Παρασκευή 10 Μάρτη 2017
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Πολλή περιγραφή, καμία αιχμή: Η σιωπή μετά τη δικαίωση

Οι Θέσεις για το 20ό Συνέδριο, αν και ιδιαίτερα περιγραφικές, για μια ακόμη φορά δεν περιέχουν κανένα συγκεκριμένο ενδεικτικό ποσοτικό στοιχείο για την εικόνα της δράσης του Κόμματος την οποία περιγράφουν (ενδεικτικά Θέσεις 51, 55, 57, 61), θετική ή αρνητική, αν και επισημαίνεται (Θέση 69) η αναγκαιότητα η δουλειά μας να μετράται με δείκτες και αποτελέσματα. Ταυτόχρονα, αναφέρονται νούμερα και δείκτες στα οικονομικά στοιχεία σε παγκόσμιο και εθνικό επίπεδο (Θέσεις 7, 8, Τρίτο Κεφάλαιο) τα οποία προέρχονται από ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα), που πολλάκις έχει αποδειχτεί ότι «μαγειρεύουν» στοιχεία για να προωθήσουν πολιτικές, χωρίς να καταλήγει σε συμπεράσματα. Τα οικονομικά αυτά στοιχεία έχρηζαν περαιτέρω επεξεργασίας, προκειμένου να αποδίδουν την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας και διεθνώς.

Αν κάτι χαρακτηρίζει τις Θέσεις, είναι η έλλειψη αιχμής και πολιτικών πρωτοβουλιών ως προς την παρέμβαση σε μείζονα πολιτικά θέματα. Ελλειψη συνδεδεμένη με την παραπομπή των πάντων στη στρατηγική αντίθεση (κεφάλαιο - εργασία), η οποία προφανώς είναι θεμελιώδης, αλλά χωρίς επεξεργασίες σε επίπεδο τακτικής, οι επιμέρους αντιθέσεις, που πλέον αναδεικνύονται ολοένα και περισσότερο οξύτερες από την ίδια την πορεία του συστήματος, δεν μπορούν να αξιοποιηθούν για την εξυπηρέτηση του στρατηγικού στόχου της ανατροπής του καπιταλισμού. Ενώ αντίθετα η αξιοποίηση θα βοηθούσε στην επίλυση και της βασικής αντίθεσης.

Ενα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα είναι ότι δεν υπάρχουν παρά μόνο σκόρπια λόγια για το ακροδεξιό πολιτικό φαινόμενο που κυριαρχεί σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο. Αναμένονται σημαντικές εκλογές σε Ολλανδία, Γαλλία και Γερμανία, με τις ακροδεξιές δυνάμεις εκεί να βρίσκονται αν όχι σε τροχιά εξουσίας, σε σημαντική άνοδο. Ταυτόχρονα, υπάρχουν ακροδεξιές δυνάμεις στην εξουσία σε Πολωνία και Ουγγαρία, ενώ σχεδόν το 50% στην Αυστρία ψήφισε έναν ακροδεξιό υποψήφιο για την προεδρία.

Εχουν προηγηθεί η υπερψήφιση του Brexit στη Βρετανία και η απόρριψη των προτάσεων συνταγματικής μεταρρύθμισης Ρέντσι στην Ιταλία, όπου οι ψηφοφόροι, τελικά, ουδόλως ψήφισαν για τις μεταρρυθμίσεις, αλλά περισσότερο με γνώμονα το ποια απάντηση αντιλαμβάνονταν ότι ταυτίζεται με την ΕΕ ή όχι. Ολα αυτά εντάσσονται σε αυτό που οι Θέσεις ονομάζουν «ρεύμα ευρωσκεπτικισμού» (Θέση 18) και προφανώς αντικατοπτρίζουν στρατηγικές επιλογές τμημάτων της αστικής τάξης της εκάστοτε χώρας απέναντι στην ΕΕ και στο ευρώ, αλλά και γενικότερα (π.χ. ΗΠΑ), προκειμένου να αντιμετωπίσουν την ολοένα βαθύτερη καπιταλιστική κρίση.

Είναι επιλογές που εκφράζονται με ένα ολοένα εντονότερο ρατσιστικό ξενοφοβικό ύφος που αξιοποιεί την προσφυγική - μεταναστευτική κρίση, με προσπάθεια επιβολής βαθιά οπισθοδρομικών και συντηρητικών θέσεων (π.χ. η προσπάθεια απαγόρευσης των αμβλώσεων στην Πολωνία, με την κυβέρνηση να υποχωρεί μόνο υπό το βάρος διαδηλώσεων), με επέκταση μιας κουλτούρας καταστολής και βίας απέναντι στον όποιον αδύνατο και πολύ περισσότερο απέναντι στο εργατικό - λαϊκό κίνημα. Χαρακτηριστικά που «μοιράζεται» και η εκλογή Τραμπ.

