Κυριακή 7 Απρίλη 2002
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 8
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
Η Γιούκα

Δώρο παλιού φίλου ετούτο το φυτό. Από τα πρώτα που φάνηκαν στην ελληνική αγορά πριν κάμποσα χρόνια. Είδος τώρα πολύ γνωστό και διαδεδομένο. Η γιούκα. Θυμάται την έλαβε την επομένη της πρεμιέρας του στο θέατρο, καθότι νέος τότε ηθοποιός, άρτι αποφοιτήσας από τη σχολή. Του την έστελνε φίλος του, έμπειρος συνάδελφος, που μόλις είχε πιάσει την καλή με τη γυναίκα ενός σκηνοθέτη, εγκαταλείποντας, όμως, το σανίδι. Εκείνος τώρα έπαιζε την πρώτη και - αλίμονο - τελευταία του κωμωδία. Ενα μικρό ρολάκι, που σατίριζε τα νεοελληνικά μας ήθη, όπως, άλλωστε, κι όλο το έργο. Δηλαδή, τίποτα το συνταρακτικό, που, όμως, γι' αυτόν ήταν κάτι μεγάλο, ή, αλλιώς, αυτό που λέμε «ντεμπούτο». Ξαφνικά, ένα πρωί, χτύπησε το κουδούνι κι όταν πήγε ν' ανοίξει γρήγορα με βρεγμένα χέρια και την πετσέτα να κρέμεται στο μπράτσο, αφού τάιζε πρωινό μέσα έναν από τους δυο κατάκοιτους γέροντες γονείς του, είδε έκπληκτος μπροστά του ένα παιδί να κρατά μια γλάστρα τυλιγμένη μ' έναν κόκκινο φιόγκο κι ένα μπιλιετάκι καρφιτσωμένο σ' ένα φύλλο της σχεδόν σαν σκουλαρίκι. Το πήρε αμέσως και το διάβασε. Του 'ρθε να γελάσει. Επειδή απ' αυτόν το λαϊκό τύπο δεν περίμενε ποτέ μια τόσο μεγαλοπρεπή έκφραση (...).

Σ' ένα διαμέρισμα παραμελημένο με παλιά έπιπλα, κεντημένα κάδρα, εργόχειρα και μέσα στα δωμάτια τους ηλικιωμένους και ανίατους αρρώστους, η γιούκα ήταν γι' αυτόν μια πολυτέλεια, κάτι το εντελώς απρόσμενο, το επιπλέον και το περιττό, και γι' αυτό μια νέα ωραία έγνοια, μια ευχάριστη απασχόληση που τον έκανε να ξεδίνει. Τη φρόντιζε, την πότιζε, της άλειφε τα φύλλα με λάδι να γυαλίζουν και στεκόταν και την καμάρωνε. Τα λογχοειδή φύλλα στην κορφή, τα άλλα που άνοιγαν διάπλατα στη βάση, το ωραίο πράσινο χρώμα - τόσο βέβαιο για τον εαυτό του. Ενα χρώμα κι ένα σχήμα φύλλου σπαθιού, που αποζημίωναν για την απουσία ευωδιάς (...).

Υπήρχαν και φορές, που θα μπορούσε κανείς να τον συλλάβει νύχτα στο ίδιο πάλι δωμάτιο με τ' ακουστικά στ' αυτιά ν' απολαμβάνει πλάι στη γιούκα τις «Εποχές» του Γκαζούνωφ, ενώ προεξείχε πλαγιαστό σ' ένα ράφι το βιβλίο του Μαίτερλινγκ «Η Νοημοσύνη των Φυτών», που μόλις είχε ανακαλύψει ότι εδώ και χρόνια περίμενε αυτές τις μέρες για να το προσέξει.

Μετά τον πρώτο μήνα, ο ενθουσιασμός έδωσε τη θέση του στη συνήθεια. (...)Φαίνεται, όμως, ότι κι η γιούκα αισθάνθηκε αυτήν την υποβάθμιση, μαράζωσε κι αρρώστησε, πήγε να πεθάνει. Τα φύλλα της χλόμιασαν, κιτρίνισαν στις άκρες κι έπιασε μαμούνια. Πού βρέθηκαν τόσα πολλά; Τι είδους μαμούνια ήταν αυτά; Μήπως μελίγκρα; Και τώρα τι θα κάνει; Θα ξεραθεί ή θα ζήσει; Ανήσυχος κατέφυγε στο κοντινότερο ανθοπωλείο και ζήτησε πληροφορίες.

