ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 24 Μάρτη 2002
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
«Εικονογράφος» του αγώνα

«Πρώτη μάχη των Ελλήνων κατά των Τούρκων κατά την γέφυραν της Αλαμάνας», υδατογραφία σε χαρτόνι, Γεννάδιος Βιβλιοθήκη
«Πρώτη μάχη των Ελλήνων κατά των Τούρκων κατά την γέφυραν της Αλαμάνας», υδατογραφία σε χαρτόνι, Γεννάδιος Βιβλιοθήκη
Ονομάστηκε «εικονογράφος» του Αγώνα. Καλεσμένος από τον Ι. Μακρυγιάννη, ο αγιογράφος και λαϊκός ζωγράφος Δημήτριος Ζωγράφος, φερόμενος ως Παναγιώτης Ζωγράφος, εργάστηκε από το 1836 ως το 1839 στο σπίτι του στρατηγού, για την εκτέλεση των «εικονογραφιών» του Αγώνα. Οπλαρχηγός στην Ελληνική Επανάσταση, συμμετείχε στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, στα γεγονότα της Κορίνθου και στην καταστροφή του Δράμαλη στα Δερβενάκια. Γι' αυτό και ο Μακρυγιάννης τον χαρακτηρίζει ως «αγωνιστή».

Ο Μακρυγιάννης συνέλαβε και κατέστρωσε ένα εικονογραφικό πρόγραμμα, με σκοπό να ιστορήσει τους αγώνες των Ελλήνων για την ανεξαρτησία, παρουσιάζοντας τα πραγματικά γεγονότα και προβάλλοντας την ιστορική αλήθεια, θέλοντας να γίνουν γνωστά στους Ελληνες και τους Δυτικούς. Ο κύκλος των «εικονογραφιών» που πρότεινε ο Μακρυγιάννης αποτελούσε το εικαστικό συμπλήρωμα των «Απομνημονευμάτων» του.

Αρχικά ο Μακρυγιάννης ανέθεσε την εκτέλεση των εικονογραφιών σε ξένο, «Φράγκο» ζωγράφο, τον οποίο απέλυσε επειδή δεν έμεινε ικανοποιημένος από τους πρώτους πίνακες που φιλοτέχνησε και επειδή λόγω γλώσσας δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί του. Η απομάκρυνση του ξένου ζωγράφου δε σήμαινε για τον Μακρυγιάννη περιφρόνηση προς τη δυτική τέχνη, που σύμφωνα με ομολογία του εκτιμούσε, αλλά συνειδητή επιλογή μιας τεχνοτροπίας καταλληλότερης για την ιστόρηση των μαχών και εικαστικά προσιτής και κατανοητής για το πλατύ κοινό.

Το εικονογραφικό πρόγραμμα του Μακρυγιάννη περιλάμβανε 26 πίνακες. Με βάση την παραγγελία, ο Δ. Ζωγράφος και οι γιοι του φιλοτέχνησαν πέντε σειρές πινάκων. Οι πίνακες της αρχικής σειράς έγιναν με την παραδοσιακή τεχνική της αυγοτέμπερας πάνω σε ξύλινες σανίδες. Οι άλλες σειρές απαρτίστηκαν από ισάριθμες υδατογραφίες ζωγραφισμένες σε στρατσόχαρτο. Ο Ζωγράφος κινείται μεταξύ της βυζαντινής και της λαϊκής εικονογραφικής παράδοσης. Κατά την επεξεργασία του θέματος δεν επιδιώκει τη φυσιοκρατική απεικόνιση του χώρου και τη ρεαλιστική αναπαράσταση των γεγονότων. Με την απλοποίηση των μορφών, τονίζει τον αφηγηματικό χαρακτήρα της σύνθεσης και χρησιμοποιεί την παραδοσιακή χρωματική κλίμακα.

Ο Μακρυγιάννης παρουσίασε τους πίνακες του Αγώνα σε επίσημο δείπνο στο σπίτι του, κατά την εθνική γιορτή του 1839. Αυτή υπήρξε η πρώτη έκθεση έργων τέχνης που οργανώθηκε στο νέο ελληνικό κράτος.