Ο ευρωσκεπτικισμός (και η ευρύτερη πολιτική στάση που συμπυκνώνει) είναι, πια, ξεκάθαρο ότι υφαρπάζει ολοένα σημαντικότερο τμήμα εργαζομένων στις χώρες αυτές. Ερευνες που έγιναν τόσο στην περίπτωση του Brexit όσο και στη Γαλλία για την άνοδο του «Εθνικού Μετώπου» της Μαρίν Λε Πεν, καταγράφουν αύξηση της επιρροής των απόψεων αυτών στους μικρομεσαίους, στους αγρότες, αλλά και σε σημαντικό τμήμα της εργατικής τάξης, ενώ σημαντικό είναι και το ποσοστό των νέων που συνεγείρονται από τη στάση αυτή. Και μάλιστα, καταγράφουν κυρίως τη δυσφορία των κοινωνικών αυτών τμημάτων καταρχήν απέναντι στις πολιτικές της ΕΕ και στο ρόλο της, αλλά και κατ' επέκταση απέναντι σε πολιτικές διαιώνισης της κλιμακούμενης «αύξησης της ψαλίδας». Η λευκή εργατική τάξη ψήφισε σε μεγάλο βαθμό Τραμπ.

Μετά από δεκαετίες, αυτό στο οποίο το ΚΚΕ επέμενε, ακόμη και όταν ήταν εντελώς μοναχική η φωνή του, για τον εκμεταλλευτικό και αντιδραστικό χαρακτήρα της ΕΕ και για την καταστροφή που οι πολιτικές της φέρουν στοχεύοντας μόνο τα λαϊκά στρώματα και τους εργαζόμενους, γίνεται σαφές σε ολοένα περισσότερο κόσμο στην ΕΕ και στην Ελλάδα. Η ΕΕ, πια, έχει κατέβει από το «βάθρο» και ουδείς, ούτε καν εκείνοι που επιμένουν να την στηρίζουν, δεν υιοθετούν «αγιογραφικές» προσεγγίσεις. Εντούτοις, το ΚΚΕ, αν και είναι το μόνο κόμμα που δικαιώνεται ιστορικά ως προς τη θέση του, αδυνατεί να κάνει προνομιακό επίπεδο της πολιτικής του σε όλα τα επίπεδα το ζήτημα αυτό.

Το αίτημα της εξόδου από την ΕΕ θα μπορούσε ν' αποτελέσει τον πυρήνα μιας ευρύτερης συσπείρωσης λαϊκών κοινωνικών δυνάμεων (που έχουν πληγεί από την κρίση) σε αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση. Να εκφράσει όλη αυτή την, απολύτως δικαιολογημένη λαϊκή δυσφορία και οργή. Να μην αφήνει έρμαιο σε ακροδεξιές δυνάμεις - υπηρέτες της αστικής τάξης, να την κατευνάσουν, να την χειριστούν και κυρίως να την αποπροσανατολίσουν, στρέφοντάς την κατά των πιο αδύναμων. Στην Ελλάδα, δε, όπου παρά τα ευρωσκεπτικιστικά ψελλίσματα, καμία ακροδεξιά δύναμη, ούτε η νεοναζιστική Χ. Αυγή, δεν έχει σαφώς ταχθεί υπέρ της εξόδου από την ΕΕ ή και αν το έχει κάνει, το παραπέμπει στο απώτερο μέλλον (εκφράζοντας προφανώς και τις αντίστοιχες θέσεις τμήματος του ελληνικού κεφαλαίου), η δυσφορία αυτή καλλιεργείται και στρέφεται σχεδόν αποκλειστικά κατά προσφύγων - μεταναστών και των κομμουνιστών, αποκαλύπτοντας και τον βαθιά αντιδραστικό της χαρακτήρα. Ενώ όσοι δεν γοητεύονται από την ακροδεξιά προπαγάνδα, ελλείψει συγκεκριμένης σαφούς εναλλακτικής θέσης στον αντίποδά της, αποστρατεύονται από το κίνημα, ιδιωτεύουν ή αφήνονται σε λύσεις του μη χείρον βέλτιστο, αποσπασματικού τύπου, από οπορτουνιστικές δυνάμεις.