Η γιούκα, του είπε ο ανθοπώλης, κατάγεται από την Αφρική. Υπάρχουν πολλών ειδών γιούκες. Χαμηλές, μεσαίου αναστήματος και ψηλές. Ανάλογα με το ύψος που θέλει ο πελάτης και, βέβαια, με το ρευστό που διαθέτει, τόσο πιο χοντρός και ο κορμός του φυτού. Οχι δεν είναι, καθόλου δε θα έλεγε ότι είναι φυτό εξωτερικού χώρου. Είναι μάλλον εσωτερικού, καλλωπιστικό. Τελικά, σ' όποιο μέρος θέλεις τη βάζεις, γιατί είναι πολύ σκληρό φυτό, είπε. Τόνισε τη λέξη σκληρό (ή του φάνηκε πως την τόνισε;), γιατί αμέσως αναρωτήθηκε, γιατί σ' εκείνον βγήκε, αντίθετα, τόσο ευαίσθητη και ιδιότροπη. Να 'φταιξε ίσως το ότι άρπαξε αμέσως από το άρρωστο περιβάλλον που βρέθηκε; Διόλου απίθανο. Πάντως - συνέχισε ο λουλουδάς - δε χρειάζεται καμιά ιδιαίτερη φροντίδα. Πού και πού λίγο νερό στο χώμα κι αυτό αρκεί. Ούτε βιταμίνες, ούτε συντηρητικά, ούτε τίποτα.

Στην τελική και να ξεραθεί, ε, δε θα σκάσει κιόλας. Γιατί αυτός - τι επαγγελματίας θα 'ταν - ξέρει να φτιάχνει και μάλιστα πουλάει πολλών ειδών ψεύτικα καλλωπιστικά φυτά. Τα 'χει όλα στο βάθος, αν θέλει να ρίξει καμιά ματιά, αν όχι τώρα, όποτε θελήσει μπορεί να 'ρθει να διαλέξει, ό,τι τύπο του γουστάρει, ακόμα και ψεύτικη γιούκα, φτυστή αληθινή. Γλιτώνει, έτσι, την περιποίηση και τη λάτρα. Οχι, όχι, τον έκοψε αμέσως, δεν ήθελε κάτι τέτοιο. Πρέπει να προτιμάμε, όσο μπορούμε περισσότερο, τα φυσικά προϊόντα από τα υποκατάστατά τους, είπε και τον χαιρέτησε βιαστικά. Στο σπίτι ακολούθησε όλες τις πρακτικές οδηγίες συμπεριφοράς, που του έδωσε και το φυτό ανέκαμψε.

Οχι για πολύ, όμως. Μετά από λίγο, άρχισε και πάλι να ξεραίνεται. Του άλλαξε θέση κι από το φως το πήγε στη σκιά, μετά από τη σκιά στο φως και, τελευταία πια, το έβγαλε στο μπαλκόνι. Εκεί, σκέφτηκε, θα μπορούσε λεύτερα ν' ανασάνει. Γιατί μπορεί, τελικά, να είχε ανάγκη από περισσότερο φως και αέρα. Στεκόταν και την έβλεπε πίσω από το τζάμι της μπαλκονόπορτας με τα φύλλα της να κουνιούνται πότε αργά και πότε βίαια, ανάλογα με την ορμή του αέρα και ανησυχούσε. Δεν ήταν σίγουρος ότι άρεσε η νέα του θέση. Εχει γούστο να 'πρεπε να την κουβαλήσει ξανά κάπου αλλού (...).

Επειδή οι γέροι που έμεναν στο διαμέρισμα ένιωθαν παραμελημένοι, αφού η προσοχή του δεν ήταν πια ολοκληρωτικά δοσμένη σ' αυτούς, πες ζήλεψαν τα χάδια και την περιποίηση που είχε, άρχισαν να διαμαρτύρονται. «Παράτα την, επιτέλους». «Πέταξέ την, αμάν πια», τους άκουσε να γκρινιάζουν. «Δε μας φτάνουν όσα έχουμε, θα φορτωθούμε κι άλλα;», του φώναζαν. Ετσι κι αυτός δεν τόλμησε να τη βάλει ξανά μέσα στο διαμέρισμα, ούτε καν σε μια γωνιά στο χολάκι. Αλλωστε, όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν υπήρχε θέση πουθενά. Γιατί ακόμη κι ο αέρας που ανάσαινε κανείς έμοιαζε ν' απαγορεύει τις γιούκες. Ομως, έπρεπε, το 'νιωθε, πάση θυσία, έπρεπε να μπει μέσα. Αυτή τη φορά βρήκε τη λύση - ο διάδρομος της πολυκατοικίας. Ποιος θα το απαγόρευε; Αντιθέτως, εκεί ακριβώς θα μπορούσε να υπάρχει ελεύθερα, δηλαδή ν' ανασαίνει χωρίς τους κινδύνους των ζωυφίων και των εντόμων που έσπερνε ο αέρας. Και ποιον εμπόδιζε; Κανέναν. Το αντίστροφο, είχαν δωρεάν στολίδι στο χώρο. Κι έτσι έγινε. Το φυτό ηρέμησε. Τουλάχιστον, δεν έβλεπε πάνω του κάτι ανησυχητικό. Η κατάσταση, όμως, θα παρέμενε στάσιμη ή θα ξεσπούσε σε οριστική αποτυχία; Θα πέθαινε ή τη γλίτωσε; Ουδείς εγνώριζε. Περίμενε πώς θα αντιδράσει. Αγωνιούσε.