Η. Μ.


Τραγούδια λεβεντιάς και λευτεριάς

«Ο ατρόμητος Κατσαντώνης» παίζει τον ταμπουρά του. Λεπτομέρεια από τοιχογραφία του Θεόφιλου. Αθήνα, Μουσείο Λαϊκής Τέχνης
«Ο ατρόμητος Κατσαντώνης» παίζει τον ταμπουρά του. Λεπτομέρεια από τοιχογραφία του Θεόφιλου. Αθήνα, Μουσείο Λαϊκής Τέχνης
«Καλώς ανταμωθήκαμε - εμείς οι ντερτιλήδες/ να κλάψουμε τα ντέρτια μας και τα παράπονά μας./ Πάλε καλές αντάμωσες, πάλε ν' ανταμωθούμε, στον Αγιο - Λια, στον πλάτανο, ψηλά στο κρυονέρι, που 'χουν οι κλέφτες σύνοδο και οι καπεταναραίοι...» («Το γλέντι των κλεφτών», τραγούδι της Ρούμελης). Υψηλότατα δείγματα ποιητικής και μουσικής δημιουργίας αποτελούν τα κλέφτικα τραγούδια, τα εμπνευσμένα από τον επαναστατικό αγώνα δημοτικά τραγούδια, που άνθισαν κυρίως τον 18ο αιώνα σε Στερεά Ελλάδα, Θεσσαλία, Ηπειρο και Δυτική Μακεδονία.

Δημιουργημένα σε μια εποχή προετοιμασίας για την απελευθέρωση, επικεντρώνονται στην «εξαιρετική ψυχή του ήρωα» και αποτελούν «το αδρό σχεδίασμα της καινούριας μορφής του Ελληνα» (Γ. Αποστολάκης), αυτής που θα δημιουργήσει το 1821. Βαθιά συγκίνηση θεμελιώνει τη σύλληψη του κλέφτικου τραγουδιού, ενώ η μουσική του χαρακτηρίζεται από ρυθμό εντελώς ελεύθερο. Τα κλέφτικα τραγούδια χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: Σ' εκείνα που αναφέρονται ειδικά σε ένα πρόσωπο (του Ζίδρου, του Στουρνάρη, του Γυφτάκη, κ.ά.) ή σε περιστατικά και σ' εκείνα που μιλούν για τη ζωή των κλεφτών, τις δυσκολίες ή τα καλά της.

Τίποτα άλλο πέρα από τα κλέφτικα τραγούδια, σημειώνει ο Δημήτρης Φωτιάδης στην «Επανάσταση του '21», «δεν μπορεί να μας δώσει την ατμόσφαιρα που ζούσαν, τα συναισθήματά τους, τον πόθο τους για λευτεριά, την αντρίκεια ανάσα τους, τις νοσταλγίες τους, την αγάπη τους στη ζωή, μα και την περιφρόνησή τους στο θάνατο - μ' ένα λόγο τον κόσμο τους. Αυτά τα τραγούδια, που φτιάχτηκαν από ανώνυμους λαϊκούς ποιητές και που τραγουδήθηκαν στα χρόνια της σκλαβιάς, στέκονται μια από τις πολύτιμες κληρονομιές του λαού μας - πηγή που πάντα θα σκύβουμε σ' αυτή για να χορτάσουμε τη δίψα μας για λεβεντιά και λευτεριά». Και όπως επισημαίνει ο Αλέξης Πολίτης, «με τα κλέφτικα αναζωογονήθηκε η ποίηση του Εθνους... Το όραμα της λευτεριάς άστραψε σε μερικούς αρματολούς και κλέφτες από την πάλη τους με τον εχθρό. Ο δημοτικός ποιητής εμβολίασε την ποίηση με το όραμα αυτό. Ευτύχησε έτσι να τονώσει τη λαχτάρα της λευτεριάς που υπήρχε στο λαό, να τη φέρει στην επιφάνεια και να της δώσει μορφή: Ανάσυρε από την ψυχή τη λευτεριά και την έφερε στο στόμα και στ' αυτιά της κοινωνίας του...».