Οσο περισσότερο αποκαλύπτεται ωμά η ίδια η φύση της ΕΕ, και άλλων ιμπεριαλιστικών οργανισμών, όσο εντείνονται οι αντιθέσεις, τόσο εντείνεται η καταστολή με πρόσχημα και την τρομοκρατία, καθώς όσο βαθαίνει η καπιταλιστική κρίση τόσο το κεφάλαιο χρησιμοποιεί και το «μαστίγιο», για να διατηρήσει την εξουσία του. Και άλλο τόσο αναδεικνύεται σαφώς ότι το αίτημα για έξοδο από την ΕΕ, σε συνδυασμό με την, με συγκεκριμένα βήματα και μέτρα διεκδίκησης και υπεράσπισης δημοκρατικών δικαιωμάτων, αντίσταση απέναντι στην κλιμακούμενη καταστολή, απέναντι στη ΝΑΤΟποίηση των πάντων και στην κλιμάκωση της πολεμικής απειλής, δεν είναι απλώς επίκαιρο. Είναι αναγκαίο ως πυρήνας πέριξ του οποίου με ηγετικό ρόλο του ΚΚΕ θα συσπειρώσει εργατικά - λαϊκά στρώματα στο πλαίσιο της πορείας κατάκτησης της εξουσίας, της αλλαγής τάξεων στην εξουσία, χωρίς να σημαίνει ότι από μόνη της η έξοδος από την ΕΕ αποτελεί και τη λύση του κοινωνικού ζητήματος στην Ελλάδα.

Το κείμενο των Θέσεων κανονικά θα έπρεπε να περιλαμβάνει ένα σύνολο τοποθετήσεων που θα ανέπτυσσαν την ταξική πάλη σε όλα τα επίπεδα, στο πολιτικό, ιδεολογικό, οικονομικό επίπεδο. Ομως, όπως τίθενται τα ζητήματα, δεν προσφέρουν στην κατεύθυνση αυτή και δεν εξυπηρετείται ο στόχος που ορθώς προβάλλεται επιμόνως περί ενίσχυσης του Κόμματος.


Ελένη Μαυρούλη
ΚΟΒ Κέντρου Βύρωνα

Για τις Θέσεις

Ενα από τα βασικά ζητήματα, που πρέπει ιδιαιτέρως να ασχοληθεί το Συνέδριο, είναι η κατάσταση του εργατικού κινήματος και πώς θα ξεπεραστούν αδυναμίες και λάθη που το καθηλώνουν.

Η ανασύνταξη του εργατικού κινήματος πρέπει να γίνει με πλατύ άνοιγμα στους εργαζόμενους και με όρους που εξασφαλίζουν την πλατιά συμπαράταξη των εργαζομένων και των συνδικάτων τους, χωρίς προϋποθέσεις και εμπόδια. Αυτός είναι ο δρόμος ανάπτυξης ισχυρού ταξικού κινήματος που θ' αμφισβητήσει την πολιτική της αστικής τάξης. Σ' αυτό το κίνημα το ΚΚΕ μπορεί ν' αναδειχτεί σε ηγετική δύναμη.

Το κύριο βάρος της ανασύνταξης του κινήματος θα σηκώσει το ΠΑΜΕ ως μέτωπο συσπείρωσης σωματείων, Εργατικών Κέντρων, Ομοσπονδιών, Επιτροπών Αγώνα, συνδικαλιστών. Δεν είναι βραχίονας του ΚΚΕ, ούτε παράταξη του ΚΚΕ στο συνδικαλιστικό κίνημα, όπως ισχυρίζονται κάποιοι.

Σχετικά με την κρίση δημιουργείται πλατιά η απορία, γιατί τις μεγαλύτερες απώλειες μετά το ΠΑΣΟΚ τις είχε το Κόμμα, παρότι δεν έχει καμία ευθύνη για την εμφάνιση της. Πρέπει να αναλυθούν οι αιτίες και πώς θα βγει το Κόμμα από το αδιέξοδο.

Η αλλαγή της πολιτικής του Κόμματος στα πλαίσια της «αποκατάστασης των επαναστατικών χαρακτηριστικών του», χωρίς να μάθουμε πότε αυτά χάθηκαν και ποιοι είχαν την ευθύνη, και κυρίως ο αντικαπιταλιστικός - αντιμονοπωλιακός χαρακτήρας που δόθηκε στο Μέτωπο, αποσυσπείρωσε κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, αυτοαπασχολούμενους, αγρότες κ.ά., όσους για διάφορους λόγους δεν έχουν αντικαπιταλιστική συνείδηση, αλλά είχαν τη διάθεση να παλέψουν και να αντιταχθούν στη βάρβαρη επίθεση που δέχονται από κυβέρνηση, ΕΕ και άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Επιπλέον άφησε ανοιχτές πόρτες σε δυνάμεις κυρίως φασιστικές και ακροδεξιές, με κάθε μορφή και σχήμα να εκμεταλλευτούν τις αγωνιστικές - αντιιμπεριαλιστικές διαθέσεις πλατιών λαϊκών δυνάμενων, και δίνοντάς τους εθνικιστικό περιεχόμενο να τις συσπειρώσουν στην πολιτική τους.

Η θέση του Κόμματος για έξοδο από τους ιμπεριαλιστικούς καπιταλιστικούς οργανισμούς ΕΕ, ΝΑΤΟ με λαϊκή εξουσία δεν δίνει με σαφήνεια κατεύθυνση για το μεσοδιάστημα μέχρι τη λαϊκή εξουσία, πώς θα πορευτούμε.

