Κυριακή 15 Ιούνη 1997
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 36
ΔΙΕΘΝΗ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ
Στην Ξηριώτισσα

Βαγγελίτσα Κουσιάντζα. Μια ηρωίδα του λαού. Το χρονικό μιας τραγωδίας

13ο ΜΕΡΟΣ (ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ)

Και πάλι, ύστερα από λίγες μέρες, προσκυνητής ολομόναχος, που τον τραβάει δύναμη ακατανίκητη η φωνή του χρέους και της λύτρωσης, φτάνω με τα πόδια στο νεκροταφείο της Ξηριώτισσας.

Περνάω τη βαριά σιδερόπορτα και διασχίζω όλο το μάκρος του νεκροταφείου, ανάμεσα από μαρμαρένιους τάφους.

Φτάνω στην άλλη άκρη, στο τέρμα. Στην απάνω γωνιά του μαντρότοιχου. Εδώ δεν έχει ούτε διάδρομο, ούτε μαρμάρινους σταυρούς με ονόματα. Μονάχα κάτι ξεροί σκελετοί, από παλιά στεφάνια, πεταμένα στην άκρη. Και χορταράκι καταπράσινο. Και λουλούδια της άνοιξης, που σηκώνουν ψηλά τα κεφαλάκια τους, κι αργοσαλεύουν στο απαλό χάιδεμα του αέρα.

"... Εδώ...".

Σ' αυτή την απόμερη γωνιά του νεκροταφείου της Ξηριώτισσας, μακριά απ' τους άλλους, τους "καθώς πρέπει" τάφους έθαψαν ομαδικά σ' ένα λάκκο, χωρίς φέρετρα, δίχως ένα λουλούδι, τους λαϊκούς αγωνιστές...

Με την πλάτη ακουμπισμένη στον πέτρινο μαντρότοιχο, βλέπω ασάλευτος αυτά τα χόρτα, αυτά τ' αγριολούλουδα που με κοιτάζουν με τα ευγενικά τους μάτια.Μια παπαρούνα κατακόκκινη, πιο ψηλά απ' όλα τ' άλλα, γέρνει σα λυπημένη το πρόσωπό της και κοιτάζει αυτή τη γη. Αυτό το χώμα...

...Οι παππούδες της θα είχαν πιει απ' τη φλόγα εκείνων των παλικαριών... Γι' αυτό είναι τόσο κόκκινα τα πέταλα ετούτης της παπαρούνας. Η κληρονομιά του κόκκινου... κρατάει γενιές!

Μια μοσχοβολιά, σαν από θερισμένο χόρτο, σαν από λιβάνι, με διαπερνάει. Κι ανατριχιάζω σύγκορμος!

Μια ζάλη, ανακατωμένη με τις αχτίδες του ήλιου, που λούζουν τον παλιό μαντρότοιχο, στριφογυρνάει πάνω απ' τα μάτια μου. Μια τσιμπίδα νιώθω να σφίγγει κι απ' τις δυο μεριές τα μηλίγγια μου.

Παίρνω πάλι το δρομάκι και προχωράω ανάμεσα στα μνήματα, σαν υπνωτισμένος. Και η μυρωδιά εκείνη, η ανεξήγητη, να μ' ακολουθάει από πίσω...

Τα τελευταία λόγια απ' το "Φτωχό Αγιο" του μεγάλου Σκιαθίτη, έρχονται απ' τα βάθη της θύμησης, να μου φέρουν την εξήγηση:

"...Και, ύστερον, πώς να μη μοσχοβολά το χώμα...".

Επίλογος

Εγραφα για τη Βαγγελίτσα Κουσιάντζα, κι έρχονταν στο νου μου, και διάβαιναν μπροστά στα μάτια μου όλοι οι νεκροί.

Μια - μια περνούσαν ολοζώντανες και με κοίταζαν με τα πελώρια μάτια τους, οι ιερές μορφές των παλικαριών μας, που χάθηκαν.

Γράφω για τη Βαγγελίτσα Κουσιάντζα και αισθάνομαι σα να εκπληρώνω ένα ελάχιστο χρέος, προς όλους τους νεκρούς του αγώνα μας.

Απ' τους μεγάλους και ονομαστούς καπεταναίους, μέχρι τον τελευταίο "ανώνυμο" αντάρτη του Δημοκρατικού Στρατού.

Απ' τον πρωτοκαπετάνιο του ΕΛΑΣ, τον αθάνατο, μέχρι το μικρότερο αδελφό μου, τον Πάμφιλο.

Από τα παιδιά του Κάστρου του Υμηττού, μέχρι τα παλικάρια του Πολυτεχνείου.