(...)

Αλλιώς, όμως, ήθελε το φυτό. Που γι' άλλη μια φορά αρρώστησε. Δεν της έριχνε πια καμιά φράση του τύπου «αγαπούλα», «έλα κούκλα» κι άλλα τέτοια τρελά, όπως έκανε όταν την πότιζε και την περιποιόταν, αισθανόμενος ότι εκείνη τον άκουγε, καταλάβαινε και αποκρινόταν με τον τρόπο της. Η γιούκα, το έβλεπε, ήθελε να πεθάνει. Πάνω στην ανησυχία του, κατέφυγε πάλι στις πρώτες βοήθειες - πού αλλού; - στο ανθοπωλείο. Μόνο που αυτή τη φορά προτίμησε να μην πάει στο ίδιο με την προηγούμενη, αλλά σε διαφορετικό, ένα άλλο μεγαλύτερο μαγαζί, δυο στάσεις πέρα από το σπίτι του. Αυτός που τον φώναζαν παράξενο, μονόχνοτο και που το ανικανοποίητο, η αντικοινωνικότητά του μετά από δέκα χρόνια θέατρο τον είχε πετάξει εκτός σκηνής και τον έκανε μισάνθρωπο, τώρα τον έσπρωχνε στην ανάγκη να διανύσει αποστάσεις, για να αναζητήσει κάποιον σωτήρα και να τον παρακαλέσει όσο κι όσο να δώσει λύση στο πρόβλημά του - με το αζημίωτο πάντα.