Είναι γνωστό ότι η ΕΕ και το ΝΑΤΟ σήμερα είναι οι πιο βάρβαρες, αδίστακτες και πολεμοχαρείς ενώσεις και το αίτημα της αποδέσμευσης από αυτές πρέπει να είναι στη καθημερινή δράση, να είναι αίτημα - κρίκος. Η διάθεση του λαού και τα αισθήματά του γι' αυτές τις ενώσεις είναι αυξητικά αρνητική. Το Κόμμα έχει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει την παρατεταμένη οικονομική και πολιτική κρίση, την ωμή επέμβαση στα κράτη της περιοχής μας και να αναδειχθεί σε ηγετική πολιτική δύναμη, με στόχο τη δημιουργία ισχυρού ριζοσπαστικού κινήματος αντίστασης και ανατροπής.

Η διογκούμενη εξαθλίωση και αγανάκτηση του λαού μας προς την ΕΕ, το ΝΑΤΟ και την κυβέρνηση, μπορούν να δημιουργήσουν αγωνιστικά κινήματα και συμμαχίες. Υπάρχει ο κίνδυνος να βρεθούμε παρατηρητές με το φόβο που μας διακατέχει ότι θα είμαστε κάτω από ξένη σημαία. Ο φόβος αυτός ότι θα οδηγηθούμε στη συνεργασία με ένα τουλάχιστον τμήμα της αστικής τάξης δεν είναι υπαρκτός, γιατί μπορεί τα διάφορα τμήματα της αστικής τάξης να επιλέγουν με βάση τα συμφέροντά τους διαφορετικούς ιμπεριαλιστές, όμως κανένα τμήμα της δεν διακρίνεται για αντιιμπεριαλιστικές απόψεις και πρακτικές. Κάτω από ξένη σημαία κινδυνεύει να βρεθεί όποιος είναι επιρρεπής και στο ΚΚΕ δεν υπάρχουν τέτοιοι. Κανένα τμήμα της αστικής τάξης δεν μπορεί να συνεργαστεί με δυνάμεις που προωθούν με συνέπεια την έξοδο από την ΕΕ στο πλαίσιο ενός προγράμματος που επιδιώκει βαθιές αλλαγές σε βάρος του κεφαλαίου, με στόχο το σοσιαλισμό.

Με βάση την αρνητική κατάσταση στο εργατικό κίνημα, την αστική τάξη να κερδίζει μάχες τη μια μετά την άλλη, η παρέμβαση του Κόμματος με την εφαρμοζόμενη τακτική δεν φέρνει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Ο κίνδυνος να περιθωριοποιηθεί είναι υπαρκτός. Οι εκλογές του 2012 ήταν η πρώτη ένδειξη, χάθηκε το μισό δυναμικό του Κόμματος. Το δημοψήφισμα του 2015 έδειξε ότι σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων του δεν πειθάρχησε στη γραμμή για άκυρο ή λευκό. Δηλαδή ένα μεγάλο τμήμα του κόσμου του δείχνει να μην συμφωνεί με αυτές τις θέσεις. Αυτό καθιστά αναγκαίο η ηγεσία να λαμβάνει σοβαρά υπόψη τη γνώμη των κομματικών μελών και φίλων (δημοψήφισμα, αλλαγή θέσης στο Κυπριακό κ.ά.), ενώ θα συμβάλει τα μέγιστα στην ιδεολογική και πολιτική ενότητά του. Γιατί διαφορετικά θα σχηματιστεί η εντύπωση στις δυνάμεις του Κόμματος ότι τα σοβαρά θέματα είναι για τους «επαΐοντες» ή κατά τους μπλανκιστές «δεν χρειάζεται κόμμα μαζικό της εργατικής τάξης, ούτε η επανάσταση είναι έργο των μαζών, αλλά μιας γερής μικρής οργάνωσης αφοσιωμένων στελεχών (ελίτ επαναστατών) στην υπόθεση της επανάστασης». Ο κίνδυνος να γίνει το Κόμμα μια υπερεπαναστατική μικρή δύναμη είναι υπαρκτός και ορατός.


Θανάσης Ράτσικας
ΚΟΒ ΚέντρουΙωαννίνων

Στεκόμαστε όρθιοι, πατάμε γερά και δείχνουμε το δρόμο

Οι θέσεις της ΚΕ για το 20ό Συνέδριο του Κόμματός μας, και κυρίως το 4ο κεφάλαιο, βάζουν στο επίκεντρο τον βαθμό ωρίμανσης της συλλογικής δράσης του Κόμματος μέσα στο κίνημα αλλά και της υλοποίησης των επεξεργασμένων θεωρητικά πολιτικών και ιδεολογικών κατευθύνσεων του 19ου Συνεδρίου.