Θα ήθελα να είμαι ένας γλύπτης, ένας ασύγκριτος τεχνίτης της πέτρας και του μάρμαρου. Να πελεκήσω και να στήσω στα ουράνια, ένα άγαλμα τετράψηλο! Ενα μνημείο μεγαλόπρεπο, για όλους τους ήρωες και μάρτυρες του λαού μας. Ενα μνημείο, τόσο λαμπρό και τόσο μεγάλο, όσο μεγάλος ήταν και ο αγώνας τους. Οσο μεγάλη ήταν η προσφορά και η θυσία τους για μας και για τις κατοπινές γενιές.

Θα ήθελα να είμαι ο μεγάλος, ο εθνικός ποιητής. Οχι για να δοξαστώ. (Τ' όνομά μου, ας είναι το τελευταίο που θα θυμούνται οι άνθρωποι). Αλλά, για να μπορούσα να σταθώ νοερά πάνω απ' τον τάφο της Βαγγελίτσας Κουσιάντζα, πάνω απ' τους αμέτρητους τάφους των παλικαριών που έδωσαν τη ζωή τους για μας και να φωνάξω:

"Λευτεριά, για λίγο πάψε να χτυπάς με το σπαθί.

Τώρα, σίμωσε και κλάψε...".

Κλάψε, μα και τραγούδα! Και ψάλε ύμνους δοξαστικούς, γι' αυτά τα λαμπρά παλικάρια. Και στεφάνωσέ τα με το αμάραντο στεφάνι της δόξας.

Μέσα απ' το Πάνθεο των ηρώων και μαρτύρων του λαού μας, δίπλα και ανάμεσα σε όλους τους επώνυμους και ανώνυμους αγωνιστές, που έδωσαν τη ζωή τους για το δίκιο και τη λευτεριά του, η Βαγγελίτσα Κουσιάντζα μάς χαμογελάει, με το πλατύ θεσσαλικό χαμόγελό της.

Πάντα κοντά μας. Πάντα μπροστά. Μας συντροφεύει, μας καθοδηγεί και μας εμπνέει στον αγώνα, για τα μεγάλα και πανανθρώπινα ιδανικά.

Εφτασα στο τέλος ετούτης της ανηφόρας, που τόσες φορές μου μάτωσε την παλιά πληγή. Μα, πριν υπογράψω ετούτο το γραφτό, κάτι με τραβάει... Θέλω να ξαναγυρίσω πίσω. Σε κείνη την αγραφιώτικη κορφή. Σε κείνο τον ανεμόδαρτο αυχένα, που μας παίδεψε κάποτε σκληρά κι έγινε αιτία να χαθούν τόσα παλικάρια.

Σαν τη μάνα του τραγουδιού, που "με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε", ήθελα στην αρχή και γω να μαλώσω με τη Νιάλα. Να της πω λόγια πικρά, να την πετροβολήσω, για το κακό που μας έκανε, στις 13 του Απρίλη...

Μα, έρχεται τώρα στο νου μου εκείνος ο άλλος Απρίλης του 1977. Η άλλη όψη της Νιάλας. Η καλή, η γελούμενη. "...Τώρα, που ξανανταμώσαμε σα φίλοι... Ελα! Κάτσε εδώ στην πέτρα κι άκου να σου πω...".

Ακούω το λόγο της, το φιλικό και παρηγοριέμαι. Δεν της κρατάω κακία. Ζητάω τη συγνώμη της, για τα πικρά λόγια, που έβαλα στο μυαλό μου να της πω. Τι φταίνε τα βουνά... Οργίζονται κι αυτά καμιά φορά. Και κλαίνε, όπως οι άνθρωποι... Μαζί με μας, πάσχουν και υποφέρουν κι αυτά.

"Και καρτερούν την Ανοιξη, τ' όμορφο καλοκαίρι...".

Και η Ανοιξη, σιγά - σιγά άρχισε να μας χαμογελάει... Η δικαίωση, λίγο - λίγο, έστω και αργά, βασανιστικά, έρχεται, πλησιάζει.

Και ανεβήκαμε ξανά στη Νιάλα οι "επιζήσαντες".

1985, 1986. Υστερα από σαράντα χρόνια... Ανεβήκαμε τώρα πολλοί. Ολοι μαζί. Παιδιά κι αδέρφια και εγγόνια και φίλοι των αδικοχαμένων παλικαριών κι απ' τις δυο μεριές. Ας είναι και τόσο αργά. Δεν πειράζει... Οι νεκροί μας, οι νεκροί του Εμφύλιου έκαναν υπομονή. Και περίμεναν, ώσπου να μονοιάσουμε ξανά. Ωσπου να νικηθεί η μισαλλοδοξία και το εμφύλιο πάθος, που χώρισε τους Ελληνες σε πολίτες πρώτης και δεύτερης κατηγορίας. Σε "εθνικόφρονες" απ' τη μια μεριά και σε "μιάσματα" απ' την άλλη...