Επρεπε πρώτα να διασχίσει κανείς μιαν αλάνα, ένα υπαίθριο συνεργείο αυτοκινήτων, τη μάντρα του νεκροταφείου, ένα καφενείο και μια σειρά από υπόγεια στενά μαγαζάκια με σεντόνια για κουρτίνες που τα 'χαν πιάσει λαθρομετανάστες Πακιστανοί, απ' αυτούς που μας ρίχνουν φουρνιές στις βραχονησίδες οι Τούρκοι δουλέμποροι και τους βλέπουμε βράδυ στα δελτία, ώστε να φτάσει στο τέρμα των λεωφορείων που ήταν εκείνο το μαγαζί. Μέσα από μια υπέροχη βλάστηση που ξεχειλίζει μέσα έξω όλον το χώρο, φανερώθηκε ο υπεύθυνος. Ενας νέος γύρω στα τριάντα. Μόλις τον είδε, αιφνιδιάστηκε. Τι ήταν αυτό; Τον καθήλωσε αμέσως στο πρόσωπο το χαμόγελό του. Πρώτη φορά τού συνέβαινε κάτι τέτοιο. Εκπληκτος, προσπαθώντας να καταλάβει το γιατί, άρχισε να τον ρωτά, όχι αυτά που ήθελε, αλλά τα ίδια που ρώτησε και τον προηγούμενο συνάδελφό του. Τι ξέρει, γενικά, περί γιούκας, πόσο κοστίζει, πόσα είδη γιούκας έχει το κατάστημα, αν είναι εισαγωγής κι από πού έρχεται. Εκείνος του απαντούσε πρόθυμα, καταλήγοντας πάντα σ' ένα χαμόγελο - αυτό το χαμόγελο. Οχι δεν ήταν μειδίαμα, ούτε χασκόγελο, ούτε ένα χαμόγελο άσκημο, ειρωνικό, σαρκαστικό, ύποπτο. Δεν ήταν η σειρά των δοντιών ή το σχήμα και το χρώμα των χειλιών, που, άλλωστε, δεν του έμειναν στη μνήμη σαν κάτι ξεχωριστό και ιδιαίτερο. Ξεχωριστή ήταν η διάθεσή του, που τον τρόμαξε, τον πλήγωσε ακαριαία. Ηταν εκείνο το άνοιγμα, ναι, το διάπλατο άνοιγμα από ένα τεράστιο μέσα του απόθεμα υγείας, χαράς κι ευτυχίας. Πού τα βρήκε όλα αυτά; Πώς μπορούσε να παρουσιάζεται μπροστά του όλη αυτή η Ζωή άσπιλη, αλώβητη και εκρηκτικά επιθετική; Μα, είναι αλήθεια, είναι δυνατό να υπάρχει ακόμη γύρω μας ή μέσα μας τόση υγεία, χαρά κι ευτυχία; `Η, μήπως, εκείνος είχε τόσο πολύ γεράσει, τόσο πολύ αρρωστήσει με το να ζει πλάι στην πραγματικότητα τόσα χρόνια και δεν μπορούσε να το καταλάβει; Μήπως, τελικά, με τις τόσες αρνήσεις και τους αυτοπεριορισμούς του, του είχε ξεφύγει η ζωή και η αλήθεια της; Αν όχι, τότε γιατί αυτός που είχε απέναντί του ένιωθε να τον προσβάλει τόσο βαθιά; Πού έβρισκε το θράσος να δείχνει όπλο του το χαμόγελό του, αντί να το κρύβει; Αναπάντητα ερωτήματα, εκνευρισμός, ανομολόγητες σκέψεις που γυρόφερναν το μυαλό του, καθώς προσπαθούσε να ακούσει προσεκτικά τις συμβουλές περιποίησης που του έδινε για το φυτό. Η διάθεσή του ανέβαινε, από τη ντροπή έφτανε στο θυμό και έπεφτε στην απογοήτευση. Ντρεπόταν για τον εαυτό του κυρίως. Γυρίζοντας πίσω, σαστισμένος, θολωμένος, μην μπορώντας ακόμη να εξηγήσει τα μέσα του, κατάλαβε πως από δω κι εμπρός είχε λίγα πράγματα να κάνει. Να ακολουθήσει τις συμβουλές του. Δεν είχε άλλη επιλογή. Αυτές ναι, μπορούσε να τις ακολουθήσει, αλλά με τίποτα δεν επρόκειτο να κάνει ό,τι του ζήτησε. Ποτέ δεν πρόκειται να του την πάει στο μαγαζί του για να την εξετάσει προσεκτικά, όπως του πρότεινε χαμογελώντας. Μπαίνοντας στο ασανσέρ μαζί με τη σκοτούρα του, ήταν και γεμάτος νεύρα, που, εξαιτίας της γιούκας, κόντευε να τα χάσει. Αποφάσισε τι θα κάνει. Θα το έσπαγε το βρωμόφυτο και θα το πετούσε στα σκουπίδια. Να τελειώνει μια για πάντα. Αρκετό χρόνο σπατάλησε μαζί του. Λοιπόν, αυτό θα κάνει. Βγαίνοντας αποφασισμένος, το μάτι του έπεσε κατευθείαν στη γιούκα, που στεκόταν ακίνητη εκεί στο διάδρομο, αβοήθητη, βουβή, περιμένοντας το δήμιό της, μέσα στην πλαστική γλάστρα της, που ίσως θα έπρεπε κάποτε να αλλάξει. Πρόσεξε για πρώτη φορά τα σκονισμένα φύλλα της, την καθάρισε λίγο από τη στάχτη και τις γόπες, που ποιος ξέρει ποιοι ασυνείδητοι ένοικοι έσβησαν στο χρώμα της κι έτσι όπως το φως διαπερνούσε ανάμεσα στα φύλλα της της υποσχέθηκε σιωπηρά πως, ναι, τελικά, και πάλι θα τη βοηθήσει, δε θα την πετάξει, αρκεί μόνο να του μιλήσει - να δείξει ότι ζει. Οτι ζει και τον συντροφεύει. Της το ζήτησε επίμονα, εντατικά, παράλογα, σχεδόν την παρακάλεσε, πιστεύοντας ότι μαζί της, μ' αυτή την κρυφή μεταξύ τους βοήθεια, θα μπορούσε ν' αντιμετωπίσει λογής παράξενα γεγονότα, περίεργες ανασφάλειες, απειλές και νευρασθενικές δικές του καταστάσεις. Πέρασαν ακόμα λίγες μέρες, που μπαίνοντας και βγαίνοντας τη χαιρετούσε σιωπηλά με το βλέμμα του και μόνο. Υστερα, μια μέρα, με μια κίνηση επίσης αποφασιστική, την πήρε από το διάδρομο και την έβαλε πάλι μέσα στο διαμέρισμα, αποφασισμένος να την επιβάλει στους δικούς του και την τοποθέτησε, άτυπο φρουρό, κοντά στην πόρτα.

Και, πραγματικά, μπορώ να ομολογήσω μετά από δέκα χρόνια συμβίωση, αν και πάντα υπάρχουν κάποιες κίτρινες λόγχες, η γιούκα κι εγώ μάθαμε να συνυπάρχουμε μυστικά μέσα στους ανθρώπους, προστατεύοντας ο ένας τον άλλον από τα ψεύτικα λόγια τους, τις επικίνδυνες πράξεις τους τα χαμόγελά τους.


Θάνος ΦΩΣΚΑΡΙΝΗΣ


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org