Η πρώτη γενική διαπίστωση είναι ότι έχουμε ως κόμμα ξεκαθαρίσει ιδεολογικά τη στρατηγική μας και αναλύσει επαρκώς, για τις τωρινές συνθήκες, τον πολιτικό μπούσουλα που πρέπει να ακολουθήσουμε.

Το ζητούμενο είναι πώς θα συνδεθεί σωστά η πραγματικά πρωτοπόρα και όντως ορθή ανάλυσή μας με τη σχεδιασμένη δράση μας. Πώς θα συμβαδίζει και θα διατρέχει οργανωτικά και μεθοδολογικά το κόμμα από πάνω προς τα κάτω και αντίστροφα.

Στόχος μας οφείλει να είναι το καθημερινό ποιοτικό ανέβασμα του επιπέδου που θα κάνει κτήμα τις αποφάσεις του 19ου Συνεδρίου στην καθημερινή μας δράση, στην πρακτική και καθοδηγητική μας δουλειά. Και αυτό το επίπεδο προφανώς απέχει από το επιθυμητό, από τις ανάγκες των καιρών. Γι' αυτό και πιστεύω ότι ο βασικός στόχος του 20ού Συνεδρίου του Κόμματός μας πρέπει να είναι αυτός.

Βέβαια, οι λύσεις δεν είναι εύκολες, γιατί τα προβλήματα είναι σύνθετα και τα έχει αντιληφθεί η ΚΕ έγκαιρα, όπως πολύ σωστά τα αναλύει στις θέσεις 40, 64 και 65.

Ενα μέρος τους εστιάζεται, κυρίως, στα «ενδιάμεσα καθοδηγητικά όργανα», δηλαδή τα τομεακά όργανα που έχουν να παίξουν αυτόν το ρόλο της σύνδεσης του Κόμματος με το αντικείμενο της δράσης μας.

Στον εμπλουτισμό του προβληματισμού μας θέλω να προσθέσω τα εξής:

1) Γενικά θεωρώ ότι σε ένα βαθμό τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε έχουν αντικειμενική εξέλιξη και χρειάζονται χρόνο, επιμονή και περαιτέρω εμπειρία για να ωριμάσουν στη συλλογική συνείδηση των κομματικών μελών και των μεσαίων καθοδηγητικών στελεχών.

2) Ως προς την ανάδειξη νέου στελεχικού δυναμικού οφείλουμε να δώσουμε περισσότερο βάρος στην προετοιμασία, στην υποστήριξή τους καθοδηγητικά, ακόμα και στο καθημερινό ανθρώπινο επίπεδο, αυτό να γίνεται υπόθεση όλης της Οργάνωσης. Οι χρεώσεις να έχουν ρεαλιστικό αντίκρισμα, και να βγαίνουν με κριτήριο την ιεράρχηση των αναγκών, αλλά και το βαθμό ανεβάσματος της συλλογικής καθοδηγητικής δουλειάς του κάθε οργάνου. Η ανάπτυξη της συντροφικότητας, του ιδεολογικοπολιτικού επιπέδου, της αυτοθυσίας να είναι κυρίαρχα στην καθημερινή μας δράση.

3) Διαπιστώσεις όπως «ενώ πείθουμε για την ορθότητα των αναλύσεών μας, και κερδίζουμε την εκτίμηση ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων, δεν έχουμε καταφέρει να εμπνεύσουμε για την επαναστατική - σοσιαλιστική προοπτική», μας απασχολούν χρόνια τώρα (κυρίως μετά τις ανατροπές). Σε μεγάλο βαθμό η σύγχυση αυτή υπήρχε και υπάρχει ακόμα και έχει τη γενεσιουργό της αιτία σε παλιότερες αντιφατικές επεξεργασίες που μας ταλάνιζαν ως κόμμα μέχρι να ξεκαθαρίσουμε ποια είναι η σχέση ωρίμανσης του υποκειμενικού παράγοντα με τα ζητήματα τακτικής με στόχο την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας. Σε αυτά τα ζητήματα έχουμε δώσει απαντήσεις που δεν έχουν αφομοιωθεί πλήρως από όλα τα κομματικά μέλη και οπαδούς στο πλαίσιο αυτού που ονομάζουμε «ενιαία αντίληψη στη συλλογική σκέψη και δράση του Κόμματος». Εξάλλου, δρώντας όντως σε συνθήκες ήττας του παγκόσμιου εργατικού κινήματος θα ήταν τουλάχιστον εθελοτυφλία να ισχυριζόμαστε ότι η ριζοσπαστικοποίηση των λαϊκών μαζών είναι εύκολη υπόθεση αλλά δεν έχουμε βρει ακόμα το «μαγικό ραβδί» για να την αναπτύξουμε.