Κι ανεβήκαμε. Και στήσαμε εκεί ψηλά, ακριβώς στο πέρασμα, στο θανατερό εκείνον "αυχένα" που θέρισε τότε αντάρτες και στρατιώτες και μάνες με μικρά παιδιά, και στεργιώσαμε πάνω στο βράχο, γύρω - γύρω με ξερολιθιά μια μαρμαρένια πλάκα, να θυμίζει στους "επερχόμενους" τη φρίκη του εμφύλιου πολέμου, το άδικο και το παράλογο της αδερφοσφαγής. Μνήμη και εντολή. Μνήμη και υποθήκη, για ομόνοια ανάμεσα στα Ελληνόπουλα. Κατάρα και ανάθεμα στους ξένους "προστάτες", που με το αίμα των παιδιών της Ελλάδας έχτιζαν και στέργιωναν στον τόπο μας τα άνομα συμφέροντά τους.

ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΑΥΤΗ ΕΠΕΣΑΝ ΧΤΥΠΗΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΦΟΒΕΡΗ ΧΙΟΝΟΘΥΕΛΛΑ ΑΝΤΑΡΤΕΣ ΤΟΥ ΔΣΕ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΤΟΥ ΚΥΒΕΡΝ. ΣΤΡΑΤΟΥ ΚΑΙ ΑΜΑΧΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ ΣΤΙΣ 12.4.1947.

Και πνίξαμε μέσα μας, πρώτοι εμείς, και κατασιγάσαμε το εμφύλιο μίσος. Κι απλώσαμε και στους άλλους τα χέρια, για συμφιλίωση κι αδελφοσύνη.

Ελάτε...

"Μανούλες που έχετε παιδιά στο χώμα ακουμπισμένα/ μαυροντυμένες αδελφές, παιδάκια ορφανεμένα/ ελάτε όλοι, τα παιδιά τα αδικοχαμένα/ τ' αδέλφια που έπεσαν μαζί στο ματωμένο χώμα/ στρατιώτες απ' τη μια μεριά, / αντάρτες απ' την άλλη/ μαζί να τους ταιριάσουμε λυπητερά τραγούδια. / Κατάρα ρίξτε στο φονιά, στον αίτιο κατάρα/ κι ελάτε το πικρό γυαλί μαζί να μοιραστούμε/ να σμίξουμε το δάκρυ μας, τον πόνο μας να πούμε/ κι αντάμα να τους κλάψουμε αντάρτες και στρατιώτες".

Ελάτε, Ελληνες απ' όποια παράταξη, με όποια "πιστεύω". Ν' αγκαλιάσουμε όλα τα παιδιά μας. Να τιμήσουμε όλους τους νεκρούς μας. Τ' αδέλφια που έπεσαν μαζί στο ματωμένο χώμα... Να δώσουμε δικαίωση σε "νικητές" και "ηττημένους", και ανάπαψη στις ψυχές ΟΛΩΝ.

Ομόνοια! Ομόνοια ανάμεσα στα Ελληνόπουλα. Και θα βρούμε εμείς μαζί, μόνοι μας, θα βρούμε το δρόμο της αγάπης. Το δρόμο της προκοπής γι' αυτόν τον τόπο, γι' αυτόν το λαό, που τόσο άδικα, τόσο άσπλαχνα και απάνθρωπα τον ματώσαμε, τον χιλιοπληγώσαμε. Το παράδειγμα μάς το έδωσαν τα ίδια τα παιδιά μας. Εκεί, στη ράχη της Νιάλας. Ενώ οι άλλοι, οι ξένοι επικυρίαρχοι, τους ήθελαν "θανάσιμους εχθρούς", αυτοί, εκεί μέσα στα στρατιωτικά αντίσκηνα αγκαλιάστηκαν, αντάρτες και στρατιώτες αδέλφια, και προσπαθούσαν να κρατήσουν στη ζωή ο ένας τον άλλον, ζεσταίνοντάς τον με το χνότο του.

Η Νιάλα! Σύμβολο μοναδικό και αιώνιο, αδελφοσύνης ανάμεσα στους Ελληνες, μας στέλνει το μεγάλο μήνυμα της συμφιλίωσης. Η Νιάλα μάς θυμίζει το μεγάλο χρέος και μας δείχνει το δρόμο.


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org