά 7 στις Φυσικές Επιστήμες. Σχεδόν 1 στους 2 μαθητές δεν φτάνει ούτε στο βασικό επίπεδο στα Μαθηματικά, πάνω από 4 στους 10 στην Κατανόηση Κειμένου και στις Φυσικές Επιστήμες. Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι - όπως ο Παπαχρήστος στα «Νέα» - που χρεώνουν αυτές τις επιδόσεις στην «ανικανότητα» των εκπαιδευτικών, τους οποίους κατηγορούν ότι ...αγωνίζονται για την Παλαιστίνη και δεν μαθαίνουν γράμματα στα παιδιά! Τέτοια είναι η ξετσιπωσιά αλλά και η αγωνία τους μην τυχόν περάσει στα σχολεία κάτι αντίθετο στην ευρωατλαντική προπαγάνδα ή διδαχτούν οι μαθητές τις αξίες της αλληλεγγύης, της συλλογικής διεκδίκησης κ.λπ. Κριτήρια που δεν υπάρχουν βέβαια σε καμία PISA, αφού θέλουν το σχολείο «θερμοκήπιο» δεξιοτήτων και υποταγής στους νόμους της αγοράς και στις ανάγκες των επιχειρήσεων.
Και αφού οι παρεμβάσεις της πολιτικής τους «αποδίδουν», ποια είναι η συνέχεια; Ακόμα περισσότερα με την ίδια αντιλαϊκή συνταγή, όπως με το ενιαίο απολυτήριο και τα άλλα μέτρα που προωθεί η κυβέρνηση. Η PISA δεν είναι ένα ουδέτερο «θερμόμετρο» της κατάστασης στην Εκπαίδευση. Μετρά με τα κριτήρια του σχολείου των αποσπασματικών δεξιοτήτων, της αποσπασματικότητας και προσαρμοστικότητας, των μετρήσιμων «επιδόσεων». Τα συμπεράσματά της γίνονται μοχλός για να προσαρμοστεί ακόμα περισσότερο το σχολείο στην ίδια αντιδραστική κατεύθυνση. Αν οι επιδόσεις πέφτουν, χρειάζονται «μεταρρυθμίσεις». Αν παραμένουν χαμηλές, χρειάζονται περισσότερες. Αν πέφτουν όλες οι χώρες, υπάρχει «σύγκλιση». Σε τελική ανάλυση η PISA καταγράφει τα αδιέξοδα του σχολείου τους, τα οποία επικαλούνται για να εμφανίσουν στη συνέχεια το πρόβλημα ως «λύση»...
Την «καλύτερη επίδοση της 25ετίας» βλέπει η κυβέρνηση στην αγορά εργασίας, με «θετικό ισοζύγιο» 323.136 θέσεων στο πρώτο επτάμηνο, ενώ η Κεραμέως υπόσχεται «περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας». Σχεδόν το 98% αυτού του «ρεκόρ» προέρχεται από Καταλύματα και Εστίαση... Κάπου εδώ, οι αριθμοί αποκτούν πρόσωπο. «Φτιάχνω 600 γεύματα την ημέρα», έλεγε τον Ιούνη μάγειρας σε μεγάλο ξενοδοχείο στην Αγία Μαρίνα. Δουλεύει πάνω από 10 ώρες τη μέρα, με 7μηνη σύμβαση, και μετά το τέλος της σεζόν επιστρέφει στην ανεργία. Στον ίδιο κλάδο, 10ωρα και δουλειά «7 στα 7» αποτελούν «κανονικότητα» για χιλιάδες εποχικούς, που στην καλύτερη περίπτωση βλέπουν 3 - 4 ρεπό τον μήνα. Και 4 στους 10 εργαζόμενους σε Τουρισμό - Εστίαση δηλώνουν ότι τις υπερωρίες είτε δεν τις πληρώνονται, είτε τις παίρνουν σε άδεια ή ρεπό. Αυτές είναι οι «καλύτερες δουλειές» που κουβαλάνε στην πλάτη τους τα κυβερνητικά ρεκόρ. Δουλειά όσο, όταν και για όσο χρειάζεται η εργοδοσία, και ύστερα ξανά στην αναμονή για την επόμενη σεζόν. Για τους ξενοδόχους, πράγματι, καλύτερες δεν γίνεται!