4) Η συμβολή μας στην πάλη για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος περνάει μέσα από το δυνάμωμα της οργάνωσης των ταξικών συνδικάτων και την ανάπτυξη της κοινής δράσης και αλληλεγγύης όλων εκείνων των κοινωνικών δυνάμεων που έχουν αντικειμενικό συμφέρον από την προώθηση της κοινωνικής συμμαχίας με την εργατική τάξη.

Ο ρόλος των πρωτοπόρων κομμουνιστών σ' αυτήν τη δύσκολη αποστολή χρειάζεται συνολική υποστήριξη. Ο ρόλος του κομμουνιστή, του κομματικού μέλους ή του οπαδού μέσα στους εργασιακούς χώρους είναι πρωταρχικής σημασίας ζήτημα και χρειάζεται ολόπλευρη καθοδηγητική, υποστηρικτική και διαπαιδαγωγητική προσπάθεια. Το αντιπάλεμα απόψεων που έχουν τις ρίζες τους σε μικροαστικές και οπορτουνιστικές αντιλήψεις όπως τάσεις απομόνωσης - απέχθειας σε λαϊκές μάζες, απόψεις του στιλ «καλά να πάθουν, τους αξίζουν τα χειρότερα» ή «ο λαός δεν θέλει να καταλάβει», προτροπή σε κινητοποιήσεις ακτιβίστικου χαρακτήρα και άλλες, πρέπει να μας απασχολήσουν ιδιαίτερα.

Πρέπει να ενταθεί με πιο πρόσφορους τρόπους η διαπάλη με την κυρίαρχη αστική ιδεολογία που δηλητηριάζει τον τρόπο σκέψης μας αλλά κυρίως επιτίθεται στις νέες γενιές και έχει να κάνει με την εξατομικευμένη θεώρηση της κοινωνίας και με την άνευ όρων αποδοχή των προτύπων της ατομικής ευθύνης απέναντι στη ζωή (παθητικότητα, μοιρολατρία, ηττοπάθεια). Η απάντησή μας στην επίθεση που δεχόμαστε κωδικοποιείται όπως μπαίνει πιο αναλυτικά στις Θέσεις: Γνώση, Επαγρύπνηση, ανέβασμα της Ποιότητας της δουλειάς μας, Διάβασμα, Αυτοθυσία, Πίστη στην επαναστατική προοπτική.

5) Εχουμε καθήκον να προετοιμαζόμαστε ολόπλευρα για το ενδεχόμενο - αργά ή γρήγορα - να αποδείξουμε πως ό,τι έχουμε επεξεργαστεί ιδεολογικά - πολιτικά, σε δεδομένες συνθήκες θα το κάνουμε πράξη. Αναφέρομαι στις επαναστατικές συνθήκες που αναλύονται στη θέση 44 (ιμπεριαλιστικός πόλεμος). Αλλωστε, ένας σημαντικός παράγοντας που κράτησε και κρατάει ακόμα το Κόμμα μας όρθιο και πρωτοπόρο μέσα στην κοινωνία είναι γιατί έχει παρακαταθήκη τους αγώνες του, τους νεκρούς του, την εποποιία του ΔΣΕ. Εχουμε το ηθικό πλεονέκτημα βαθιά μέσα στη συνείδηση του λαού κυρίως γιατί δεν ξεπουλήσαμε την τάξη μας, αλλά παλεύουμε αταλάντευτα για τα συμφέροντα των εργατών. Ξέρουμε από πού ερχόμαστε και γνωρίζουμε καλά πού θέλουμε να κατευθυνθούμε.

Σύντροφοι, αυτό που αντιλαμβάνομαι για το Κόμμα μας στη δεδομένη συγκυρία είναι: Στεκόμαστε όρθιοι, πατάμε γερά, δεν υποχωρούμε, δείχνουμε το δρόμο, προετοιμαζόμαστε, αποκτούμε πείρα και ωριμότητα.


Βικέντιος Αντωνάκης
ΚΟΒ Κέντρου Καλαμαριάς

Ακούραστα και επίμονα να εξηγούμε την πρότασή μας

Μετά την ήττα μας στην ένοπλη ταξική σύγκρουση (1946 - 1949) μεταξύ της τότε αστικής τάξης και των συμμάχων της Αγγλων και ΗΠΑ, από τη μία, και του ΔΣΕ, από την άλλη, ο κάθε αγωνιστής και αγωνίστρια διώχτηκαν ανελέητα με εκτελέσεις, φυλακίσεις κ.ά. από το καθεστώς των συνεργατών των κατακτητών και τις διάφορες συμμορίες των αρρωστημένων μυαλών. Κάτω από αυτές τις συνθήκες παρανομίας, τότε που η ζωή και ο θάνατος είχαν δυσδιάκριτα διαχωριστικά σημεία, το ΚΚΕ στάθηκε όρθιο αγωνιστικά στην ανάδειξη και επίλυση των οξύτατων λαϊκών προβλημάτων.