Κατ' εξοχήν λυρικό στη γνησιότερή του μορφή, το κλέφτικο τραγούδι, όπως σημειώνει ο Λίνος Πολίτης στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», εκφράζει «το αδρό και πολεμικό πνεύμα των βουνίσιων κατοίκων της Ηπείρου και της Στερεάς, που ως "κλέφτες" ή "αρματολοί" είχαν κάνει συνήθεια της ζωής τους τ' άρματα»... «Οι τραχείς αυτοί κι εμπειροπόλεμοι βουνίσιοι», που κράτησαν το βάρος του απελευθερωτικού αγώνα, ήταν «αυτοί που τραγουδούσαν και αυτούς που τραγουδούσε το κλέφτικο τραγούδι: Ο Καραϊσκάκης, ο Κολοκοτρώνης, ο Μακρυγιάννης. Ο τελευταίος, κλεισμένος στην Ακρόπολη, θα δώσει έκφραση στη λύπη του, αυτοσχεδιάζοντας ένα κλέφτικο τραγούδι: "Ο ήλιος εβασίλεψε - Ελληνά μου, βασίλεψε -/ και το φεγγάρι εχάθη,/ κι ο καθαρός αυγερινός που πάει κοντά στην πούλια..."».

Οι πιο ξακουστοί «κλέφτες» γίνονταν τραγούδι στα χείλη του λαού. Και πώς άλλωστε, αφού όπως έλεγε ο Κολοκοτρώνης, «το κλέφτης βγήκε από την εξουσία» και το να γίνει κανείς κλέφτης ήταν καύχημα για τον ίδιο και τους δικούς του; Οταν ο τουρκικός κατατρεγμός ή η αδικία των κοτζαμπάσηδων γίνονταν αβάσταχτα, ένα φοβέρισμα απόμενε στους ραγιάδες: «Σηκώνομαι κλέφτης!». Η ζωή τους δύσκολη, τυραννισμένη. «Οι κλέφτες είμαστε ελεύθεροι», λέει στη διήγησή του ο Κολοκοτρώνης, «αλλά τι ζωή, τι άνθρωποι! Βασανισμένοι, αΐσκιωτοι, άγριοι εις τες σπηλιές, τα βουνά, εις τα χιόνια σαν τα θηρία, με τα οποία συζούσαμε».

Οι τρανοί αρματολοί και κλέφτες και οι ξακουστοί ήρωες του Εικοσιένα (Κολοκοτρώνης, Καραϊσκάκης, Ανδρούτσος, Νικηταράς, Μπότσαρης, Διάκος κ.ά.) έχουν δικά τους τραγούδια. Τις μάχες για τη λευτεριά τις ξαναζούμε μέσα σ' αυτά. Τα Δερβενάκια αντικρίζουν το Μανιάκι, το Μεσολόγγι την Αράχοβα... «Φύσα, μαΐστρο δροσερέ κι αέρα του πελάγου/ να πας τα χαιρετίσματα στου Δράμαλη τη μάνα/ Της Ρούμελης οι μπέηδες, του Δράμαλη οι αγάδες/ στο Δερβενάκι κείτονται, στο χώμα ξαπλωμένοι...».

Τα δημοτικά τραγούδια για το νέο Ελληνισμό, γράφει ο Δ. Φωτιάδης, ήταν «ό,τι για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο τα ομηρικά έπη». Βγαλμένα από την καρδιά ανώνυμων ποιητών, μίλαγαν με μοναδικό τρόπο στην καρδιά της «ολότητας». «Για τον υπόδουλο λαό, τον αγράμματο, μα μεγαλόψυχο και γενναίο, το δημοτικό τραγούδι είναι το "βιβλίο", το "περιοδικό", το "χρονικό" του καιρού του. Μ' αυτό, με το δικό του τρόπο, "γνωστοποιούσε", όχι μονάχα τα σημαντικά, παρά και τα καθημερινά περιστατικά της ζωής του».


Ρουμπίνη ΣΟΥΛΗ




Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org