Αυτή η τακτική του αγώνα για την ανάδειξη των λαϊκών προβλημάτων και η πάλη για την ικανοποίησή τους, εκτιμώ πως παγιώθηκε ως συμπεριφορά και δράση στο Κόμμα μας υπέρμετρα έως σήμερα - έστω και σε μικρότερο βαθμό τελευταία - χωρίς να προβάλλεται παράλληλα και εκλαϊκευμένα το πρόγραμμά μας, με συνέπεια οι πολίτες της χώρας μας να αυθαιρετούν νοητικά και να θεωρούν ότι το Κόμμα μας είναι διαμαρτυρόμενο μόνο και όχι εξουσίας.

Θα πρέπει λοιπόν ο καθένας μας, στο βαθμό των δυνατοτήτων του, ακούραστα, επίμονα και κατανοητά, να εξηγεί αυτά που προτείνουμε εμείς στο δικό μας κοινωνικοπολιτικό σύστημα, προτάσεις που είναι προς το ταξικό συμφέρον αυτών που παράγουν τα αγαθά του κόσμου.

Δύσκολο το έργο, το κατανοώ και ούτε πιστεύω φυσικά ότι αυτά που αναφέρω είναι η λύση του ταξικού προβλήματος. Και είναι δύσκολο το έργο, γιατί το καπιταλιστικό σύστημα έχει τη δύναμη διαμόρφωσης συνειδήσεων και τη δύναμη να κρατά το λαό σε άγνοια ΑΠΕΛΠΙΣΤΙΚΗ. Π.χ. η πλειοψηφία του λαού δε γνωρίζει ότι το κόστος των παραγόμενων προϊόντων, που με χειρωνακτική και πνευματική εργασία δική μας δημιουργούνται, δεν ισούται μόνο με το ποσό της αμοιβής μας ως μισθωτών και των λοιπών παραγωγικών εξόδων, αλλά και με αυτό που προκύπτει κατά την παραγωγική διαδικασία ως απλήρωτη εργασία που στη γλώσσα της πολιτικής οικονομίας λέμε υπεραξία, που το παρακρατούν, το κλέβουν ουσιαστικά και χωρίς ποινικές συνέπειες, τα παράσιτα, οι ιδιοκτήτες των διαφόρων μέσων παραγωγής (τα λένε επιχειρήσεις). Δε γνωρίζει ακόμη ότι η παγκόσμια ανθρωπότητα στην ιστορική της διαδρομή ακολούθησε μια σειρά αντικατάστασης του ενός κοινωνικοπολιτικού συστήματος από ένα άλλο. Και πιο ειδικά, πέρασε από τη δουλοκτητική κοινωνία στη φεουδαρχική, έπειτα στην αστική και από το 1917 - μετά την Οχτωβριανή Επανάσταση, ζούμε τους καιρούς μετάβασης, παρά τα πισωγυρίσματα - από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό. Αγνοεί, επίσης, ότι αυτή η διαδικασία μετάβασης από το ένα σύστημα προς ένα άλλο καλύτερο, είναι αέναη και θα συνεχίζεται στο διηνεκές. Επειδή όμως αυτές οι μεταβάσεις διαρκούν πολύ - σε σχέση με τη δική μας παραμονή σε αυτόν τον πλανήτη - δημιουργείται έτσι η εντύπωση στους κάθε λογής ανιστόρητους και αδαείς ότι η κοινωνική εξέλιξη σταμάτησε στον καπιταλισμό. Πώς να ερμηνευτεί άλλωστε το γεγονός ότι εδώ και 100 χρόνια ύπαρξης του ΚΚΕ, δεν μπόρεσε να αντιληφθεί ότι το μόνο κόμμα της δικής μας τάξης είναι το ΚΚΕ;

Πώς λοιπόν να εξηγηθεί το γιατί οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί έχουν τόσο αργό βηματισμό; Τι φταίει; Φταίμε εμείς ως πολιτικός φορέας που με τον λόγο και τις πράξεις μας δεν είμαστε ίσως τόσο πειστικοί; Φταίνε οι κυβερνώντες διαχρονικά, που είχανε και έχουνε τη δυνατότητα διαμόρφωσης συνειδήσεων και πειθήνιων πολιτών; Φταίνε οι ίδιοι οι λαοί, που δίνουνε τη δυνατότητα αυτή στους δυνάστες τους;

Επιχειρώντας να δώσω απάντηση σε αυτό το τεράστιο ζήτημα, οι όποιες νοητικές μου ικανότητες με οδηγούν στην εξής προσέγγιση: Αν πάρουμε σαν ορθή βάση ότι ο κάθε άνθρωπος αποκτά τον χαρακτήρα με τα όποια ελαττώματα και αρετές που τυχόν έχει από γονιδιακή κληρονομιά και ό,τι επίκτητα συμπληρώθηκε σε αυτόν, από την επίδραση του στενού οικογενειακού αλλά και του ευρύτερου κοινωνικού του περιβάλλοντος, τότε καταλήγουμε στο αρχαίο ρητό που λέει: ΟΥΔΕΙΣ ΕΚΩΝ ΚΑΚΟΣ (κανείς δεν είναι κακός επειδή το θέλει) και κατά συνέπεια αυτό οφείλεται στους παραπάνω λόγους. Αν όμως έτσι έχουν τα πράγματα, τότε οδηγούμαστε σε λογικό αδιέξοδο. Γιατί αν πάρουμε ως αξίωμα το ότι ο κάθε άνθρωπος σαν χαρακτήρας διαμορφώνεται έτσι ή αλλιώς από κληρονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες - έξω από τη δική του θέληση - και άρα αν είναι καλός ή κακός, έξυπνος ή κουτός, αυτό είναι αποτέλεσμα πέρα από τις δικές του επιλογές, τότε όλοι οι κακοί και οι κουτοί είναι αθώοι (άρα και οι δυνάστες μας ως κακοί) και οι καλοί και οι έξυπνοι, τυχεροί.

Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Εκτιμώ πως όχι, γιατί στη διαμόρφωσή μας σαν οντότητες, μπορεί όλοι να έχουμε τις γονιδιακές μας καταβολές και να δεχόμαστε την επίδραση του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος και μπορεί να διεπόμαστε από τους ίδιους ανθρωπογενείς παράγοντες - με τις όποιες διαφοροποιήσεις - συγχρόνως όμως και ο Ανθρωπος σαν μονάδα επιδρά πάνω σε αυτό. Υπάρχει μια αμφίδρομη διαδικασία επίδρασης του ενός μέρους προς το άλλο και δεν μπορούν να αποτελούν άλλοθι οι παράγοντες διαμόρφωσης του κάθε ανθρώπου. Δεν μπορεί κανείς να κάνει μετάθεση ευθυνών επάνω στους άλλους. Ετσι και σε κάθε πράξη μας, όπως και στις πολιτικές μας επιλογές, η όποια ευθύνη που προκύπτει βαρύνει μόνο εμάς και κανέναν άλλον. Η ευθύνη είναι προσωπική.

Δεν προτίθεμαι να «χαϊδέψω» τα αυτιά του ελληνικού λαού. Πρέπει να αποδεχθεί τα λάθη για τις εσφαλμένες πολιτικές του επιλογές. Αν δεν φταίει ο λαός για αυτές του τις επιλογές, τότε με ποια λογική φταίνε οι δυνάστες, που δέχονται ευχαρίστως την δυνατότητα εκμετάλλευσης που τους παρέχεται; Θα πρέπει λοιπόν και ο λαός να «ακονίσει» λίγο το μυαλό του και να απεμπλακεί από αυτόν τον φαύλο κύκλο, του να εκλέγει τους δυνάστες του και αυτοί με τη σειρά τους ως εξουσιαστές να διαμορφώνουν τον συγκεκριμένο υποτακτικό πολίτη με διχασμένη ταξική συνείδηση και ο οποίος στη συνέχεια να ξανα-εκλέγει τους δυνάστες του κ.ο.κ. Θα πρέπει κάποτε να του γνωστοποιήσουμε τις ευθύνες του και να αποδεχτεί επιτέλους τον πολιτικό του εαυτό.

Αυτή λοιπόν τη διαμορφωθείσα πολιτική θολούρα που υπάρχει στα μυαλά του ελληνικού λαού καλούμαστε να ξεδιαλύνουμε, ο καθένας μας από το δικό του πόστο. Ενα από αυτά είναι και τα ΜΜΕ που πρέπει να αξιοποιηθούν κατά το δυνατόν από τους κάθε φορά καλεσμένους του Κόμματός μας. Πιστεύω στη μεγάλη δύναμη των ΜΜΕ, στη διαμόρφωση και χειραγώγηση του νου. Εχουν τη συμβολή τους κι αυτά.

Πώς άλλωστε γίνανε γνωστά χωρίς οργανώσεις βάσης (πλην ΚΚΕ), 30 τόσα κόμματα και ο ΣΥΡΙΖΑ να βγει πρώτο κόμμα; Φυσικά από την τηλεόραση!! Αλλιώς δεν θα τους ήξερε τους Συριζαίους, τους ποταμίσιους κ.λπ. ούτε ο περιπτεράς της γειτονιάς τους.


Λάζαρος Κ. Τσανάκας
Αγιος Αθανάσιος Θεσσαλονίκης




Τετρασέλιδα του «Ρ»
Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org